← Ελλάδα

ΑΠ 2441/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2441 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Σωματική βλάβη επικίνδυνη. Περίληψη: Επικίνδυνη σωματική βλάβη κατ' εξακολούθηση - λόγοι αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, έλλειψη της κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους. ΑΡΙΘΜΟΣ 2441/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισητητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Ανδρέου, περί αναιρέσεως της 2532/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 2 Φεβρουαρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1927/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.- Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2532/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μια
(1)τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει νόμιμο γάμο με την εγκαλούσα, Ψ, το έτος 1993 και από το γάμο αυτό απέκτησαν ένα τέκνο την ..., ηλικίας σήμερα δώδεκα ετών. Η συμβίωση των διαδίκων κατά τη διάρκεια του γάμου τους δεν ήταν ομαλή, κυρίως εξ αιτίας του αυταρχικού και βίαιου χαρακτήρα του κατηγορουμένου. Ο τελευταίος κατά το παρελθόν αλλά και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του μηνός Μαρτίου 2002 μέχρι και την 20-6-2002, οπότε και διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση του με την εγκαλούσα, με εξακολουθητικές πράξεις σε βάρος της, προκάλεσε σ' αυτήν σωματικές κακώσεις που μπορούσαν να της επιφέρουν βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, με διάφορες κάθε φορά αφορμές, είτε γιατί δεν ενέκρινε τον τρόπο φροντίδας της ανηλίκου θυγατέρας τους, είτε γιατί διαφωνούσε με τον τρόπο διεύθυνσης από αυτήν, του συζυγικού τους οίκου, κατέφευγε σε διάφορους τρόπους κακοποίησης και βασανισμού της, όπως, τη χτυπούσε με σφυρί στα χέρια εσωτερικά και εξωτερικά, καθώς και στα νύχια των ποδιών και των χεριών της, προέβαινε σε κάψιμο των άκρων των δακτύλων της με αναπτήρα, τη χτυπούσε με διάφορα οικιακά σκεύη και με τα χέρια στο κεφάλι της, της επέφερε γρονθοκοπήματα και κλωτσιές στην κοιλιά, στο στομάχι και το φάρυγγα της. Επίσης πολύ συχνά τη χτυπούσε με κλειδιά αυτοκινήτου στο κεφάλι, της τραβούσε με δύναμη τα αυτιά της κατά τρόπο, που προκάλεσε σ' αυτά παραμόρφωση, τη χτυπούσε με δύναμη στην κάτω γνάθο ώστε η παθούσα δάγκωνε τη γλώσσα της και αιμορραγούσε, ενώ επίσης έσφιγγε με τανάλια τα δάχτυλα και τα νύχια της και σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλείτο πτώση των νυχιών της. Το είδος και η έκταση των σωματικών κακώσεων που προκλήθηκαν στην παθούσα, εξ αιτίας της παραπάνω συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, αναφέρονται λεπτομερώς στην αναγνωσθείσα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, από 25-6-2002 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ..., ο οποίος την εξέτασε και διαπίστωσε εσχαροποιημένες δύο ουλές καθώς και άλλες παλαιότερες στην ινιακή χώρα με απώλεια τμήματος της κόμης στο εν λόγω σημείο, παραμόρφωση πτερυγίου ωτός αμφωτεροπλεύρως, παλαιά ουλή στην άνω επιφάνεια της γλώσσας, εγκαρσίως φερομένη, μήκους δύο εκατοστών, πολλαπλές εκχυμώσεις μετά θλαστικής εξοιδήσεως των μαλακών μορίων της ραχιαίας επιφανείας χειρός αμφωτεροπλεύρως χροιάς καστανέρυθρης, εξοίδηση μετά αιμορραγικής διηθήσεως κάτωθεν της επιφανείας των ονύχων στα δάκτυλα χειρών (δείκτης και μικρός δάκτυλος αριστερής χειρός και στο μεγάλο δάκτυλο άκρου ποδός αμφωτεροπλεύρως, εγκαυματική περιοχή εξελκωμένη (3ου βαθμού) στην ονυχοφόρο και μέση φάλαγγα στην κάτω επιφάνεια του δεξιού δείκτη, πολλαπλές στρογγυλές εκχυμώσεις διαμέτρου έως 1 εκατοστό στην αριστερή κνήμη χροιάς καστανέρυθρης. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και μετά λόγου γνώσεως καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά και της μάρτυρος κατηγορίας, ΑΑ, η οποία είναι γειτόνισσα του ζεύγους, διαμένουσα στο διπλανό διαμέρισμα και έχοντας άμεση αντίληψη αυτών που κατέθεσε, ισχυρίσθηκε ότι άκουγε συχνά την παθούσα - πολιτικώς ενάγουσα να φωνάζει από τον πόνο, εξ αιτίας του ξυλοδαρμού και της βιαίας συμπεριφοράς που δέχονταν από τον κατηγορούμενο και μάλιστα παρουσία και της ανήλικης θυγατέρας τους, η οποία του φώναζε να σταματήσει, ενώ τουλάχιστον μία φορά η παθούσα βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος και κάλεσε τη μάρτυρα να τη βοηθήσει, επειδή ο