Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2431 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Απιστία. Περίληψη: Έφεση εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως τέτοιας εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο και να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Απορρίπτεται ο περί υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την οποία κρίθηκε παραδεκτή, ως περιέχουσα την αξιούμενη αιτιολογία, έφεση του εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως. Απιστία και άμεση σ’ αυτήν συνέργεια. Στοιχεία. Η ζημιογόνος πράξη του διαχειριστή της ξένης περιουσίας πρέπει να είναι εξωτερική και συγχρόνως δικαιοπρακτική. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για απιστία του αναιρεσείοντος, ο οποίος ως εκκαθαριστής λυθείσης ομόρρυθμης εταιρείας, διορισθείς με δικαστική απόφαση, πώλησε ακίνητο της εταιρείας με τίμημα κάτω της πραγματικής αξίας. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη για άμεση στην άνω απιστία συνεργεία του αντισυμβληθέντος αγοραστή στην ανωτέρω σύμβαση πωλήσεως. Ο άμεσος συνεργός του αυτουργού απιστίας διαχειριστή, μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη, αν δεν έχει και αυτός την ιδιότητα του διαχειριστή. Αριθμός 2431/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μυλωνόπουλο και 2) Ζ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπατσώρη, περί αναιρέσεως της 592-593/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την υπό εκκαθάριση εταιρεία με την επωνυμία ".... ΟΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη από τους νομίμως διορισθέντες συνεκκαθαριστές ... και ...., κατοίκους ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.8.2007 και 30.8.2007 αιτήσεις τους αναιρέσεως και στο από 19.10.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων του πρώτου αναιρεσείοντος, που καταχωρίστηαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1505/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Συνεκδικάζονται ως συναφείς, στρεφόμενες κατά της αυτής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (υπ' αριθ. 592-593/2007), οι αιτήσεις αναιρέσεως από 6.8.2007 του Χ και από 30.8.2007 του Ζ, όπως η πρώτη έχει διαμορφωθεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες, δια του από 19.10.2007 δικογράφου, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, ορίζει ότι "η άσκηση εφέσεως από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη των λόγων της, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υποθέσεως, καταλήγει στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 2578/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν αθώοι, εκτός άλλων, και οι ήδη αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, για τις πράξεις της απιστίας ο Ζ και της ηθικής σ' αυτήν αυτουργίας ο Χ. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως και κατά το μέρος της που αφορά στους ανωτέρω κατηγορουμένους άσκησε έφεση ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, την οποία δέχθηκε τυπικώς το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, το οποίο στη συνέχεια, αφού εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον μεν Ζ απόπειρας απιστίας, τον δε Χ άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απιστίας του Ζ και επέβαλε σ' αυτούς ποινές φυλακίσεως ενός έτους, ανασταλείσα, στον Ζ και 18 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική, στον Χ. Στην έκθεση που συντάχθηκε για την ανωτέρω έφεση από τον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό εκθέσεως 13/13.7.2005, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του προβαλλομένου και με τις δύο αιτήσεις λόγου αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, αναφέρεται ότι ο εν λόγω Εισαγγελέας ασκεί έφεση "καθόσον το Δικαστήριο έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ κατ' ορθή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού έπρεπε να κηρύξει ενόχους τους παραπάνω κατηγορουμένους των προαναφερομένων πράξεων. Ειδικότερα, από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και ιδίως από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ...., ..., ...., ...., Λ και Κ, σε συνδυασμό με τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αποδείχθηκε σε βαθμό δικανικής πεποιθήσεως ότι ο Ζ, δικηγόρος ...., ενώ ήταν εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση, λόγω πτωχεύσεως των μελών εταιρείας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", δυνάμει της υπ' αριθ. 57/ΕΜ/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέρροιας, έχοντας την επιμέλεια και διαχείριση της υπό εκκαθάριση εταιρείας, με γνώση ζημίωσε την περιουσία αυτής και συγκεκριμένα μεταβίβασε με το υπ' αριθ. 390/20-1-2000 προσύμφωνο πώλησης της συμβολαιογράφου Όλγας Γιαμά (Βέρροιας) ποσοστό 29, 946/256 ακινήτου της εταιρείας εκτάσεως αρχικής 23,394 τ.μ. που βρίσκεται στην "..." της ... και με την υπ' αριθ. 413/4-2-2000 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου ποσοστό 113/256 του ακινήτου της στην ίδια περιοχή εκτάσεως 9.795,31 τ.μ. έναντι των αναγραφομένων ποσών 30.000.000 και 15.839.000 δρχ. αντίστοιχα στην Α.Ε. Κονσερβοποιία Βέρροιας Εισαγωγές - Εξαγωγές με διακριτικό τίτλο KONVERI, με αντέγγραφο δε το πραγματικό τίμημα του ακινήτου υπερέβαινε τις 240.000 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι το συνολικό τίμημα ξεπερνούσε το 1.000.000.000 δρχ. ζημιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο της περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας κατά 450.000.000 δρχ. ο δε Χ ως Πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και εκπρόσωπος της αγοράστριας Α.Ε. συνέπραξε στην κατάρτιση των δύο προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων και στην συνέχεια προέβη με αυτοσύμβαση στην σύνταξη των υπ' αριθ. 453/28-2-2000 και 454/28-2-2000 συμβολαίων της ιδίας συμβολαιογράφου, με τα οποία η KONVERI απέκτησε κυριότητα των παραπάνω ποσοστών επί των εν λόγω ακινήτων. Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε ότι ενεργώντας έτσι οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι προξενούσαν ζημία μισού δισεκατομμυρίου δρχ. στην υπό εκκαθάριση Ο. Ε. και ήθελαν να προξενήσουν αυτήν την ζημία. Συνεπώς η συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου (Ζ) στοιχειοθετεί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πλημμελήματος της απιστίας (αρθρ. 390 Π.Κ., όπως ίσχυε πριν από τον ν. 3242/2004), η δε συμπεριφορά του δευτέρου κατηγορουμένου (Χ) συνιστά άμεση συνδρομή στον πρώτο κατά την διάρκεια της πράξης δηλαδή άμεση συνέργεια σε απιστία κατά την έννοια των άρθρων 46 παρ. 1β, 390 Π.Κ. Συνακόλουθα πρέπει το Πενταμελές Εφετείο, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την παρούσα έφεση, να κηρύξει τους δύο κατηγορουμένους ενόχους κατά τα ήδη εκτεθέντα και να επιβάλλει σ' αυτούς την ανάλογη ποινή". Έτσι όπως διατυπώθηκε η έφεση αυτή, ενόψει και του λόγου απαλλαγής των κατηγορουμένων με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε ότι ο εκκαθαριστής της εταιρείας κατηγορούμενος Ζ δεν αποδείχθηκε ότι ενήργησε υπό την πίεση των ανθρώπων της KONVERI και με πρόθεση να βλάψει την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλομένου λόγου της, αφού εκτίθεται σ'αυτήν η συγκεκριμένη περί την εκτίμηση των αποδείξεων πλημμέλεια της εκκαλούμενης αθωωτικής αποφάσεως και προσδιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά τον εκκαλούντα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα και στην απαλλαγή των κατηγορουμένων. Επομένως, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσίαν έρευνάς της, δεν υπερέβη την εξουσία του, οι δε περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, πρώτος της αιτήσεως του Ζ και δεύτερος της αιτήσεως του Χ, όπως διαμορφώθηκε ο τελευταίος με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, πρόσθετο λόγο, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 390 Π.