← Ελλάδα

ΑΠ 2457/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2457 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Αριθμός 2457/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1)Χ1, 2) Χ2 και 3)Χ3 που δεν παρέστησαν στο συμβούλιο, 1)για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και 2)για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες, ζητούν τώρα: α)την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση τους και 2)την αναστολή εκτελέσεως της ποινής του εκ των αιτούντων Χ1, με την από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2121/

  1. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, με αριθμό 127/12-3-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Εισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρ. 32 παρ. 1 + 4, 138 παρ. 2β, 525 παρ. 1, 529 Κ.Π.Δ. την από 13-12-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 περί: α) επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με την οποία κατεδικάσθη ο 1ος σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών (για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις), οι 2ος και 3ος σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών έκαστος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, β) της αναστολής εκτελέσεως κατ'αρ. 529 Κ.Π.Δ. των ανωτέρω ποινών, και εκθέτω τ'ακόλουθα: ΙΙ. Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5). Εξ'άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). ΙΙΙ) Εις την υπό κρίση υπόθεση, με την 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατεδικάσθησαν κατά πλειοψηφία: 1) ο Χ1 για α) ψευδή καταμήνυση κατ'εξακολούθηση, β) συκοφαντική δυσφήμηση, γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ'εξακολούθηση σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, 2) ο Χ2 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε φυλάκιση 5 μηνών, 3) ο Χ3 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε φυλάκιση 5 μηνών. Ακολούθως με την υπ'αρ. 1878/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθη η σχετική αναίρεση για τυπικούς λόγους (ως προς τον 1ο άσκηση από πληρεξούσιο που δεν είχε ειδική πληρεξουσιότητα, ως προς τους 2ο 3ο επειδή δεν παρέστησαν). Η καταδίκη τους αφορά εις το ότι ο 1ος ψευδώς ισχυρίστηκε σε μηνύσεις του κατά του εγκαλέσαντος Ψ1 και οι λοιποί στις καταθέσεις τους (με προτροπή του 1ου) ότι: 1) Το Ι.Ν. ... ανήγειρε το έτος 1983 ο Π1 πατέρας των δύο πρώτων εξ αυτών και επεκτάθηκε το έτος 1983 στο ίδιο σημείο. 2) Η έκταση και ο Ι.Ν. ... είναι ιδιοκτησία τους και όχι του Ελλ. Δημοσίου ως δήθεν δασική-αναδασωτέα. 3) Ο Ι.Ν. ... ανήκει στο παλαιό εορτολόγιο και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου ως δήθεν παρεκκλήσιο του Ενοριακού Ι.Ν. ... ΙV) Οι αιτούντες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους επικαλούνται ότι τον Ι. Ναό ...ανήγειρε ο Π1 (πατέρας των δύο πρώτων των αιτούντων) το 1983 (και κατά συνέπεια όχι ορθώς κατεδικάσθησαν για τις προαναφερθείσες πράξεις). Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα εξής: α) Από την δημόσια διαθήκη του που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση 1208/92 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ναό. β) Από την φωτοερμηνεία του Τοπ. Μηχανικού Μ1 έτους 2003 (σχετ. 4) έγγραφα που είχαν προσκομίσει στο Εφετείο ως αναγνωστέα 27 και
  2. Μετά την έκδοση της 42/8-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου έγινε νέα φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο-Τοπογράφο-Μηχανικό Μ2 (σχετ. 5) η οποία συμφωνεί με την πρώτη του Μ1 και αποδεικνύεται ότι το οικόπεδο στο οποίο ανηγέρθη ο Ι. Ναός Αγ. ... ήταν περιφραγμένο από το 1973, δεν ήταν δασική έκταση αλλά βραχώδης από το