κατηγορούμενος τη χτυπούσε και μάλιστα η ίδια, όπως κατέθεσε, κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, η οποία την ενημέρωσε ότι δεν μπορεί να επέμβει, παρά μόνο αν κληθεί από την παθούσα. Οι καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων ενισχύονται από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων και επιδειχθείσες φωτογραφίες της παθούσας, στις οποίες απεικονίζονται οι σωματικές της κακώσεις σε διάφορα σημεία του σώματος της, καθώς και από τα αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις, από τα οποία αποδεικνύεται το επικίνδυνο της σωματικής βλάβης που προξένησε ο κατηγορούμενος στην παθούσα και η βάναυση κακοποίηση της, την οποία όπως κατέθεσε η ίδια, ανέχονταν επί μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν το αποκάλυπτε σε τρίτους, διότι φοβόταν μήπως ο κατηγορούμενος επιχειρήσει μεγαλύτερο κακό σε βάρος της υγείας και της σωματικής της ακεραιότητας. Τόσο η απολογία του κατηγορουμένου, όσο και οι καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων που εξετάσθηκαν, δεν είναι ικανές να ανατρέψουν τις πιο πάνω κατά πάντα πειστικές και αντικειμενικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και άλλωστε οι μάρτυρες αυτοί είναι γείτονες των γονέων του κατηγορουμένου, δεν γνωρίζουν τα επεισόδια που συνέβαιναν στην οικία του τελευταίου και αρκέσθηκαν να καταθέσουν ότι ο κατηγορούμενος είναι καλός άνθρωπος και φερόταν καλά στην παθούσα. Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι πληρούται τόσο η αντικειμενική όσο και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατ' εξακολούθηση κηρύχθηκε ένοχος και ειδικότερα, του ότι "στην ... από τα τέλη Μαρτίου του 2002 μέχρι και τις 20/6/2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος προκάλεσε σε άλλον σωματικές κακώσεις με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στο παθόντα βαριά σωματική βλάβη. Συγκεκριμένα, το ανωτέρω χρονικό διάστημα εντός της οικίας του επί της οδού ... στη ..., όπου διέμενε με την εγκαλούσα εν διαστάσει σύζυγό του Ψ, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά και με κατ' επανάληψη επιθέσεις και ξυλοδαρμούς σε βάρος της ανωτέρω παθούσας επέφερε σ' αυτήν πολλαπλές σωματικές κακώσεις και ειδικότερα με πολλαπλά χτυπήματα με σφυρί στα χέρια εσωτερικά και εξωτερικά καθώς και στα νύχια των χεριών και των ποδιών της, με κάψιμο με αναπτήρα των άκρων των δακτύλων της, με χτυπήματα με διάφορα οικιακά σκεύη και με τα χέρια στο κεφάλι της, με χτυπήματα με μπουνιές και κλωτσιές στη κοιλιά, στο στομάχι και στο φάρυγγα της που έλαβαν χώρα μεταξύ άλλων και στις 20/6/2002, με χτυπήματα με κλειδιά αυτοκινήτου στο κεφάλι της, με τράβηγμα με δύναμη των αυτιών της κατά τρόπο που να προκαλείται παραμόρφωση σ' αυτά, με χτυπήματα στη κάτω γνάθο κατά τρόπο που να δαγκώνει η ποθούσα τη γλώσσα της και να αιμορραγεί, με σφίξιμο με τανάλια των δακτύλων και των νυχιών της, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλείται πτώση αυτών προξένησε στην παθούσα τις εξής σωματικές κακώσεις: Εσχαροποιημένες δύο ουλές καθώς και άλλες παλαιότερες στην ινιακή χώρα με απώλεια τμήματος της κόμης στο εν λόγω σημείο, μώλωπες και εκδορές τριχωτού κεφαλής. Παραμόρφωση πτερυγίου ωτός αμφωτοροπλεύρως, ουλή στη άνω επιφάνεια της γλώσσας εγκαρσίως φερόμενη, μήκους δύο εκατοστών, πολλαπλές εκχυμώσεις μετά θλαστικής εξοιδήσεως των μαλακών μορίων της ραχιαίας επιφάνειας χειρός αμφωτεροπλεύρως χροιάς καστανέρυθρης, εφίδηση μετά αιμορραγικής διηθήσεως κάτωθεν επιφανείας των ονύχων στα δάκτυλα χειρών (δείκτης και μικρός δάκτυλος δεξιάς άκρας χειρός) και δείκτης παράμεσος αριστεράς χειρός), πτώση ονύχων αντίχειρος αμφωτεροπλεύρως καθώς και στο μικρό δάκτυλο αριστερής χειρός και στο μεγάλο δάκτυλο άκρου ποδός αμφωτεροπλεύρως, εγκαυματική περιοχή εξελκώμενη (3ου βαθμού) στην ονυχοφόρο και μέση φάλαγγα στην κάτω επιφάνεια του δεξιού δείκτη, πολλαπλές στρογγυλές εκχυμώσεις διαμέτρου έως 1 εκατοστό στην αριστερή κνήμη χροιάς καστανέρυθρης και δεξιάς ποδοκνημικής, αιμάτωμα ραχιαίας επιφάνειας χειρών άμφω άλγος δακτύλων χειρών - ποδών, κεφαλαλγία, ζάλη - άλγος στη γλώσσα, καθώς επίσης και ψυχικές διαταραχές, όπως ισχυρό κλονισμό, ψυχική φόρτιση, ψυχοπαθολογικά στοιχεία βαριάς κατάθλιψης με τάσεις απομόνωσης και φοβικές νευρώσεις. Οι παραπάνω σωματικές βλάβες λόγω των μέσων που κυρίως χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη τους (σφυρί, οικιακά σκεύη, φωτιά, κλειδιά αυτοκινήτου, τανάλια), λόγω των πολλαπλών, βάναυσων και αλλεπάλληλων πληγμάτων με τα οποία προκλήθηκαν, αλλά και λόγω της ευαισθησίας των σημείων του σώματος της παθούσας που κυρίως επλήγηκαν (κεφάλι, αυτιά, γλώσσα, κοιλιά, στομάχι, φάρυγγας), μπορούσαν να προκαλέσουν σ' αυτήν βαριά σωματική βλάβη, συνεπεία της οποίας θα εμποδιζόταν σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα και τη διάνοιά της". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 98 και 309-308 παρ. 1α'ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του άνω Δικαστηρίου, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, Ψ και τις ένορκες καταθέσεις των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μαρτύρων κατηγορίας, ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ και ΔΔ. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα: 1) ότι στην παρεμπίπτουσα απόφαση περί απορρίψεως του αιτήματός του για εξέταση ως μάρτυρα υπερασπίσεως της ανήλικης (12ετούς τότε) θυγατέρας αυτού και της αντιδίκου του, πολιτικώς ενάγουσας, υπάρχει έλλειψη της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Για το θέμα αυτό, σημειώνονται τα παρακάτω: Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου "αφού πήρε το λόγο από την Πρόεδρο προέβαλλε αίτημα εξέτασης της ανήλικης κόρης του κατηγορουμένου ως μάρτυρα υπερασπίσεως". Επί του αιτήματος αυτού ο Εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει και το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε να αποφανθεί. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και πριν ολοκληρωθεί η αποδεικτική διαδικασία, το Δικαστήριο αφού άκουσε τον Εισαγγελέα και το συνήγορο του κατηγορουμένου, απέρριψε το αίτημα του τελευταίου με την αιτιολογία ότι "... το υποβληθέν υπό του συνηγόρου του κατηγορουμένου αίτημα περί εξέτασης της ανήλικης θυγατρός του, ως μάρτυρα υπεράσπισης αυτού, πρέπει να απορριφθεί, εφ' όσον η μαρτυρία της τελευταίας δεν θεωρείται αναγκαία για να σχηματίσει αυτό ασφαλή κρίση για τα πραγματικά γεγονότα που διαδραμάτισαν ουσιαστικό λόγο στην παρούσα υπόθεση και να οδηγηθεί σε σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως περί της ενοχής ή μη αυτού...". Ο αναιρεσείων με τους λόγους του δικογράφου της αιτήσεώς του, προβάλλει την αιτίαση ότι η αιτιολογία αυτή, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, έστω και αν η απόφαση αφήνεται στην ανέλεγκτη του Δικαστηρίου κρίση. Επίσης, με το αυτό δικόγραφο, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι παράλληλα, με την απόρριψη αυτή, επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του "Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), αλλά και παραβίαση του δικαιώματος ακροάσεως (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Β' και 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ.), συντελέστηκε σε και υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ.). Όμως, η προαναφερόμενη αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, σε αυτή δε αναφέρονται οι σκέψεις με βάση τις οποίες το Δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική περί της άνω αιτήσεως, κρίση του. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ούτε υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός, αφενός ότι το άνω πρόσωπο βρισκόταν στο ακροατήριο και, κατ' άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, το Δικαστήριο μπορούσε να προβεί σε εξέτασή του, αφετέρου, ότι παρόλο που ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο, ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε να εξετάσει ως μάρτυρα την ανήλικη θυγατέρα του κατηγορουμένου και, κατά της αρνήσεως του Προέδρου, προσέφυγε σε ολόκληρο το Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το άνω αίτημά του, οπότε και θα υπήρχε έλλειψη ακροάσεως ή παραβίαση των άνω διατάξεων της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου ή απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο, με την εκδοθείσα δε απόφασή του, το Δικαστήριο θα υπέπιπτε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας. 2) Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, προβάλλει την αιτίαση ότι υπάρχει επίσης έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης αιτιολογίας, για το λόγο ότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη βεβαίωση