← Ελλάδα

ΑΠ 2421/2009 — Ακυρότητα απόλυτη, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2421 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα απόλυτη, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση. Περίληψη: Αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κατηγορουμένου κατ' άρθρο 309 παρ. 2 ΚΠΔ. Όταν υποβληθεί νομίμως αίτημα και το συμβούλιο δεν απαντήσει αιτιολογημένα παράγεται απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ), που ιδρύει τον κατ' άρθρο 484 παρ. 1α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2528/2008, ΑΠ 430/2008, ΑΠ 546/2007). Τρόπος και χρόνος υποβολής του αιτήματος. Υποβολή αιτήματος από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους με το υπόμνημα που υπέβαλαν προς το συμβούλιο μέσω του εισαγγελέως πριν από την συζήτηση της υποθέσεως και την ανάπτυξη της προτάσεως. Μη απάντηση του Συμβουλίου. Δύο αιτήσεις με τους αυτούς λόγους. Δεκτός ο έκτος λόγος. Παρέλκει η έρευνα των λοιπών. Αναίρεση και παραπομπή. Αριθμός 2421/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Γεώργιο Μπατζαλέξη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουνίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 960/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 331/14.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485παρ.1 ΚΠΔ τις με αριθμ. 127/10-6-2009 και 128/10-6-2009 αιτήσεις αναίρεσης των: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες ασκήθηκαν δια της πληρεξουσίας τους δικηγόρου Ευαγγελίας Μαγαΐτη, δυνάμει των προσαρτημένων στις αιτήσεις με αριθμό ... και ... συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων αντίστοιχα και στρέφονται κατά με αριθμό 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το με αριθμό 1957/2008 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι απόπειρας απάτης από κοινού ενώπιον δικαστηρίου, από την οποία προκλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία ανώτερη των 73.000 Ευρώ, ήτοι για παράβαση των άρθρων 1, 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1,42 παρ. 1,45 και 386 παρ. 1β και 3 ΠΚ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε το με αριθμό 947/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε τυπικά δεκτές και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις τους επικυρώνοντας το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του βουλεύματος αυτού στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, νομότυπα και παραδεκτά. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 6/6/2009 και αυτοί άσκησαν τις αιτήσεις αναίρεσης την 10/6/2009, ενώπιον του Γραμματέα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, συνετάγησαν δε από εκείνον οι με αριθμούς 127 και 128/2009 εκθέσεις, στις οποίες διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε το ένδικο αυτό μέσο και συγκεκριμένα η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά συνέπεια ενόψει προεκτεθέντων οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και ακολούθως να ερευνηθούν οι προσβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης. ΙΙ. Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτουν με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα υπόψη από το Συμβούλιο και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται κατά το είδος τους, χωρίς την ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωθείσα σ' αυτό εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται τα ανωτέρω στοιχεία με τα οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (ΑΠ 2479/08, 2481/08, 67/06). