Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2452 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Πολιτική αγωγή, Διερμηνέα διορισμός. Περίληψη: Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη. Πρώτος λόγος: Απόλυτη ακυρότητα. Άρθρα 138,171 παρ.1β,δ, 139, 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ διότι διορίστηκε διερμηνέας για τον αλλοδαπό μάρτυρα - πολιτικώς ενάγοντα, από το δικαστήριο και όχι από τον διευθύνοντα, κατ’ άρθρο 233 ΚΠΔ, προσώπου εκτός του ειδικού πίνακα, χωρίς να αιτιολογηθεί ειδικά η εξαιρετικά επείγουσα περίπτωση ανάγκης διορισμού εκτός πίνακα και γιατί δε δόθηκε προηγούμενα ο λόγος στον εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο, για να εκφράσουν τη γνώμη τους (ΑΠ 1000/05, 1406/03). Απορρίπτεται ο λόγος αυτός, διότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο διόρισε διερμηνέα του μάρτυρος τη δικηγόρο Μ.Φ. «όπως τα άρθρα 233, 234 του ΚΠΔ ορίζουν», άρα συνεπάγεται ότι διόρισε διερμηνέα, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα, πρόσωπο από τον καταρτισθέντα αρμοδίως κατά το άρθρο 233 παρ.2 ΚΠΔ από το Συμβούλιο Πλημ/κων Θεσ/κης και τηρούμενο στο δικαστήριο πίνακα διερμηνέων, από δε τον ισχύοντα κατά το χρόνο ορισμού (20-6-2007), πίνακα διερμηνέων, που καταρτίστηκε με το με αριθμ. 1133/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Θεσ/κης για το δικαστικό έτος 2007, προκύπτει ότι η εν λόγω διορισθείσα διερμηνέας περιλαμβάνεται σε αυτόν. Άρα, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το δικαστήριο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό, ούτε και είχε υποχρέωση να δώσει το λόγο προηγουμένως στον εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ενώ δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, η διάταξη του διευθύνοντος όταν διορίζει διερμηνέα από τον οικείο πίνακα διερμηνέων. Επίσης, ουδεμία ακυρότητα επέρχεται, από το γεγονός, ότι εκ περισσού στο διορισμό προέβη το δικαστήριο και όχι μόνος, όπως είχε δικαίωμα ο διευθύνων τη συζήτηση. Δεύτερος λόγος: Έλλειψη ειδικής αιτιολογίας για την ενοχή, τυπική αιτιολογία με αντιγραφή διατακτικού (άρθρο 510 παρ.1Δ΄ ΚΠΔ). Ουσία αβάσιμος. Η αντιγραφή στο σκεπτικό του διατακτικού, στο οποίο περιέχονται αναλυτικά όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το αδίκημα, δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 22/2008). Τρίτος λόγος: Το δικαστήριο, α) έλαβε υπόψη του καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, ενώ δεν εξετάστηκε κανείς υπερασπίσεως. Απορρίπτεται λόγω παραδρομής προφανούς, β) αναγράφει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας, όχι όμως ειδικά και του πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτεται διότι στους μάρτυρες περιλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων, που δε συνιστά η κατάθεσή του ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Όχι απόλυτη ακυρότητα, ούτε λόγος ελλιπούς αιτιολογίας. Αβάσιμος (ΑΠ 13/2008). γ) Ασάφειες - Αντιφάσεις, ως προς το γεγονός, αν συντελέστηκε ή επρόκειτο να συντελεσθεί η αγοραπωλησία. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 2452/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της 2439/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1850/2007. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.10 ν. 2408/96, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση, ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. "Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠοινΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1β',δ' ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δε συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠοινΔ, δε χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει αντίθετα όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ.2 του ΚΠοινΔ.(ΑΠ1125/2008,617/2006). Στην προκειμένη υπόθεση, από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό για πλημμεληματική απάτη, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως, μετά την εμφάνιση του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του και ενόψει του ότι επρόκειτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων και να εξεταστεί ως μάρτυρας, ο εγκαλών ... υπήκοος ήτοι πρόσωπο που δε γνώριζε την ελληνική γλώσσα, όπως δήλωσε, το Δικαστήριο και όχι ο διευθύνων τη συζήτηση, διόρισε ως διερμηνέα, "όπως τα άρθρα 233,234 του ΚΠοινΔ ορίζουν", την ευρισκόμενη στο ακροατήριο Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Μαρίνα Φίλου, η οποία δήλωσε ότι γνωρίζει τη Γερμανική γλώσσα και ορκίστηκε στο Ιερό ευαγγέλιο κατά το άρθρο 236 ΚΠοινΔ, κ.