Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2435 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αναιρέσεως απαράδεκτο, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή. Περίληψη: Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για τον αναιρεσείοντα που δεν υπογράφει τη δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δια της οποίας ασκήθηκε το ειδικό μέσο, ούτε είχε εξουσιοδοτήσεις σε πληρεξούσιο ή σχετική έγγραφη δήλωση με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του την υπογραφούσα την δήλωση έτερη αναιρεσείουσα να καταθέσεις αναίρεση και γι' αυτόν. Απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ως προς την έτερη αναιρεσείουσα καταδικασθείσα για έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση ερήμην σε δεύτερο βαθμό χωρίς να προβάλει τον αυτοτελή ισχυρισμό για πλήρη μεταγενέστερη ικανοποίηση της ζημιωθείσης εγκαλούσας. ΑΡΙΘΜΟΣ 2435/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παϊπέτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ6749/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 925/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 465 §1, 96 §2, 42 §2 εδάφ. β' και γ', 473 §2, 474 §1, 476 §1 Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι για το παραδεκτό της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά καταδικαστικής αποφάσεως, που μπορεί να ασκηθεί από εκείνον που καταδικάσθηκε όχι μόνο με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση για την οποία (δήλωση) συντάσσεται έκθεση από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπό του και εκείνον που την δέχεται, αλλά, επίσης, και με δήλωση που περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ασκείται αυτό το ένδικο μέσο και επίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία είκοσι
(20)ημερών, η έναρξη της οποίας, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, ορίζεται κατά τα προβλεπόμενα στις §§ 1, 3 του άρθρου 473, υπό την προϋπόθεση ότι η δήλωση που επιδίδεται υπογράφεται αυτοπροσώπως από τον δικαιούμενο, είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 §2, δηλαδή με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή με απλή έγγραφη δήλωση, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του εντολέα από οποιαδήποτε Δημόσια, Δημοτική ή Κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο και το οποίο έγγραφο (συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή απλή έγγραφη δήλωση) αν δεν προσαρτάται στη σχετική έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου ή στην κατ' άρθρο 473 §2 δήλωση του δικαιουμένου, που δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της καταδικαστικής αποφάσεως, προσκομίζεται στον γραμματέα του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο, μέσα σε 20 ημέρες από την άσκησή του. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή ή εάν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να κρίνει ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν εμφανισθούν απορρίπτει ως απαράδεκτο το ένδικο μέσο, σύμφωνα με το άρθρο 476 Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που επισκοπούνται για να κριθεί το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, δικάζοντας κατ' έφεση, κατεδίκασε τους μη εμφανισθέντες κατηγορουμένους σε ποινή φυλακίσεως δώδεκα
(12)μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ τον καθένα, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Η κρινόμενη από 14-4-2008 αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 17-4-2008 από τον δικαστικό επιμελητή που ενήργησε κατά παραγγελία της εκ των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ1, από την οποία μόνον υπογράφεται η περί αναιρέσεως άνω δήλωση, ενώ δεν έχει υπογραφεί η δήλωση αυτή από τον δεύτερο αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους Χ
- Δεν γίνεται λόγος στην άνω δήλωση περί αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η υπογράφουσα αυτήν πρώτη αναιρεσείουσα εκπροσωπούσε τον έτερο άνω αναιρεσείοντα, ούτε υπάρχει στη δικογραφία το προβλεπόμενο από το άρθρο 465 §1 Κ.Ποιν.Δ. πληρεξούσιο ή έγγραφη δήλωση του αναιρεσείοντος Χ2 με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του κατά στα οριζόμενα στα άρθρα 96 §2 και με τις διατυπώσεις του άρθρου 42 §2 εδάφ. β' και γ' Κ.Ποιν.Δ., στην οποία να μνημονεύεται παροχή εντολής από τον άνω κατηγορούμενο στην υπογράφουσα την ένδικη δήλωση συγκατηγορούμενή του να ασκήσει αναίρεση και για αυτόν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων που παρέστη κατά της συζήτηση στο παρόν δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 §4 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). Όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα στην οποία η άνω καταδικαστική απόφαση επιδόθηκε στις 31-3-2008, η ένδικη αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή, περιέχουσα συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 79 §1 του Ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Ακολούθως, με το άρθρο 4 §1 του Ν.2406/1996, η §3 του άρθρου 79 αντικαταστάθηκε και ορίσθηκε ότι το αξιόποινο της πράξεως της §1, εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 3 του Ν.5960/1933, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση την υπό του νόμου απαιτουμένων στοιχείων, επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά τον χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής της και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή, έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εξαλείφεται, δηλαδή η πράξη καθίσταται μη αξιόποινη, αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή της επιταγής μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής. Η πλήρης αποζημίωση του κομιστή δεν ταυτίζεται με την πληρωμή της επιταγής, αλλά είναι έννοια ευρύτερη και περιλαμβάνει την αποκατάσταση και κάθε άλλης ζημίας, που τυχόν υπέστη ο κομιστής από την καθυστέρηση πληρωμής της επιταγής. Η απαιτούμενη από το άρθρο 