  3. Ο Ι. Ν. το 1989 φαίνεται 30 τ.μ. και το 1998 60 τ.μ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 στο οικόπεδό τους. Ότι το οικόπεδο όπου ανηγέρθη ο Ι. Ν. Αγ. ... δεν είναι του Ελλ. Δημοσίου προκύπτει από την δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Π1 (σχετ. 4), την απόφαση υπ'αρ. 1664/2001 του Ειρην. Αθηνών (σχετ. 6) με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ. Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ναού Αγ. .... Προκειμένου να ανατρέψουν την άνω απόφαση οι αντίδικοί τους προσεκόμισαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση των εφέσεών τους ψευδείς φωτοερμηνείες παραπλανώντας την δικαστή και εξέδωσε σε βάρος τους την υπ'αρ. 2033/2002 (σχετ. 7) απόφαση η οποία επεκύρωσε το αναφερόμενο πρωτόκολλο δεχθείσα ότι η έκταση του Ι.Ναού ήταν δήθεν δασική-αναδασωτέα και ανήκει δήθεν στο Ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση αυτή προσκομίστηκε στο Εφετείο, αναγνωστέα 44, το οποίο τους κατεδίκασε βάσει της παραπάνω αποφάσεως. γ) Ο 1ος εξ αυτών κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά στις 8-11-2007 (σχ. 8). δ) Κατά της αποφάσεως 2033/2002 έχουν καταθέσει αίτηση αναψηλαφίσεως (σχ. 9) η οποία συζητήθηκε στις 9-11-2007 και αναμένεται έκδοση αποφάσεως. ε) Το ότι ο Ι.Ν. Αγ. ... ανήκει στην εκκλησία του παλαιού εορτολογίου και όχι στην εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου προκύπτει από: εα) την διαθήκη του Π1 (σχ. 3), εβ) τις υπ'αρ. 1664/2001 και 2033/2002 αποφάσεις (αντιστοίχως) του Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγ) την απόφαση 60611/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (σχετ. 10) όπου αθωώθηκαν επί μηνύσεως του Ψ2 προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν. ... την οποία είχαν προσκομίσει και στο Εφετείο, αναγνωστέα
  4. στ) Κατά του Ελληνικού Δημοσίου οι δύο πρώτοι των αιτούντων έχουν καταθέσει αναγνωριστική αγωγή κυριότητος (σχ. 12) η οποία θα εξεδικάζετο την 8-5-2005 αλλά κατόπιν παρεμβάσεως του αντιδίκου τους Δήμου Γαλατσίου θα εκδικασθεί στις 6-5-2008 (σχ. 13). V. Τα στοιχεία που προσεκόμισαν και επικαλούνται οι αιτούντες δεν είναι στην ουσία νέα, αφού: α) δεν υφίστανται έτερες δικαστικές αποφάσεις και δη αμετάκλητες, εκτός από αυτές που ελήφθησαν υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών για την έκδοση της υπ'αρ. 42/2007 αποφάσεως, οι οποίες θα μπορούσαν να ανατρέψουν την προαναφερθείσα απόφαση. β) Η επικαλουμένη από μήνα Ιούνιο 2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης (φωτοερμηνείας) του επιδίκου της Αγρονόμου-Τοπογράφου-Μηχανικού Μ2 είναι μεταγενέστερη της κρινομένης αποφάσεως και ευνοϊκή για τους αιτούντες αφού δέχεται ότι ο Ι. Ν. Αγ. ... είναι εντός της ιδιοκτησίας των δύο πρώτων, πλην όμως ταυτίζεται με αυτήν του Αγρονόμου Τοπογράφου Μ1 υπό χρονολογία 2003, η οποία ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο ως αναγνωστέο με αύξ. αριθμό 81 (πλείονα κατωτέρω παρ. 2). γ) Ως προς τις εκκρεμείς μήνυση, αναγνωριστική αγωγή, αίτηση αναψηλαφίσεως της 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν υφίστανται αμετάκλητες αποφάσεις ώστε να υπάρξουν κριτήρια ελέγχου της βασιμότητας των ισχυρισμών των αιτούντων και προκύψει ότι υφίσταται νέα γεγονότα και νέες αποδείξεις. Πιο συγκεκριμένα: 1) ως προς το στοιχ. 1 την επικαλουμένη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση αρ. 1208/92 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ναό Αγ ... : Τούτο δεν αποτελεί νέο στοιχείο (γεγονός ή απόδειξη) ικανό να ανατρέψει την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών διότι ως εκτίθεται κατωτέρω (παρ. 3) από πολιτικό δικαστήριο έχει κριθεί πως η επίδικη έκταση όπου κατασκευάστηκε ο Ι.Ν. Αγ. ... κρίνεται ως ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στον δικαιοπάροχο (διαθήκη) πατέρα των δύο πρώτων των αιτούντων. (Το άνω έγγραφο φέρει αριθμό αναγνωστέου εγγράφου 27 στην υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών). 2) Επί της φωτοερμηνείας του Τοπ. μηχανικού Μ1 έτους 2003 η οποία προσκομίσθηκε και ελήφθη υπόψη από το Εφετείο με αύξ. Αριθμό