λ.π. Η διάταξη αυτή του Δικαστηρίου, για τον διορισμό διερμηνέα κατά το άρθρο 233 του ΚΠοινΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (20-6-2007) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στον οποίον και πράγματι προκύπτει ότι ήταν εγγεγραμμένη η πιο πάνω διερμηνέας. Επομένως, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και δίχως να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δε δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ο διευθύνων τη συζήτηση δεν είναι υποχρεωμένος να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που ήταν υποχρεωμένος να κάνει, κατά τα προεκτεθέντα, μόνον στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Το γεγονός δε ότι ο διορισμός της παραπάνω διερμηνέως έγινε εκ περισσού από το Δικαστήριο και όχι από μόνο τον αρμόδιο προς τούτο διευθύνοντα τη συζήτηση Δικαστή, δεν παραλλάσσει τα παραπάνω και ουδεμία ακυρότητα επιφέρει. Άρα ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όντος αδιαφόρου, αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός και β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ενώ, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως του δευτέρου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, απαιτείται η προξενηθείσα ζημία να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, πράγμα το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως, πλην όμως, η κρίση του αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα, που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή ανάγονται στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, εκτός αν οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα από ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρελθόν ή στο παρόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση, βάσει της εμφανιζομένης ψευδούς πραγματικής καταστάσεως, μελλοντικής εκπληρώσεως από το δράστη, που έχει ειλημμένη εξ υπαρχής την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, οπότε αυτές, κατά την αληθινή έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν γεγονός και θεμελιώνουν, συντρεχόντων και των λοιπών απαιτούμενων συστατικών όρων, την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης. Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Ολ ΑΠ 1/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε, ότι κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε στον εγκαλούντα ..., ως φερέγγυος εργολάβος οικοδομών, που διαθέτει εμπειρία και γνώσει στην ανέγερση οικοδομών και αφού ανέφερε σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να κατασκευάσει και εν συνεχεία να του μεταβιβάσει μία εξοχική κατοικία, κειμένη στην περιοχή ..., εμβαδού 100 τ.μ., έπεισε τον τελευταίο, παραπλανώντας τον κατά τούτο, και του απέσπασε ως προκαταβολή το ποσό των 39.619,5 ευρώ, το οποίο αυτός, με αντίστοιχη ιδιαίτερα μεγάλη τούτου (εγκαλούντος), προσπορίσθηκε. Το ανωτέρω όμως γεγονός, δηλαδή της δυνατότητας του να προβεί στην κατασκευή και μεταβίβαση της οικίας, ήταν ψευδές και ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε επίγνωση της αναληθείας αυτού, αφού ο κατηγορούμενος ουδέποτε προέβη στην κατασκευή και μεταβίβαση της εξοχικής κατοικίας στον εγκαλούντα, ο οποίος, εάν γνώριζε την πραγματικότητα, δηλαδή την αδυναμία του κατηγορουμένου να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης αγοραπωλησίας και τη πληρωμή σ' αυτόν του παραπάνω χρηματικού ποσού που κρίνεται ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ως προκαταβολή. Επομένως εφόσον στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αξιόποινη πράξη της απάτης που του αποδίδεται πρέπει να κηρυχθεί ένοχος όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το ίδιο Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο του ότι: "Στα ... κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2001, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προκάλεσε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα εμφανίσθηκε στο εγκαλούντα ..., ως φερέγγυος εργολάβος οικοδομών, που διαθέτει εμπειρία και γνώσει στην ανέγερση οικοδομών, και αφού ανέφερε σ' αυτόν ότι είχε τη δυνατότητα να κατασκευάσει και εν συνεχεία να του μεταβιβάσει μία εξοχική κατοικία, κειμένη στην περιοχή ..., εμβαδού 100 τ.