Κ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση, με το άρθρο 36 παρ. 2 Ν. 2172/1993, της περιεχόμενης αρχικώς σ' αυτό λέξεως "πρόθεση" με τη λέξη "γνώση" και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 15 Ν. 3242/2004, "όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) τιμωρείται με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή, που προβλέπει το έγκλημα της απιστίας, προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω εγκλήματος είναι η παρά του υπαιτίου, χωρίς σκοπό νοσφισμού, κατά την επιμέλεια ή διαχείριση ξένης περιουσίας που του έχει ανατεθεί από το νόμο ή με δικαιοπραξία, εν γνώσει επαγωγή ζημίας στην περιουσία αυτή, δια καταχρήσεως της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, με ενέργεια εξωτερική. Τέτοια ενέργεια είναι και η πώληση από τον εκκαθαριστή λυθείσης ομόρρυθμης εταιρείας ακινήτου της εταιρείας με τίμημα κάτω της πραγματικής του αξίας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων κλπ., βλάβη δε (ζημία) της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεώς της από τον δράστη και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεση αυτής. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η απλή συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού απαιτείται άμεσος δόλος. Δράστης, επομένως, είναι εκείνος ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος είτε επιδιώκει, είτε προβλέπει τουλάχιστον ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του την πρόκληση ζημίας στην υπό διαχείριση ξένη περιουσία και αποδέχεται ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 46 παρ. 1 περ. β' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια της άδικης πράξεως που διέπραξε και στην εκτέλεση της πράξεως αυτής, κατά δε το άρθρο 49 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπου ο νόμος, για να είναι μία πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ. 1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)' αν όμως υπάρχουν μόνο σ' αυτούς που είναι συμμέτοχοι κατά τα άρθρα 46 παρ. 1 και 47, τότε οι τελευταίοι τιμωρούνται ως αυτουργοί και ο δράστης ως συνεργός. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας απαιτείται δόλος του άμεσου συνεργού, που έγκειται στην ηθελημένη παροχή συνδρομής στον δράστη κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση άδικης πράξεως και στη γνώση ότι παρέχει αυτήν στην εκτέλεση άδικης πράξεως, ο άμεσος δε συνεργός του αυτουργού απιστίας διαχειριστή μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή ελαττωμένη αν δεν έχει και αυτός την ιδιότητα του διαχειριστή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά, η μη αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους και η μη αναφορά από ποιό αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα: "Οι αδελφοί Κ και Λ κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, από άλλη εμπορική τους δραστηριότητα, που προκλήθηκε κατ' έτος 1995 και έτσι, ακολούθησε η λύση της ομόρρυθμης εταιρείας ".... Ο. Ε.", της οποίας ήταν ομόρρυθμα μέλη. Ακολούθησε το στάδιο της εκκαθαρίσεως και με την υπ' αριθ. 57/ΕΜ/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βερροίας, διορίσθηκε