  5. Επικαλούνται οι αιτούντες το γεγονός ότι μετά την έκδοση της υπ'αρ. 42/8-1-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών πραγματοποιήθηκε νέα φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο Τοπογράφο-μηχανικό Μ2 τον Ιούνιο 2007 η οποία συμφωνεί με την πρώτη του Μ1 ότι: α) το οικόπεδο επί του οποίου ανηγέρθη ο Ι.Ν. Αγ. ... ήταν περιφραγμένο από το 1973 και ουδέποτε ήταν δασική έκταση αλλά ανέκαθεν βραχώδες από το έτος 1937 β) ο Ι. Ναός το 1989 φαίνεται 30 τμ. και το έτος 1998 φαίνεται 60 τμ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 και ευρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου των δύο πρώτων αιτούντων (κορυφή βράχου). Η κατά τα άνω δευτέρα πραγματογνωμοσύνη (δείτε προσκομισθέν αντίγραφό της) δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια κάποιας δικαστικής εντολής στα πλαίσια αστικής ή ποινικής δίκης και σε καταφατική περίπτωση ποιά είναι ακριβώς η διαφορά ως και εάν υπάρχουν παρατηρήσεις τυχόν τεχνικών συμβούλων και έρχεται σε σαφή αντίθεση με τις παραδοχές της 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είναι προγενέστερη και αμετάκλητη. Περαιτέρω εφ'όσον η πραγματογνωμοσύνη της Αγρονόμου-Τοπογράφου Μηχανικού Μ2 ταυτίζεται με εκείνην του Μ1 , η οποία ελήφθη υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (αρ. αποφ. 42/2007) με αύξοντα αριθμό αναγνωστέου εγγράφου 81, τότε στην ουσία δεν υφίσταται έτερο νέο στοιχείο. 3) Ως προς την επίκληση της υπ'αρ. 1664/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ.Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. Αγ. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους του Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ν. Αγ. ...: Με την υπ'αρ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που ελήφθη υπόψη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με αυξ. αρ. 44 σελ. 22 αποφ. 42/07), εξαφανίστηκε η υπ'αρ. 1664/2001 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Ν. ...και απερρίφθη η ανακοπή των αδελφών Χ1- Χ2 κατά του Π.Δ.Α. Εις το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής (2033/02) αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: ".....Όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν πιθανολογήθηκε ότι η επίδικη έκταση ευρίσκεται εντός της πιο πάνω ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων, όπως οι ίδιοι αβάσιμα ισχυρίζονται... Όμως, όπως πιθανολογήθηκε, ο εν λόγω ναός, ο οποίος σήμερα έχει επιφάνεια 60 τμ. δεν κτίστηκε στο σημείο αυτό για το οποίο υπήρχε άδεια, αφού κατά την αυτοψία που έκαναν υπάλληλοι της Πολεοδομίας Αθηνών στον εν λόγω χώρο, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω άδεια δεν έχει ισχύ, γιατί ποτέ δεν υλοποιήθηκε, αντιθέτως δε διαπιστώθηκε η ανέγερση του Ναού εκτός του οικοπέδου που εμφαίνεται στα σχέδια της υπ'αρ. ...οικοδομικής άδειας (βλ. τα... έγγραφα της Πολεοδομίας Αθηνών). Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την αρ. ... απόφαση της επιτροπής της παρ. 4 του αρ. 4 του Π.Δ. 267/19...8, η εν λόγω επιτροπή απεφάνθη ότι ο ναός και η αίθουσα έχουν κατασκευασθεί σε εκτός σχεδίου δασική περιοχή, σε θέση διαφορετική απ'αυτή που προβλεπόταν στην αρ...οικοδομική άδεια... Επίσης στα σχέδια της με αριθμό ...οικοδομικής αδείας που έλαβε ο πατέρας των ανακοπτόντων, προκειμένου στο ακίνητό του να ανεγείρει διώροφη οικοδομή, δεν απεικονίζεται το κτίσμα του Ιερού Ναού, όπως θα έπρεπε... Ακόμη, όπως προκύπτει από το από Μάϊο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του Ο.Τ. ... περιοχής '..., που έχει συνταχθεί από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού, ο επίδικος χώρος με τον Ιερό Ναό είναι εκτός της ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων... Τούτο ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ενόψει όλων των παραπάνω δεν πιθανολογείται κυριότητα των ανακοπτόντων στην εν λόγω έκταση... 