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 εδ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που λαμβάνεται υπόψη από το Συμβούλιο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος(ΑΠ 1528/08, ΑΠ 1876/08, ΑΠ 548/07). ΙΙΙ. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ αυτό εισαγγελική πρόταση και με δικές του σκέψεις, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ'είδος προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 όπως και η ΑΑ και ΒΒ υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18ης Μαΐου 2000 μήνυσή των με Α.ΒΜ Γ 2000/1796 κατά του μηνυτή Ψ και του ΓΓ. Εις τη μήνυση αυτή εξέθεσαν μεταξύ άλλων ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς επιθυμούντες, όπως και η τρίτη και ο τέταρτος, να αξιοποιήσουν τα κεφάλαιά των επενδύοντας αυτά μέσω χρηματιστηριακής εταιρείας και μετά παρότρυνση του ΓΓ, τον οποίο εγνώριζαν, καθόσον με τη μεσολάβησή του είχαν συνάψει ασφαλιστήρια συμβόλαια με την εταιρεία ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ, απευθύνθηκαν εις τον μηνυτή Ψ, ο οποίος ήταν εκπρόσωπος της εταιρείας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ" της οποίας η έδρα ήταν εις το ... και την 11η Νοεμβρίου 1998 συνήψαν σύμβαση πώλησης με αυτόν (μηνυτή) ως εκπρόσωπο της ανωτέρω εταιρείας, δυνάμει της οποίας ο μηνυτής ως κύριος μέτοχος της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ πώλησε σε κάθε ένα εκ των εκκαλούντων κατηγορουμένων πέντε χιλιάδες (5.000) μετοχές της ανωτέρω εταιρείας αντί του συνολικού τιμήματος των 15.700.000 δραχμών. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι οι μετοχές θα μεταβιβάζονται κατά κυριότητα και νομή εις τους αγοραστές εκκαλούντες κατηγορουμένους και θα παρεδίδοντο εις αυτούς αμέσως μόλις εκείνοι, μετά την επιστροφή τους από την ... εις την ..., ζητούσαν αυτές από τον πωλητή-μηνυτή, υπό την κατοχή και φύλαξη του οποίου, κατά τη συμφωνία που ελέχθη, θα παρέμεναν προσωρινά υπό την ιδιότητά του πλέον ως απλού θεματοφύλακός των. Εις την ίδια δε ανωτέρω μήνυση οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και οι προαναφερθέντες ΑΑ και ΒΒ εξέθεσαν ότι, την 27η Νοεμβρίου 1998, μετά την ρευστοποίηση των παραδοθέντων από αυτούς εις τον μηνυτή Ψ μετοχών των της εταιρείας ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ και την κατάθεση από την εταιρεία ΑΚΤΙΒ Α.Ε.Π.Ε.Υ εις τον υπ αριθμ ... λογαριασμό τους εις το υποκατάστημα ... της Ιονικής Τράπεζας του χρηματικού ποσού των 16.800.000 δραχμών την 2α Δεκεμβρίου 1998 χάριν εξοφλήσεως του τιμήματος των αγορασθέντων από τους εκκαλούντες κατηγορουμένους μετοχών, ο πρώτος αυτών Χ1 εξέδωσε σε διαταγή του ΓΓ την υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 15.600.000 δραχμών πληρωτέα εις την Ιονικήν και Λαϊκήν Τράπεζαν Α.Ε. την οποία παρέδωσαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι εις τον ΓΓ εις την ... την ανωτέρω ημερομηνία ο τελευταίος δε ενεργών ως άμεσος εκπρόσωπος του μηνυτή Ψ εισέπραξε την επιταγή αυτή, κατά τις παραμονές δε των εορτών των Χριστουγέννων του έτους 1998 οι ανωτέρω εκκαλούντες κατηγορούμενοι ήλθαν εις την ... και ζήτησαν από τον μηνυτή τις από αυτόν πωληθείσες εις αυτούς μετοχές πλην όμως αυτός ούτε τότε ούτε κατά τις μεταγενέστερες μέχρι την 19η Σεπτεμβρίου 1999 επανειλημμένες οχλήσεις του από τους προαναφερθέντες εκκαλούντες κατηγορουμένους παρέδωσε εις αυτούς τις ανωτέρω μετοχές τις οποίες κατεκράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα. Περαιτέρω οι ανωτέρω τότε μηνυτές και νυν εκκαλούντες κατηγορούμενοι εξέθεσαν εις την