εκκαθαριστής της ο πρώτος κατηγορούμενος και δικηγόρος Πρωτοδικείου Βερροίας. Ο τελευταίος, που επιλέχθηκε ύστερα από πρόταση του μάρτυρα και τότε δικηγόρου των ομορρύθμων εταίρων της Ψ, πληροφορήθηκε ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της υπό εκκαθάριση εταιρίας ήταν το μεγάλης οικονομικής αξίας αστικό ακίνητο που βρίσκεται στην περιοχή .... και ήταν γνωστό με την ονομασία "....", στο οποίο η εταιρία αυτή ήταν συγκυρία με άλλα φυσικά πρόσωπα στα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσης. Η οριστική τιμή μονάδας του ακινήτου αυτού, που από πολλών ετών βρισκόταν σε διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτριώσεως καθορίσθηκε δικαστικώς στο ποσό των 210.000 δρχ. ανά τ.μ. και περί τα τέλη του έτους 1999 υπήρχαν πολιτικές διαβεβαιώσεις για το ότι τελικά, το Ελληνικό Δημόσιο θα πλήρωνε στους ιδιοκτήτες αποζημιώσεις ύψους 240.000 δρχ. ανά τ.μ. Οι πολιτικές αυτές διαβεβαιώσεις ακολούθησαν τις σοβαρές εξαγγελίες στα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης, του τότε Πρωθυπουργού της Χώρας ... και οι διαβεβαιώσεις αυτές έλαβαν σάρκα και οστά κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 2000, όταν υλοποιήθηκε από το Δημόσιο η εκταμίευση της αποζημιώσεως, το ύψος της οποίας ανήλθε στο συνολικό ποσό του 1.200.000 ευρώ. Ωστόσο, όμως, όλως αιφνιδίως και εν αγνοία πολλών ενδιαφερομένων και κυρίως των ομορρύθμων εταίρων Κ και Λ της συνιδιοκτήτριας Ο.Ε. της πιο πάνω εδαφικής εκτάσεως, αποκαλύφθηκε τελικά, ότι προηγήθηκε προσύμφωνο πωλήσεως (υπ' αριθ. 390/20-1-2000 της συμβολαιογράφου Βερροίας Όλγας Γιαμά) και ακολούθησε η υπ' αριθ. 413/4-2-2000 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου, προκειμένου το εξ αδιαιρέτου ποσοστό της υπό εκκαθάριση εταιρείας να μεταβιβασθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο, που ενεργούσε με την ιδιότητα του εκκαθαριστή της πιο πάνω Ο.Ε., στην Α.Ε. και με την επωνυμία "Κονσερβοποιΐα Βέρροιας Εισαγωγές-Εξαγωγές με τον διακριτικό τίτλο KONVERI" έναντι εμφανούς τιμήματος 45.839.000 δρχ. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι επίκειται η καταβολή της αποζημιώσεως που ήταν αναγκαία για την ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεως και ότι το ποσό της ήταν υπερδιπλάσιο εκείνου, που συμφώνησε να λάβει ως τίμημα από την πώληση που επεχείρησε να πραγματοποιήσει. Γνώρισε επομένως και ότι έτσι θα επέλθει ζημία κατά το αντίστοιχο χρηματικό ποσό στην Ο.Ε., της οποίας ήταν εκκαθαριστής και συνεκδοχικά στους αδελφούς Κ & Λ, οι οποίοι τελούσαν εν αγνοία των ενεργειών του πρώτου των κατηγορουμένων. Το γεγονός δε αυτό γνώριζε και ο δεύτερος των κατηγορουμένων, ο οποίος έσπευσε να συμβληθεί στα προηγούμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα, με γνώση ότι ζημιώνει την πιο πάνω Ο.Ε. και τα προαναφερόμενα ομόρρυθμα μέλη της. Συνεπώς και σύμφωνα με τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, δεν επήλθε τελικά η ζημία στην υπό εκκαθάριση εταιρία και τους εταίρους της, για τον λόγο ότι δεν επακολούθησε και η καταβολή της αποζημιώσεως, λόγω της δικαστικής εμπλοκής της υποθέσεως. Ωστόσο όμως, υπάρχει αρχή εκτελέσεως πράξεως (αδικήματος) της απιστίας, το οποίο αποπειράθηκε να τελέσει ο πρώτος κατηγορούμενος με την άμεση συνδρομή του δευτέρου από αυτούς, το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε, για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεως των κατηγορουμένων και ειδικότερα, διότι από τις διαμαρτυρίες των ενδιαφερομένων απετράπη η καταβολή της αποζημιώσεως, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κονσερβοποιία Βέρροιας Εισαγωγές - Εξαγωγές με τον διακριτικό τίτλο KONVERI" και η αντίστοιχη προς την διαφορά του μεταξύ τιμήματος και αποζημιώσεως ποσού ζημία της Ο.