'Ετσι η εν λόγω έκταση ανήκει κατά κυριότητα, όπως και τα δημόσια εν γένει κτήματα στο Ελληνικό Δημόσιο και περιήλθε σ'αυτό με βάση την από 9-7-1832 συνθήκη...". 4) Όπως προκύπτει από τον κατάλογο αναγνωστέων εγγράφων της υπ'αρ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ανεγνώσθησαν συνολικώς 81 έγγραφα, τα οποία το δικαστήριο εξετίμησε μαζί με λοιπά αναφερόμενα (σελ. 32) αποδεικτικά μέσα και ήχθη σε καταδίκη του αιτούντος. Μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων είναι και όλα όσα επικαλούνται πλην της από μήνα Ιούνιο 2007 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης της Αγρονόμου-Τοπογράφου-Μηχανικού Μ2, η οποία μόνη δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο ικανό να οδηγήσει σε κρίση για επανάληψη της διαδικασίας εφ'ης εξεδόθη η υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως ειδικότερα ανωτέρω στην παράγραφο 2 εκτίθεται. 5) 'Οσον αφορά την μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε ο Χ1 ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στις 8-11-2007 με αρ. πρωτ. 9957 εναντίον εκείνων που κατά τους ισχυρισμούς του προσεκόμισαν τις ψευδείς φωτοερμηνείες για να παραπλανήσουν την δικαστή που εξέδωσε την 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αίτηση αναψηλαφίσεως κατά της αποφάσεως αυτής (που συζητήθηκε στις 9-11-2007), την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των δύο πρώτων εκ των αιτούντων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παρατηρούμε ότι επ'αυτών δεν υφίσταται αμετάκλητη δικαστική κρίση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η εκτίμησή τους στην παρούσα διαδικασία. VI) Κατά συνέπεια επειδή στην ουσία οι αιτούντες δεν υπέδειξαν νέα γεγονότα ούτε προσεκόμισαν νέες αποδείξεις, αλλά αυτά που επικαλούνται ερευνήθηκαν από το δικαστήριο, θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών να απορριφθεί, όπως επίσης να απορριφθεί και η αίτηση για αναστολή εκτελέσεως των ποινών που τους επεβλήθησαν με την άνω απόφαση λόγω του αβασίμου αυτής και επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα. VIΙ) Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί η από 13-12-2007 αίτηση των 1)Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 περί επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ'αρ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. 2) Να απορριφθεί η αίτηση των ανωτέρω για αναστολή εκτελέσεως (κατ'αρ. 529 ΚΠΔ) της επιβληθείσας εις έκαστον ποινής. 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αιτούντων. Αθήνα 22 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο528 § 1 ΚΠΔ αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 § 3 του ιδίου Κώδικος το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ιδίου Κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία και χρονολογία ..., ..., ... αποδεικτικά επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... το πρώτο και ...τα δύο έτερα, οι αιτούντες εκλητεύθησαν νομίμως και εμπροθέσμως για την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου. Πλην ούτοι δεν ενεφανίσθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) και κατά συνέπεια πρέπει η κρινομένη αίτηση να συζητηθεί ερήμην των αιτούντων. Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση αριθμ. 