προαναφερθείσα μήνυσή των ότι τις λεχθείσες μετοχές οι οποίες κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου 1999 εισήχθησαν εις το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ο μηνυτής Ψ εκποίησε-επώλησε κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Σεπτεμβρίου έως την 19η Σεπτεμβρίου 1999 και εισέπραξε άγνωστο χρηματικό ποσό από το οποίο απέδωσε εις αυτούς μόνο το χρηματικό ποσό των 15.700.000 δραχμών ακολούθως δε την 20η Σεπτεμβρίου 1999 αγόρασε και πάλι εις το όνομά των (ανωτέρω εκκαλούντων κατηγορουμένων) 10.000 μετοχές της εταιρείας αυτής αντί του χρηματικού ποσού των 10.750 δραχμών ανά μετοχή, με την παραπάνω δε και υπαίτια συμπεριφορά του ο μηνυτής ζημίωσε αυτούς (εκκαλούντες κατηγορουμένους) κατά το συνολικό ποσό των 85.050.000 δραχμών ήτοι κατά το ποσό των 42.525.000 δραχμών τον κάθε ένα ποσό το οποίο με βεβαιότητα θα κέρδιζαν από την αντί συνολικού ποσού 100.750.000 δραχμών (100.750.000-15.700.000 δραχμών) πώληση των μετοχών εις το χρηματιστήριο όπως είχαν σκοπό να πράξουν. Συνεπεία της ανωτέρω μήνυσης ασκήθηκε κατά τον μηνυτή Ψ ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο είχαν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο με τη ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας και της απιστίας κατ'εξακολούθηση. Ακολούθως οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9ης Ιανουαρίου 2001 και με αύξοντα Αριθμό Κατάθεσης 120437-10079/2000 αγωγή τους κατά των Ψ και ΓΓ που περιείχε τα ίδια πραγματικά γεγονότα με τα αναφερόμενα εις την ανωτέρω αναφερθείσα μήνυσή των. Με την αγωγή τους αυτή οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ζήτησαν όπως αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι Ψ και ΓΓ οφείλουν εις ολόκληρον ο καθένας το χρηματικό ποσό των 42.525.000 δραχμών σε κάθε ένα εξ αυτών ως αποζημίωση συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ανωτέρω εναγομένων συνισταμένης εις το ότι ο μεν πρώτος αυτών Ψ προέβη εις την εκποίηση των 10.000 μετοχών κυριότητάς των αντί συνολικού ποσού 100.750.000 δραχμών εκ των οποίων απέδωσε εις αυτούς μόνο το χρηματικό ποσό των 15.700.000 δραχμών παρακρατώντας με τον τρόπο αυτό το υπόλοιπο ποσό των 85.050.000 δραχμών ενώ ο δεύτερος αυτών ΓΓ παρέσχε άμεση συνδρομή εις τον πρώτο κατά την από αυτόν τέλεση της ανωτέρω πράξης της υπεξαίρεσης. Προσέτι ζήτησαν με την ανωτέρω αγωγή τους όπως αναγνωρισθεί ότι οι ανωτέρω εναγόμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος μηνυτής, οφείλουν ο καθένας εις ολόκληρον το χρηματικό ποσό των 1.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εις κάθε ένα από αυτούς (τότε ενάγοντες και νυν εκκαλούντες κατηγορουμένους). Κατά την συζήτηση της ανωτέρω αγωγής η οποία έλαβε χώρα την 27η Νοεμβρίου 2003 οι ενάγοντες νυν εκκαλούντες κατηγορούμενοι προς απόδειξη των ισχυρισμών των πρότειναν να εξετασθεί ο πρώτος αυτών Χ1 ως διάδικος. Ο Χ1 εξετάσθηκε ανωμοτί, κατέθεσε δε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου ότι ο ίδιος και η δεύτερη εκκαλούσα κατηγορουμένη συμφώνησαν με τον μηνυτή Ψ να αγοράσουν 10.000 μετοχές ότι το συνολικό τίμημα των 15.700.000 δραχμών για την αγορά των μετοχών αυτών έλαβε ο ΓΓ για λογαριασμό όμως του μηνυτή και για να το παραδώσει σε αυτόν και να φυλάει αυτός (μηνυτής) τις μετοχές, καθώς και ότι ουδέποτε ο ίδιος και η δεύτερη εκκαλούσα τότε ενάγοντες έλαβαν τις πωληθείσες επί αυτούς μετοχές. Περαιτέρω δε με τις κατατεθείσες προτάσεις των ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι τότε ενάγοντες και οι νυν εκκαλούντες προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν ως αποδεικτικό μέσο το από 28ης Δεκεμβρίου 1998 σημείωμα το οποίο υπογράφει ο ΓΓ και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ παρέλαβε μέσω του εκπροσώπου της στην ... ΓΓ το ποσό των 15.700.000 δραχμών για 10.000 αγορά μετοχών ΑΚΤΙΒ Επενδυτική", καθώς και την από 13-9-99 βεβαίωση που υπογράφει ο ΓΓ και έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Βεβαίωση Ο Υπογραφόμενος ΓΓ συνεργάτης της Εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ¨ αναλαμβάνω να παραδώσω στους Κους Χ1-Χ2-ΒΒ και ΑΑ μέχρι στις (ακολουθεί η ημερομηνία η οποία έχει διαγραφεί 19/9/1999). Δέκα Χιλιάδες Μετοχές της ΑΚΤΙΒ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ, των οποίων τα χρήματα έχουν κατατεθεί από τους δικαιούχους αγοραστές προ έτους περίπου (11-11-98) στην έδρα της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΠΕΥ, στο ... και επί της ... Ο ΒΕΒΑΙΩΝ 13/9/99 ΓΓ" Η κατάθεση δε του πρώτου των εκκαλούντων κατηγορουμένων ως διαδίκων δεν προέκυψε ότι ήτο αληθής, τα προσκομισθέντα δε ανωτέρω έγγραφα δεν προέκυψε ότι ήταν κατά το περιεχόμενό των αληθή. Τούτο δε προκύπτει από το γεγονός ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι δεν συμφώνησαν με τον μηνυτή Ψ για την από αυτόν αγορά 10.000 μετοχών της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ αλλά αντίθετα προέβηκαν εις τη σύναψη πώλησης με τον ΓΓ μέτοχο της ανωτέρω εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ ο οποίος ανέλαβε προσωπικώς την υποχρέωση να πωλήσει εις αυτούς 10.000 μετοχές της προαναφερθείσας εταιρείας από εκείνες τις οποίες κατείχε ο ίδιος. Ο ΓΓ όταν άρχισαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι να τον πιέζουν, ιδίως μετά την είσοδο της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ εις το χρηματιστήριο την 1η Σεπτεμβρίου 1999, υποχρεώθει να πωλήσει, την 29η Σεπτεμβρίου 1999, 10.000 μετοχές από τις 18.040 μετοχές τις οποίες κατείχε και τα χρήματα από την πώληση των μετοχών που ανήρχοντο εις 110.000.000 δραχμές να τα πιστώσει εξ ημισείας εις τους λογαριασμούς των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αυτοί δεν κατέβαλαν το τίμημα της αγοράς των μετοχών εις το ... όπου είναι η έδρα της εταιρείας ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ όπως συνάγεται από την προσκομισθείσα εις το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 13ης Σεπτεμβρίου 1999 βεβαίωση, αλλά εις την ... με την παράδοση της προαναφερθείσας επιταγής εις τον ΓΓ. Επομένως οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ουδεμία περιουσιακή βλάβη υπέστησαν όπως ισχυρίσθηκαν με την ανωτέρω αγωγή τους. Με βάση τα ανωτέρω εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 84/2004 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου σας το οποίο απέρριψε τις εφέσεις των εκκαλούντων κατηγορουμένων και του ΒΒ κατά του υπ' αριθμ. 4083/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών το οποίο απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του νυν μηνυτή Ψ για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί εις τον υπαίτιο με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας καθώς και για την πράξη της απιστίας κατ'εξακολούθηση για τις οποίες είχε ασκηθεί ποινική δίωξη κατ'αυτού κατόπιν της υπ αριθμ ΑΒΜ Γ 2000/1796 μήνυσης των εκκαλούντων κατηγορουμένων. Εις τις ίδιες διαπιστώσεις κατέληξε και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο με την υπ' αριθμ. 1693/2004 απόφασή του απέρριψε την πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή των εκκαλούντων-κατηγορουμένων ως κατ'ουσία αβάσιμη. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι ο πρώτος μάλιστα των οποίων εξετάσθηκε ανωμοτί ως διάδικος, επικαλέσθηκαν την κατάθεση αυτού γνωρίζοντας ότι αυτή είναι αναληθής προσέτι δε προσεκόμισαν μετ'επικλήσεως τα προαναφερθέντα έγγραφα εν γνώσει του αναληθούς περιεχομένου τους αποσκοπούντες εις την εξαπάτηση των δικαστών και την από αυτούς έκδοση απόφασης με την οποία να επιδικάζονται τα ποσά που αξίωσαν με την αγωγή τους προκειμένου να αποκομίσει ο κάθε ένας εξ αυτών παράνομα περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ ανερχόμενο εις 43.525.000 δραχμές ήδη 127.359,18 ευρώ και συνολικά 86.050.000 δραχμές ήδη 252.531,18 ευρώ με ισόποση περιουσιακή βλάβη του μηνυτή Ψ. Οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι αρνούνται την ανωτέρω πράξη η οποία τους αποδίδεται. Εις τα υπομνήματά των τα οποία έχουν ενσωματώσει εις τις εκθέσεις εφέσεών των ισχυρίζονται ότι τόσο εις την υπ' αριθμ. ΑΒΜ Γ 2000/1796 μήνυσή των όσο και την από 9ης Ιανουαρίου 2001 αγωγή τους κατά των Ψ και ΓΓ διέλαβαν συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι κατά την ακράδαντη πεποίθησή των υπήρξαν και είναι απολύτως αληθείς το γεγονός δε ότι δεν πέτυχαν να επικρατήσουν οι ισχυρισμοί αυτοί σε αστικό και ποινικό επίπεδο δεν συνεπάγεται ούτε δολιότητα τούτων των ισχυρισμών αλλά ούτε και την αντικειμενική αναλήθειά τους το γεγονός δε αυτό βεβαιώθηκε δια της έκδοσης της υπ' αριθμ. 32414 και 32897/2008 απαλλακτικής γι'αυτούς αποφάσεως του ΣΤ Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη αμετάκλητος. Με την απόφαση αυτή, την οποία όμως δεν προσκομίζουν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, ισχυρίζονται ότι γίνεται δεκτό περί τον Νοέμβριο του έτους 1998 κατόπιν σύστασης του ΓΓ επισκέφθηκαν τον μηνυτή Ψ εις την έδρα της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρείας εις το ... και παρουσία του ΓΓ που συμμετείχε εις την συνάντηση αυτή ων συνεργάτης της ανωτέρω εταιρείας, συμφώνησαν να παραδώσουν εις τον μηνυτή προς διαχείριση 31.180 μετοχές της ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ που διέθεταν ανέλαβε δε ο μηνυτής να τις ρευστοποιήσει αντί του ποσού των 100.000.000 δραχμών, περίπου ποσό δε 16.800.000 να τους επιστρέψει, παρουσία δε του ΓΓ, ο μηνυτής τους πρότεινε να αγοράσουν με το υπόλοιπο της ρευστοποιήσεως ποσό 10.000 μετοχές της εταιρείας "ΑΚΤΙΒ ΑΕΕΧ" αυτοί δε συμφώνησαν και κατέβαλαν το χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών για την αγορά των ανωτέρω μετοχών εις τον ΓΓ που εγνώριζαν ως εκπρόσωπο του μηνυτή, εις την ..., προς τον οποίο ο πρώτος παρέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας ζήτησαν δε και έλαβαν από αυτόν το με ημερομηνία 28-12-1998 πρόχειρο σημείωμα που υπέγραψε ο ίδιος εις τον οποίο ανέφερε επί λέξει "Η ACTIVE ΑΕΠΕΥ παρέλαβε μέσω του εκπροσώπου της στην ... του ΓΓ το ποσό των 15.700.000 δραχμών για αγορά 10.000 μετοχών ACTIVE Επενδυτική", όταν πληροφορήθηκαν ότι η εταιρεία αυτή είχε εισέλθει εις το Χρηματιστήριο όχλησαν τον νόμιμο εκπρόσωπό της και ακολούθως τον ΓΓ προκειμένου να λάβουν τις μη παραδοθείσες εις αυτούς ανωτέρω μετοχές και τότε ο ΓΓ τους χορήγησε βεβαίωση με το ακόλουθο περιεχόμενο "Ο υπογραφόμενος ΓΓ συνεργάτης της εταιρείας ACTIVE ΑΕΠΕΥ, αναλαμβάνω να παραδώσω στους κους Χ1-Χ2-ΒΒ και ΑΑ μέχρι τις 13-9-1999 10.000 μετοχές της ACTIV ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ των οποίων τα χρήματα έχουν κατατεθεί από τους δικαιούχους αγοραστές προ έτους περίπου (11-11-1998) στην έδρα της ACTIV ΑΕΠΕΥ στο ... και επί της ... Ο βεβαιών ΓΓ" παρά δε το γεγονός ότι έλαβαν (οι εκκαλούντες) το χρηματικό ποσό των 100.750.000 δραχμών για τις 10.000 μετοχές από τον ΓΓ ο οποίος είχε αναλάβει την υποχρέωση για τη μεταβίβαση των μετοχών αυτών και ο οποίος κατείχε μετοχές της εταιρείας ACTIV ΑΕΕΧ και εισέπραξε την επιταγή των 15.700.000 δραχμών το οποίο όμως δεν προέκυψε ότι απέδωσε εις τον Ψ, οι εκκελούντες πίστευαν ότι είχαν αγοράσει τις 10.000 μετοχές από την εταιρεία που εκπροσωπούσε ο ανωτέρω Ψ δια του εκπροσώπου του ΓΓ και ότι ο θεματοφύλακας των μετοχών αυτών ήταν ο Ψ. Περαιτέρω εις τα ανωτέρω υπόμνηματά των οι εκκαλούντες εκθέτουν ότι ουδέν ψευδές πλαστό ή παράνομο αποδεικτικό έγγραφο προσκομίσθηκε εκ μέρους των ούτε έγγραφο με αναληθές περιεχόμενο, τα όσα διελήφθησαν δε εις την ανωτέρω αγωγή των υπήρξαν κατά την πεποίθησή των απολύτως αληθή, δια της άσκησης δε της αγωγής αυτής ζήτησαν νομίμως δικαστική προστασία και πρόβαλαν ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου το συγκεκριμένο αληθές ιστορικό των, με τον Ψ και τον ΓΓ, σχέσεων προσκομίζοντες το σύνολο των εβρισκομένων εις την κατοχή των επισήμων και γνησίων εγγράφων στοιχείων. Το γεγονός δε ότι δεν κατόρθωσαν να εξηγήσουν τα όσα παρατέθηκαν ως ιστορική βάση της κατά τον μηνυτή και του ΓΓ αγωγή τους και ως εκ τούτου εν τέλει επεκράτησαν οι αμυντικοί και υπερασπιστικοί ισχυρισμοί του μηνυτή δεν συνάγεται ότι οι αγωγικοί ισχυρισμοί των υπήρξαν αναληθείς και ούτε ότι τα από αυτούς προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα ήταν νοθευμένα ή κατά οποιονδήποτε τρόπο ψευδή και παραπλανητικά. Ενόψει όμως των προεκτεθέντων οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εκκαλούντων δεν είναι κατά τη γνώμη μας βάσιμοι. Από την εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις προς στήριξη κατηγορίας σε βάρος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για την πράξη της απόπειρας απάτης από κοινού ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία απειλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ, η οποία τους αποδίδεται. Συμπληρωματικά δε προς όσα αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση πρέπει να σημειωθεί ότι το δεδικασμένο από την αμετάκλητη υπ' αριθ. 32414, 32897/2008 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών δεν έχει ως συνέπεια την αναίρεση και αποδυνάμωση της παρούσας κατηγορίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι. Τούτο δε διότι βάση της τελευταίας αποδιδόμενης στους εκκαλούντες-κατηγορουμένους (κατηγορίας) για απόπειρα απάτης από κοινού ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία απειλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ αποτελούν οι περιεχόμενοι στην ως άνω αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ( υπ' αριθ. 2279/216/10-1-2001 ) καθώς και τη μήνυση με αριθ. ΑΒΜ Γ 200/1976 ψευδείς ισχυρισμοί αυτών (κατηγορουμένων), που υποστηρίζονταν με την επίκληση και προσαγωγή των παραπάνω αναληθών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών μέσων, με σκοπό την παραπλάνηση των δικαστών που έκριναν επ' αυτών και αντικείμενο την επιδίωξη εκ μέρους τους παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας του εγκαλούντος. Επομένως, ανεξαρτήτως της αθωώσεως των εκκαλούντων-κατηγορουμένων για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και ψευδή ανώμοτη κατάθεση μετά από μήνυση του αυτού εγκαλούντος Ψ, παρούσα περίπτωση η απόπειρα απάτης ενώπιον Δικαστηρίου έχει διαφορετικό αντικείμενο και περιεχόμενο και ως εκ τούτου δεν ασκεί έννομη επιρροή η πιο πάνω αθωωτική απόφαση στην εν λόγω υπόθεση. Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι στην ως άνω αθωωτική απόφαση μνημονεύεται ότι οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι λόγω της έλλειψης του αμέσου δόλου που απαιτείται για τη θεμελίωση των προαναφερόμενων αδικημάτων (... χωρίς να έχουν τη γνώση ότι το περιεχόμενο της έγκλησης ήταν αναληθές ... είχαν την πεποίθηση ... Το δικαιολογημένο των καταγγελιών και αιτιάσεων τους ...). Αντίθετα, στην παρούσα περίπτωση προέκυψε ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της απόπειρας απάτης από κοινού ενώπιον Δικαστηρίου από την οποία απειλήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα γνώση εκ μέρους των εκκαλούντων-κατηγορουμένων των συστατικών περιστατικών της πράξεως και βούληση της παραγωγής τους. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν κατ' ουσίαν οι υπό κρίση υπ' αριθ. 396 και 397/9-9-2008 εφέσεις των κατηγορουμένων Χ1 και Χ2, κατοίκων ..., κατά του υπ' αριθ. 1957/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να διαταχθεί η περαιτέρω εκτέλεση του, αφού προηγουμένως γίνουν στο αιτιολογικό και το διατακτικό αυτού οι αναφερόμενες στο διατακτικό του παρόντος τροποποιήσεις. Επιπλέον, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους 220 ευρώ σε βάρος των ως άνω εκκαλούντων-κατηγορουμένων (αρθρ. 583 παρ.1 ΚΠοινΔ). IV.Από τ'ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, διέλαβε την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία αναλύει τα στοιχεία της ανάκρισης, τα οποία συγκροτούν το έγκλημα για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμπονται στο ακροατήριο. Κατά συνέπεια ο πρώτος των προβαλλομένων αναιρετικών λόγων της έλλειψης αιτιολογίας είναι ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Όμως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι την 1/4/2009 υπέβαλαν προς το Συμβούλιο Εφετών υπόμνημα με το οποίο εκτός των άλλων ζητούσαν την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Συμβουλίου προκειμένου να δώσουν διευκρινήσεις για τη σε βάρος τους κατηγορία και ότι το Συμβούλιο δεν απήντησε επί της αιτήσεώς τους αυτής. Πράγματι από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι πριν την έκδοση του προσβαλλομένου βουλεύματος την 1/4/09 οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν προς αυτό υπόμνημα με το οποίο ζήτησαν σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠΔ να εμφανισθούν στο Συμβούλιο κατά την συζήτηση των εφέσεών τους για την παροχή διασαφήσεων. Στο προσβαλλόμενο βούλευμα όμως δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό με το αίτημα αυτό, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του 309 παρ.2 ΚΠΔ, που είναι διάταξη που καθορίζει την εμφάνιση, υπεράσπιση και την άσκηση δικαιώματος των κατηγορουμένων (171 παρ. 1,2 δ' ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί το παραπάνω βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που μετείχαν σ'αυτό προηγουμένως. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Ι) Να γίνουν δεκτές οι με αριθμούς 127/09 και 128/09 αντίστοιχα αιτήσεις αναιρέσεως του α) Χ1 και β) Χ2 κατά του με αριθμό 947/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. ΙΙ) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό. και ΙΙΙ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση, στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που έκριναν προηγουμένως. Αθήνα 14/10/2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΠΑΝΤΕΛΗΣ" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