Ε. και των ομορρύθμων μελών της. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο δόλος του πρώτου κατηγορουμένου να προκαλέσει ζημία στους παθόντες, αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και του μάρτυρα ...., που ενημέρωσε επανειλημμένα τον πρώτο κατηγορούμενο, για τις προσπάθειές του να αυξηθεί η τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως και για το γεγονός ότι επίκειται η ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεώς του. Ο δόλος δε του πρώτου κατηγορουμένου ενισχύεται και από τα επόμενα σοβαρά και αναμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα: α) ότι αν και επρόκειτο για την πώληση μεγάλης οικονομικής αξίας ακινήτου, η κατάρτιση των αναγκαίων για την μεταβίβασή του συμβολαιογραφικών συμβάσεων, έγινε με πλήρη μυστικότητα και εν αγνοία των αδελφών Κ & Λ, για το συμφέρον των οποίων υποτίθεται ότι ενεργούσε ο πρώτος κατηγορούμενος, στους οποίους κατά τον λόγο της εταιρικής τους μερίδος θα περιερχόταν τελικά ό,τι θα απέμενε μετά την εξόφληση των προς τρίτους χρεών τους (Α.Κ. 782). Το γεγονός άλλωστε ότι αρκετούς μήνες πριν, που υπερβαίνουν το εξάμηνο, οι προσωπικές σχέσεις του τελευταίου με τους αδελφούς Κ & Λ δεν ήταν ούτε ομαλές, ούτε εγκάρδιες, το παραδέχθηκε και ο ίδιος στην απολογία του β) ότι ενώ ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος μερίμνησε για τον εξοπλισμό του με αντέγγραφα, για την απόδειξη του εκτός συμβολαίου τεραστίου μέρους του τιμήματος, δεν επικαλέσθηκε κανένα έγγραφο που να διασφαλίζει και την θέση των αδελφών Κ & Λ και να αποδεικνύει την γνώση της πωλήσεως που θα επακολουθούσε. Πιο συγκεκριμένα, αν οι τελευταίοι γνώριζαν ότι πρόκειται να πουληθεί το ακίνητο τους θα φρόντιζαν για λόγους στοιχειώδους προνοίας με κάποιο έγγραφο, να εξασφαλίσουν στοιχειωδώς την δυνατότητα αποδείξεως αυτών που απετέλεσαν την βάση της ιδιαίτερης συμφωνίας τους, με τον πρώτο κατηγορούμενο, για την περίπτωση αθετήσεως των συμφωνηθέντων και γ) ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας με μεγάλη μυστικότητα, απέφυγε κάθε δημοσιότητα με ανακοινώσεις δια μέσου του ημερησίου και εβδομαδιαίου τύπου, προκειμένου να προκληθεί αγοραστικό ενδιαφέρον από ευρύτερο κοινό και η επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος. Τέλος δε, η γνώση του δευτέρου κατηγορουμένου για την πρόθεση του πρώτου και η απόφαση του να παράσχει άμεση συνδρομή, κατά την εκτέλεση της κυρίας πράξεως, με την συνυπογραφή των προαναφερομένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, ενισχύεται πλην άλλων και από το γεγονός ότι δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της αγοράστριας εταιρίας ήταν ο Ψ, άλλοτε δικηγόρος των ομορρύθμων εταίρων της υπό εκκαθάριση εταιρίας Κ και Λ. Έτσι, ο δεύτερος κατηγορούμενος, λόγω και της ιδιαίτερης σχέσεως μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του Ψ πληροφορήθηκε και γνώριζε ότι επίκειται η ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεως με την καταβολή υπερδιπλασίου ποσού αποζημιώσεως από εκείνο που συμφώνησαν ως καταβλητέο τίμημα αγοράς από την εταιρεία του, γι' αυτό άλλωστε και έσπευσε να ενσωματώσει στην περιουσία της εταιρείας αυτής το συγκεκριμένο ακίνητο. Σύμφωνα με όσα γίνονται πιο πάνω δεκτά, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων που αναφέρονται στο διατακτικό .......... και συγκεκριμένα της απόπειρας απιστίας ο πρώτος και ο δεύτερος της άμεσης συνδρομής στην πράξη που αποπειράθηκε να τελέσει ο πρώτος". Ακολούθως, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες απόπειρας απιστίας τον Ζ, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, και άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απιστίας αυτή του Χ και συγκεκριμένα Α) τον Ζ διότι "Στη ... την 20-1-2000 και 4-2-2000 με γνώση αποπειράθηκε να ζημιώσει την περιουσία άλλου της οποίας βάσει του νόμου είχε την επιμέλεια ή διαχείριση και ειδικότερα ενώ ήταν εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση λόγω πτώχευση(ς) των ομορρύθμων μελών εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε", δυνάμει της υπ' αριθμ. 