του Επιμελητή Β' του Κέντρου Υγείας ... του Γενικού Νοσοκομείου Φλώρινας, η οποία προσκομίσθηκε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης εκείνης, χωρίς όμως η εν λόγω βεβαίωση να έχει αναγραφεί ως αναγνωστέο έγγραφο στα άνω πρακτικά του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναγνώσθηκε η πρωτόδικη απόφαση η οποία είναι ενιαία και αλληλένδετη με τα πρακτικά αυτής, στα οποία όμως δεν αναφέρεται ότι αναγνώσθηκε και το άνω έγγραφο, οπότε θα θεωρείτο ότι αναγνώσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Επίσης, δεν προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ζήτησε την ανάγνωση του άνω εγγράφου και το Δικαστήριο παρέλειψε ή αρνήθηκε την ανάγνωσή του, ούτε αυτός προσβάλλει για πλαστότητα τα άνω πρακτικά. 3) Επήλθε απόλυτη ακυρότητα, που επισυνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, υπάρχει δε και έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφορώσα προταθέν και μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο (δεύτερος των προσθέτων λόγων), αφού στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης αναφέρεται ως αναγνωσθέν έγγραφο "αντίγραφο βιβλίου αδικημάτων και συμβάντων Α.Τ. ... της 2-4-2003", χωρίς να υπάρχει τέτοιο αντίγραφο της άνω ημεροχρονολογίας, αλλά της 27-6-2002, καθώς και βεβαίωση του Α.Τ. ... της 18-3-2004, έτσι δε, η περιγραφή του χρησιμοποιηθέντος αποδεικτικού μέσου να παρίσταται ως ελλιπής και αντιφατική με συνέπεια, να μην προσδιορίζεται με σαφήνεια, ακρίβεια και πληρότητα το ληφθέν υπόψη από το Δικαστήριο αποδεικτικό μέσο. Όμως, δεν υπάρχει άλλο αντίγραφο στη δικογραφία, εκτός από αυτό της 2-4-2003 που έχει ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. 3) η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι αναγνώσθηκαν με τους παρακάτω αριθμούς και τα εξής έγγραφα: ... 6) επτά φωτογραφίες, 9. μια φωτογραφία προαύλιου χώρου του σπιτιού, 14. τριάντα τρεις
(33)φωτογραφίες. Ότι η περιγραφή των φωτογραφιών αυτών είναι εντελώς αόριστη και ως εκ τούτου, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα. Επίσης, δεν αναφέρει ότι οι φωτογραφίες επισκοπήθηκαν από τους παράγοντες της δίκης, στερήθηκε δε και ο κατηγορούμενος της δυνατότητας αυτής, που δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Οι εν λόγω φωτογραφίες αποτελούν έγγραφα και από παραδρομή δεν έχει αναγραφεί ότι επισκοπήθηκαν από το Δικαστήριο αφού αυτές δεν μπορούν να αναγνωστούν. Ενόψει όμως του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας αυτών (ως εγγράφων) είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτές ως έγγραφα και όχι κάποιες άλλες επισκοπήθηκαν στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός τους στα πρακτικά, είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, με την επισκόπηση δε αυτών κατέστη γνωστό το περιεχόμενό τους στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτές αναφέρονται στα πρακτικά. 4) Αβάσιμη επίσης είναι η προβαλλόμενη με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο η αιτίαση για έλλειψη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφορώσα μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα, ότι δεν λήφθηκε υπόψη για την καταδικαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου το συμπέρασμα της ιατροδικαστικής εκθέσεως από 25-6-2002 του ιατροδικαστή, ..., ότι η πολιτικώς ενάγουσα φέρει ελαφριά σωματική βλάβη, αφού και ο αναιρεσείων δέχεται ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικάσαν Δικαστήριο τα αναφερόμενα στην άνω έκθεση. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ'και Η' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αφενός της απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, αφετέρου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της υπερβάσεως εξουσίας, καθώς και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 του αυτού Κώδικα, εφόσον παρίσταται ο αναιρεσείων και παραδεκτά προβάλλει τους άνω λόγους, εξεταζόμενος λόγος κατ' άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. ε' ΚΠΔ, της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Νοεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. Ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 9.717/2008) αίτηση και τους από 2-2-2009 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της με αριθμό 2.532/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.