2, κατά την οποίαν, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπ' όψη των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την περίπτωση της αυτής διατάξεως (525 § 1), η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως εάν αυτό συνετελέσθη πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ' αυτή αρκεί, εάν συνετελέσθη πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μη μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπ' όψη και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί εάν ήτο γνωστό έπρεπε να είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης, εις την οποίαν συνετελέσθη η αμετάκλητη καταδίκη, ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει α)το αθωωτικό δεδικασμένο να ήτο άγνωστο στους δικάσαντας και τον καταδικασθέντα και β)να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 § 1 ΚΠΔ όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες δια της υπ' αριθμ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθησαν αμετακλήτως, ο πρώτος για ψευδή καταμήνυση συκοφαντική δυσφήμηση ψευδορκία και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις οι δεύτερος και τρίτος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, αφού η κατά της άνω αποφάσεως αναίρεση απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 1878/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Νυν ζητούν, με την κρινομένη από 11/12/2007 αίτησή των, την επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την άνω 42/2007 απόφαση, επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, κατά ιστορικό και αίτημα ότι από τα προσκομιζόμενα νέα στοιχεία γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, παραδεκτώς δε εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (εν Συμβουλίω), (άρθρ. 527 §§ 1 και 3 και 528 § 1 ΚΠΔ) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στην δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Δια της υπ' αριθμ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η οποία κατέστη αμετάκλητη δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως δια της υπ' αριθμ. 1878/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι αιτούντες κατεδικάσθησαν ως εξής: Ο Χ1 μεν σε συνολική ποινή φυλακίσεως 14 μηνών, οι δε Χ2 και Χ3 σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ο πρώτος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση που ετέλεσε στην ...την 7/12/1999, 5/4/2000, 8/5/2000 6/6/2000 και 7/7/2000 δια των αντιστοίχων μηνύσεών του, μεταξύ άλλων και κατά του Ψ1 της συκοφαντικής δυσφημήσεως την 5/4/2000 και 6/6/2000 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι δεύτερος και τρίτος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως την 16/6/2000 και ταύτα πάντα σχετικά με το ιδιοκτησιακό και θρησκευτικό καθεστώς του Ι.Ν. του Αγίου ... στην περιοχή .... Ειδικότερα ο πρώτος αιτών Χ1 εκηρύχθη ένοχος του ότι στην .... Εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτές και ειδικότερα εγχείρισε-κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών τις από 7-12-99, 5-4-2000, 8-5-2000, 6-6-2000, και 7-7-2000 αντίστοιχες μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά του ήδη εγκαλούντα, Ψ1, με τις οποίες καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ως αυτουργό αυτοδικίας, ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Συγκεκριμένα στην τέταρτη (από 6-6-2000) των ως άνω μηνύσεων του ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα όταν ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών κατέθεσε ψευδώς στις 25-5-2000 ότι "1)τον Ι.Ν. του Αγ. ... που βρίσκεται στην περιοχή ... τον έκτισαν οι κάτοικοι της περιοχής το 1993-1995, 2)ότι η έκταση όπου έχει ανεγερθεί ο Ι. Ναός είναι δημόσια, 3)ότι ο Ι. Ναός του Αγ. ... είναι του Νέου Ημερολογίου, 4)ότι στο ίδιο σημείο δεν υπήρχε ποτέ Ι. Ναός".