57/ΕΜ/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας και είχε την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της υπό εκκαθάριση εταιρίας με γνώση αποπειράθηκε να ζημιώσει την περιουσία αυτής. Ειδικότερα με το υπ' αριθμ. 390/20-1-2000 προσύμφωνο πώλησης της συμβολαιογράφου Βέροιας Όλγας Γιαμά υποσχέθηκε τη μεταβίβαση ποσοστού 29,946/256 ενός ακινήτου της υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας εκτάσεως αρχικής 23.394 τ.μ. που βρίσκεται στην .... της ..... και με την 413/4.2.2000 πράξη εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της ίδιας συμβολαιογράφου ποσοστό 113/255 ενός άλλου ακινήτου στην ίδια περιοχή εκτάσεως 9.795,31 έναντι των αναγραφομένων ποσών 30.000.000 και 15.839.000 δρχ. αντίστοιχα στην ΑΕ Κονσερβοποιία Βέροιας εισαγωγές -εξαγωγές με διακριτικό τίτλο KONVERΙ και με αντέγγραφο το πραγματικό τίμημα ανήλθε στα 550.000.000 δρχ. αν και γνώριζε ότι το ύψος της αγοραίας αξίας των ακινήτων ξεπερνούσαν τις 240.000 δρχ. ανά τετραγωνικό μέτρο ήτοι το συνολικό τίμημα ξεπερνούσε το 1.000.000.000 δρχ. και ότι η ζημία που θα επερχόταν στην υπό εκκαθάριση Ο.Ε. και τους ομορρύθμους εταίρους της, θα ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 450.000.000 δρχ. Πλην όμως απέτυχε να ολοκληρώσει την πράξη του, από λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του, και ειδικότερα διότι απετράπη η καταβολή του ποσού της αποζημιώσεως, λόγω της δικαστικής εμπλοκής της υποθέσεως". Και Β) τον Χ διότι "Στον προαναφερθέντα τόπο και χρόνο με πρόθεση παρέσχε σε άλλον άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια της πράξεώς του και κατά την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα τελώντας σε γνώση ότι επίκειται η ολοκλήρωση της απαλλοτριώσεως των ακινήτων που αναφέρονται πιο πάνω και ότι το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως θα ήταν υπερδιπλάσιο, προσυμφώνησε την αγορά τους έναντι τιμήματος 550.000.000 δρχ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της με την επωνυμία ανώνυμης εταιρείας "ΑΕ Κονσερβοποιία Βέροιας εισαγωγές - εξαγωγές" με διακριτικό τίτλο KONVERΙ και συνυπέγραψε τα συμβολαιογραφικά αυτά έγγραφα, παρέχοντας έτσι άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Ζ να εκτελέσει την αδικοπραξία της απόπειρας απιστίας που περιγράφεται πιο πάνω". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, όπως γι' αυτήν τελικά καταδικάσθηκε ο κάθε αναιρεσείων-κατηγορούμενος, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη το δικαστήριο και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1β' και 390 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε εκ πλαγίου και να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, εκτίθεται στην απόφαση, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού της, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος Ζ είχε κατά τους κρίσιμους χρόνους την επιμέλεια και διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας ".... ΟΕ", ως εκκαθαριστής αυτής διορισμένος με δικαστική απόφαση και ότι με ενέργειές του εξωτερικές και δικαιοπρακτικές, ήτοι με τη σύνταξη των μνημονευομένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, παρέβη τους κανόνες της επιμελούς διαχειρίσεως με το να συμφωνήσει το αναφερόμενο τίμημα, ουσιωδώς υπολειπόμενο του