93§3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει τι προέκυψε από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Η πιο πάνω αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Θεωρούνται δε αυτοτελείς ισχυρισμοί, όσοι προβάλλονται στο δικαστήριο από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν, εκτός των άλλων, στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προτείνονται κατά τρόπο συγκεκριμένο, με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν. Τέλος, κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σε αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεως συντρέχει όταν ο δικαστής δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκε ότι η ήδη αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων ως ομορρύθμων εταίρων της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." στην Αμφιάλη, στις 31-5-2004, 10-6-2004 και 15-6-2004 εξέδωσαν σε διαταγή εμού του ιδίου, με πρόθεση, τρεις πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επιταγές, ήτοι την υπ' αριθμό ..., ποσού 4893,50 ευρώ, την υπ' αριθμό ..., ποσού 5127,50 ευρώ και την υπ' αριθμό ..., ποσού 4979 ευρώ, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή πληρωμής των, γνωρίζοντας την έλλειψη αυτή (ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων) και οι οποίες συγκεκριμένες επιταγές αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως στις 8-6-2004 η πρώτη, στις 14-6-2004 η δεύτερη και στις 18-6-2004 η τρίτη επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα για πληρωμή, δεν πληρώθηκαν για έλλειψη διαθέσιμων προς το σκοπό αυτό κεφαλαίων. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο και κήρυξε την αναιρεσείουσα, ένοχη του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, καταδικάζοντάς την στην προαναφερθείσα ποινή, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη που αποδιδόταν στην άνω αναιρεσείουσα κατηγορούμενη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή της κατηγορούμενης καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 §1 του Ν.5960/1933, την οποία δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν ήταν απαραίτητο, εφόσον διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ήδη αναιρεσείουσα ενήργησε από πρόθεση, ειδικότερη αιτιολογία των στοιχείων της γνώσεως αυτής ως εκδότριας των επιταγών για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων της εταιρείας, της οποίας ήταν νόμιμη εκπρόσωπος ως ομόρρυθμη εταίρος της, στην πληρώτρια Τράπεζα αφού η πράξη αυτή μπορούσε να τελεσθεί και με ενδεχόμενο και όχι άμεσο δόλο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται η διαπίστωση ότι υπάρχει έγκυρη και εμπρόθεσμη έγκληση, τη συνδρομή της οποίας, όπου αυτή απαιτείται, ερευνά αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο. Η διάταξη του άρθρου 4 §1β του Ν.2408/1996, που ισχύει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 αυτού από 4-6-1996 οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο άνω νόμος, καθιερώνει λόγο εξαλείψεως του αξιόποινου της πράξεως της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής σε περίπτωση που ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής. Η άνω διάταξη, που αντικατέστησε την ρύθμιση της §3 του άρθρου 79 του Ν.5960/1993, υπό την ισχύ της οποίας αποτελούσε μόνο λόγο μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, δεν επιβάλει στο δικαστήριο αυτεπάγγελτη λήψη υπόψιν της εξάλειψης του αξιόποινου του άνω εγκλήματος για τον προβλεπόμενο σε αυτήν λόγο, χωρίς να αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την πλήρη ικανοποίηση του κομιστή. Αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορούμενου ως εκδότη της ακάλυπτης επιταγής ότι αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή εκ των υστέρων, μετά τη μη πληρωμή της νομίμως εμφανισθείσης προς τούτο επιταγής. Αυτός ο ισχυρισμός πρέπει να προτείνεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο υπεράσπισής του κατά την ακροαματική διαδικασία ορισμένως και κατά τις διατυπώσεις των άρθρων 331, 333 §2, 368 Κ.Ποιν.Δ., για να είναι υποχρεωμένο το δικαστήριο να απαντήσει αιτιολογημένως σ' αυτόν και να ιδρύει η αναιτιολόγητη απόρριψή του λόγο αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ενοχή της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης για την πράξη για την οποία την καταδίκασε, στηρίζονται στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται ότι αποδείχθηκαν από τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν και δεν ήταν απαραίτητο να ζητηθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε την άνω απόφαση να προσκομισθούν από την ζημιωθείσα εγκαλούσα που εξετάσθηκε ως μάρτυρας, τα πρωτότυπα των επίμαχων επιταγών, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου για την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη και να αιτιολογήσει την περί ενοχής της κρίση του. Εξάλλου η μη εμφάνιση της ήδη αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και η εκδίκαση της υποθέσεως ερήμην αυτής ως νόμιμης κλητευθείσας, δεν καθιστούσε επιβεβλημένο στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα και χωρίς να έχει προβληθεί σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός από την άνω κατηγορούμενη να εξετάσει και να απαντήσει σχετικά με το εάν είχε πλήρως ικανοποιηθεί η εξετασθείσα ως μάρτυρας ζημιωθείσα από τις επίμαχες ακάλυπτες επιταγές μετά την εμφάνιση των και μη πληρωμή από τους εκδότες των επιταγών αυτών κατηγορούμενους, προκειμένου να μη σφάλει ως προς ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 79 του Ν.5960/
- Επομένως, οι από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 §1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14-4-2008 αίτηση των α) Χ1 και β) Χ2, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. ΒΤ6749/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία προσδιορίζει από διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου
- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