  2. Οι 127 και 128/10-6-2009 αιτήσεις (εκθέσεις) αναιρέσεως των Χ1 και Χ2, αντιστοίχως, στρέφονται κατά του αυτού Βουλεύματος 947/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκαν, ως αβάσιμες, οι εφέσεις τους, κατά του 1957/2008 Βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν ως υπαίτιοι της πράξεως της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, από κοινού, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε και το αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 € (άρθρα 42, 45, και 386 παρ. 1β' και 3 β' ΠΚ). Οι αναιρέσεις ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (474 παρ 1, 2, 473 παρ. 1 ΚΠΔ) από πρόσωπα που δικαιούνται σε τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση (482 παρ. 1 α ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της προδήλου μεταξύ τους συναφείας, να γίνουν τυπικά δεκτές.
  3. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 309 παρ. 2 και 318 εδ. α του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, το συμβούλιο Εφετών, αν υποβληθεί σ' αυτό σχετική αίτηση του κατηγορουμένου, είναι υποχρεωμένο να διατάξει την ενώπιόν του εμφάνιση του αιτούντος, καθώς και των λοιπών διαδίκων, προς παροχή οποιασδήποτε διευκρινίσεως που αφορά την υπόθεση, μπορεί δε να απορρίψει την αίτηση, μόνο αν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, οι οποίοι πρέπει ειδικώς να αναφέρονται στο βούλευμα. Η αίτηση υποβάλλεται με οποιοδήποτε διαδικαστικό έγγραφο απευθυνόμενο προς το δικαστικό συμβούλιο, όπως είναι και το υπόμνημα επί των λόγω της εφέσεως, χρονικά πριν από την κατάρτιση ή την υποβολή της προτάσεως στο Συμβούλιο ή τουλάχιστον πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου και την ανάπτυξη της εισαγγελικής προτάσεως. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που ανήκουν σ' αυτόν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 α' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, μετά την υποβολή της από 20-3-2009 προτάσεως του Εισαγγελέως στο Συμβούλιο Εφετών, της οποίας και έλαβαν γνώση, υπέβαλαν προς το Συμβούλιο, δια του Εισαγγελέως, το από 1-4-2009 υπόμνημα, προς υποστήριξη των λόγων των εφέσεων τους και αντίκρουση της εισαγγελικής προτάσεως. Με το αυτό υπόμνημα υπέβαλαν και αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης τους στο Συμβούλιο, προκειμένου να παράσχουν διευκρινήσεις και εξηγήσεις επί των ζητημάτων που διεξοδικά με τις εφέσεις είχαν θέσει και με το υπόμνημα είχαν αναπτύξει (βλ. σελ. 8 αριθ. 7). Κατά την συζήτηση της υποθέσεως στο Συμβούλιο στις 5-5-2009, όταν και αναπτύχθηκε η πρόταση από τον Εισαγγελέα, δεν υποβλήθηκε συμπληρωματική πρόταση του Εισαγγελέως επί του ανωτέρω, παραδεκτώς, κατά τα προλεχθέντα, υποβληθέντος αιτήματος. Το αίτημα αυτό των κατηγορουμένων, το Συμβούλιο Εφετών, μη υπαρχούσης και προτάσεως του Εισαγγελέως, απέρριψε σιωπηρώς και με παραδεκτή καθολική αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, αλλά και ίδιες σκέψεις, αποφάνθηκε επί της κατηγορίας που τους βάρυνε και απέρριψε τις εφέσεις τους. Έτσι, επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τις ανωτέρω διατάξεις. Κατ ακολουθία τούτων, ο έκτος λόγος των αναιρέσεων, της απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' ΚΠΔ (484 παρ. 1 α του ίδιου Κώδικα), είναι βάσιμος. Επομένως, ο ως άνω λόγος των αιτήσεων, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών λόγων των αναιρέσεων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 947/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου
  4. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.