πραγματικού, για τη μεταβίβαση, δια των άνω συμβολαίων, του περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, σαφώς προσδιοριζομένου στο μνημονευόμενο στο διατακτικό ιδανικό ποσοστό επί του όλου ακινήτου της εκεί αναφερόμενης αξίας, υπερδιπλάσιας του ποσού που συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως τίμημα από την KONVERI. Περαιτέρω, παρατίθενται περιστατικά και επί τούτων συλλογισμοί, από τα οποία προκύπτει η γνώση του ως άνω αναιρεσείοντος, ότι από τις ανωτέρω ενέργειές του, για τις οποίες δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αποτελούν αρχή εκτελέσεως της πράξεως της απιστίας, θα επήρχετο ζημία τουλάχιστον 450.000.000 δρχ. στην υπό εκκαθάριση εταιρεία, ήτοι η γνώση του περί του δικαστικού καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως για το υπόψη (μείζον) ακίνητο εκ 210.000 δρχ. ανά τ.μ. και περί εκπεφρασμένης πολιτικής βουλήσεως να καταβληθεί σχετικώς τέτοια τιμή μονάδος εκ 240.000 δρχ. ανά τ.μ. Ακόμη, αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη του δόλου του αναιρεσείοντος Χ, με την παραδοχή ότι ηθελημένη αυτός συμμετέσχε, ως αντισυμβαλλόμενος του αναιρεσείοντος Ζ, στην κατάρτιση των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, γνωρίζοντας κατά τους χρόνους υπογραφής τούτων ότι ο αντισυμβαλλόμενός του ενεργούσε εν γνώσει του ότι θα επήρχετο ζημία στην περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας και με την περαιτέρω παραδοχή ότι τη γνώση αυτή αντλούσε ο αναιρεσείων Χ από πληροφορίες που είχε, για το ύψος της επικείμενης να καταβληθεί αποζημιώσεως, από τον δικηγόρο της αγοράστριας KONVERI, που αυτός (Χ) εκπροσωπούσε, Ψ, για τον οποίο σαφώς δέχεται η απόφαση ότι είχε πληροφορηθεί σχετικώς από τον αναιρεσείοντα Ζ, με τον οποίο συνεδέετο και τον είχε υποδείξει για εκκαθαριστή της ΟΕ. Το Δικαστήριο, εξάλλου, αντιθέτως προς τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσείοντα Ζ, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το είδος τους, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική επί μέρους αξιολόγηση και συσχετισμός μεταξύ τους, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, ενώ, περαιτέρω, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, στην οποία αφορούν όλοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ζ, με τους οποίους, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και ειδικότερα υπό την επίκληση ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο "απέφυγε τη στάθμιση και αξιολογική και συγκριτική συσχέτιση" των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων, πλήττεται ως εσφαλμένη η εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, πρώτος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως του Χ, πρώτος, τρίτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του πρόσθετοι λόγοι του ιδίου και δεύτερος της αιτήσεως του Ζ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως του Χ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ως εκ της μη αναφοράς σ' αυτήν του άρθρου 49 παρ. 1 περ. 1 ΠΚ και της εντεύθεν ασάφειας αν εφαρμόσθηκε ή όχι η εν λόγω διάταξη. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορισθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στο πρόσωπο του ανωτέρω αναιρεσείοντος εφαρμόσθηκε η εν λόγω διάταξη υπό την έννοια της επιβολής μειωμένης ποινής ενόψει του ότι το τελευταίο εναπόκειται στην ευχέρεια του δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 6 Αυγούστου 2007 και 30 Αυγούστου 2007 αιτήσεις των Χ και Ζ, αντιστοίχως, όπως η πρώτη διαμορφώθηκε με τους από 19 Οκτωβρίου 2007 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της 592-593/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.