← Ελλάδα

ΑΠ 2386/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2386 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου. Περίληψη: Αίτηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου για αναίρεση αποφάσεως, με την οποία εκπρόθεσμη έφεση έγινε δεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα και στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη για το έγκλημα της παράβασης του νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση λόγω παραγραφής. Αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας, γιατί δεν αναφέρεται αν ο εκκαλών είχε προβάλλει λόγο ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος, ούτε αν αυτός προέβαλε λόγο ακυρότητας της επιδόσεως της αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής. Στην έννοια της ανωτέρας βίας δεν εμπίπτει ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης. Αριθμός 2386/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 28582/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Χ κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Καλύβα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 31/5 Ιουνίου 2009 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 855/09. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και της υπερβάσεως εξουσίας. Μπορεί, επομένως, να ζητήσει την αναίρεση αποφάσεως, με την οποία έφεση που ασκήθηκε εκπροθέσμως έγινε τυπικά δεκτή και, στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος λόγω παραγραφής. Εξάλλου, στην έκθεση του ενδίκου μέσου της εφέσεως, το οποίο ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά και ο λόγος ανωτέρας βίας, από την οποία ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησή της, στην έννοια όμως της οποίας (ανωτέρας βίας), δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επίδοσης ως αγνώστου διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί, στην περίπτωση αυτή, ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επίδοσης και δεν επικαλείται λόγο ανωτέρας βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης άσκησης της εφέσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 28582/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, έγινε δεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα η υπ` αριθ. 16229/2008 έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ κατά της υπ` αριθ. 107121/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και, στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά του ανωτέρω για έκδοση ακαλύπτων επιταγών κατ` εξακολούθηση λόγω παραγραφής. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, όσον αφορά την τυπική παραδοχή της εφέσεως, δέχθηκε, μετά την παράθεση νομικής σκέψης, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου, και από τα έγγραφα, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι η εκκαλουμένη απόφαση 107121/1999 του Μον/λούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών καταδικάστηκε ερήμην για την πράξη της παράβασης του νόμου περί επιταγών κατ' εξακολούθηση, επιδόθηκε στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής με τελευταία γνωστή κατοικία του στην ..., σύμφωνα με το από 26-7-2000 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα ... του ΑΤ ..., χωρίς ωστόσο να υπάρχει βεβαίωση του ανωτέρω επιδόσαντος αστυφύλακα από την οποία να προκύπτει ότι ο εκκαλών αναζητήθηκε πράγματι στην εν λόγω διεύθυνση και ότι είχε μετοικήσει απ' αυτήν σε άγνωστη διεύθυνση. Η ένδικη έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα στις 4-13-2008, όπως προκύπτει από την με αρ. 16229/08 συνταχθείσα έκθεση έφεσης, όταν αυτός οχλήθηκε από τις αστυνομικές αρχές, δηλ. μετά την πάροδο της κατ' άρ. 473 παρ.1 ΚΠΔ προθεσμίας των τριάντα

(30)ημερών που αρχίζει από την κατά τα ως άνω επίδοση της εκκαλουμένης. Για να γίνει όμως επίδοση ως άγνωστης διαμονής πρέπει, κατ' άρ. 156 ΚΠΔ, να υπάρχει βεβαίωση του οργάνου επιδόσεως ότι ο εκκαλών είναι άγνωστης διαμονής, η οποία (βεβαίωση) δεν αναπληρώνεται από τα αναγραφόμενα στο αποδεικτικό επίδοσης ως "άγνωστης διαμονής". Συνεπώς, εξ αυτού του λόγου, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η από 26-7-2000 επίδοση της εκκαλουμένης είναι μη νόμιμη. Συνακόλουθα δε, η ένδικη έφεση του εκκαλούντος πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα, ενόψει ότι αυτός την άσκησε στις 4-11-2008, ήτοι την επομένη ημέρα αφότου έλαβε γνώση της εκκαλουμένης απόφασης 107121/1999 του Μον/λούς Πλημ/κείου Αθηνών στις 3-11-2003 από το ΑΤ' Αρτέμιδος". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν αναφέρει αν ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε δηλώσει στην έκθεση εφέσεως λόγο ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπερβλήτου κωλύματος από το οποίο παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, ούτε αν προέβαλε την ακυρότητα της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής, γιατί αυτός, κατά το χρόνο της επιδόσεως, είχε γνωστή διεύθυνση κατοικίας, την οποία είχε γνωστοποιήσει στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση, καθώς και τον τρόπο της γνωστοποιήσεως αυτής. Η αναγραφή στην έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, της φράσεως "δήλωσε δε ότι την παρούσα έφεση ασκεί εκπροθέσμως, διότι έλαβε γνώση μόλις χθες από την Αστυνομία Αρτέμιδας. Να ληφθεί δε υπόψη, ότι ούτε των κλήσεων προς εμφάνιση στο Δικαστήριο έλαβε γνώση, ούτε και της απόφασης" δεν συνιστά ούτε ενέχει επίκληση λόγου ακυρότητας της επιδόσεως της αποφάσεως στον εκκαλούντα. Εφόσον δε, με τις ως άνω παραδοχές, θεώρησε την έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου εμπρόθεσμη και, στη συνέχεια, έπαυσε οριστικά την κατ` αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' και Η' ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 28582/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2009. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου 2009. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.