μ., έπεισε τον τελευταίο, παραπλανώντας τον κατά τούτο, και του απέσπασε ως προκαταβολή το ποσό των 39.619,5 ευρώ, το οποίο αυτός, με αντίστοιχη ιδιαίτερα μεγάλη τούτου ζημία (εγκαλούντος) προσπορίσθηκε. Το ανωτέρω όμως γεγονός, της δυνατότητας του δηλαδή να προβεί στην κατασκευή και μεταβίβαση της οικίας, ήταν ψευδές και ο ίδιος (κατηγορούμενος) είχε επίγνωση της αναληθείας, ενώ ο εγκαλών, εάν γνώριζε την πραγματικότητα, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης αγοραπωλησίας". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επέβαλε στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο, ποινή φυλακίσεως δύο ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της απάτης με προκληθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27,386 παρ.1 α του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ, δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω είναι απορριπτέες ως αβάσιμες οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, α) ότι στο αιτιολογικό αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη οι μάρτυρες κατηγορίας, όχι όμως και η μη αναφερόμενη και δοθείσα στο ακροατήριο κατάθεση του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος, διότι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτής (αιτιολογίας), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεσή του. Πράγματι, από το αιτιολογικό της αποφάσεως, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη της και την κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, τον οποία μάλιστα αναφέρει και ως μάρτυρα κατηγορίας. β) ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και καταθέσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, ενώ δεν εξετάστηκαν τέτοιοι μάρτυρες στο ακροατήριο, διότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι στο αιτιολογικό πράγματι αναφέρεται ότι το Δικαστήριο συνεκτιμά τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά και υπερασπίσεως, που όμως δεν εξετάστηκαν, πλην τούτο οφείλεται σε προφανή παραδρομή, λόγω μη διαγραφής της αντίστοιχης φράσεως από το χρησιμοποιούμενο οικείο έντυπο πρακτικών, γ) ότι το αιτιολογικό αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, διότι κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, το αιτιολογικό αλληλοσυμπληρώνονται με το διατακτικό και όταν το διατακτικό περιέχει με πληρότητα και αναλυτικά όλα τα αναγκαία στοιχεία της πράξεως, η αντιγραφή αυτού στο αιτιολογικό, δε συνιστά έλλειψη αιτιολογίας. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως το ψευδές γεγονός, της δήθεν δυνατότητας του κατηγορουμένου να προβεί στην κατασκευή οικίας εμβαδού 100 τ.μ. στα ... και να προβεί στη μεταβίβαση αυτής στον εγκαλούντα, ότι ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας αυτής, ο δε εγκαλών εάν γνώριζε την αδυναμία του κατηγορουμένου να προβεί στα παραπάνω, δε θα προέβαινε στην κατάρτιση της ενοχικής συμβάσεως αγοραπωλησίας και την πληρωμή στον κατηγορούμενο ποσού 39.619,50 ευρώ, ως προκαταβολής, ποσό που επί αντίστοιχη ζημία του, προσπορίστηκε ο κατηγορούμενος και είναι ιδιαίτερα μεγάλο, ως και ότι ο κατηγορούμενος, εμφανισθείς στον εγκαλούντα αλλοδαπό ως φερέγγυος εργολάβος οικοδομών, που διαθέτει εμπειρία και γνώση στην ανέγερση οικοδομών, πράγμα ψευδές, παραπλάνησε τον εγκαλούντα, έχοντας εξ υπαρχής ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την αναληφθείσα ως άνω υπόσχεσή του να ανεγείρει οικοδομή και να την μεταβιβάσει μετά στον εγκαλούντα. Ήτοι δεν υπάρχει καμία ασάφεια ούτε αντίφαση ή λογικό κενό στο αιτιολογικό και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (176,183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-10-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της με αριθμ. 2439/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.