(Οι λοιπές μηνύσεις που αφορούν ψευδή γεγονότα και υπεβλήθησαν από τον εγκαλούντα Χ1 στρέφονται η πρώτη κατά της Φ1, ..., ..., Ψ1 δευτέρα και η τρίτη κατ' αυτών και των ..., ...,... και Ψ2 (αυτού του τελευταίου για απάτη) και η πέμπτη κατά των ..., ..., Φ1, Ψ1, ..., ..., Ψ2 και ...). Όλα αυτά ήταν όμως ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των μηνύσεών του, ήθελε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για τις ανωτέρω πράξεις. Την αναλήθεια δε των διαλαμβανομένων στην πρώτη (από 7-12-99), τέταρτη (από 6-6-2000) και πέμπτη (7-7-2000) των ως άνω μηνύσεων του αποδέχτηκαν και τα υπ' αριθμ 1128/2001 1604/2001 και 3079/2001 αντίστοιχα βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που αποφάνθηκαν να μη γίνει κατηγορία κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντα διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για τις. πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ενώ οι λοιπές (από 5-4-2000 και 8-5-2000) πιο πάνω μηνύσεις του κατηγορουμένου απορρίφθηκαν ως νομικά αβάσιμες με τις υπ' αριθμ. 208/2000 και 134/2000 διατάξεις του Εισαγγελέα Πλημ/κών Αθηνών αντίστοιχα. 2)Στις 6-4-2000 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλο ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, εν γνώσει του ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ψευδή και ειδικότερα υποβάλλοντας την δεύτερη των ως άνω υπό στοιχ. Αα' μηνύσεων του (από 5-4-2000) ισχυρίστηκε ενώπιον τουλάχιστον των προανακριτικών υπαλλήλων, τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, ήτοι μεταξύ άλλων ότι ο εγκαλών συνεχίζει να καταλαμβάνει παράνομα τον παραπάνω ναό, να του υποβάλει ψευδείς μηνύσεις προσκομίζοντας πλαστά τοπογραφικά, να μην συμμορφώνεται στις δικαστικές αποφάσεις κλπ, τα οποία ήταν ψευδή και γνώριζε ο κατηγορούμενος την αναλήθεια τους, μπορούσαν δε να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. 3) ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα ειδικότερα υποβάλλοντας την από 6-6-2000 μήνυσή του ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα όταν ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών κατέθεσε ψευδώς στις 25-5-2000 ότι : 1)τον Ι. Ναό του Αγ. ... που βρίσκεται στην περιοχή ... τον έκτισαν οι κάτοικοι της περιοχής το 1993-1995, 2)ότι η έκταση όπου έχει ανεγερθεί ο Ι. Ναός είναι δημόσια, 3)ότι ο Ι. Ναός του Αγ. ... είναι του Νέου Ημερολογίου 4) ότι στο ίδιο σημείο δεν υπήρχε ποτέ Ι. Ναός. 4) Στις 16.6.2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του, Χ2 και Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις παρακάτω περιγραφόμενες υπό στοιχ. Α' και Β' αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω Α) ο δεύτερος αιτών Χ2 εκηρύχθη ένοχος του ότι την 16/6/2000 στην ... ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και ειδικότερα ενώ εξεταζόταν, ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης, μετά από τις ως άνω υπό στοιχ Αα' μηνύσεις που είχε υποβάλει ο συγκατηγορούμενος αδελφός του, Χ1, εναντίον του ήδη εγκαλούντα, κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τους μεταξύ άλλων τα παρακάτω, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "....διεκδικεί μαζί και με άλλους του Συλλόγου ... τον ναό του Αγίου .... ο οποίος είναι χτισμένος από τον πατέρα μας Π1 στο οικόπεδό μας με άδειες από την Αρχιεπισκοπή των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών και την Πολεοδομία. Συγκεκριμένα ο εν λόγω ναός κτίσθηκε το 1983 και το 1993 ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε λειτουργούσε δε με ιερείς του παλαιού ημερολογίου μέχρι την κατάληψή του από τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου και τους ιερείς του νέου ημερολογίου παρά το γεγονός ότι έχουμε καταφύγει στα δικαστήρια και έχουμε δικαιωθεί. Επίσης είναι ψέματα τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες και σκοπός τους είναι να πάρουν την εκκλησία και το οικόπεδο μας..." και Β)ο τρίτος αιτών Χ3 εκηρύχθη ένοχος του ότι ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως 'μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα κατά την εξέτασή του ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της αυτής ως άνω προανάκρισης, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής περιστατικά τα οποία ήταν ψευδή, αυτός δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "...Το αληθές είναι ότι ο Σύλλογος ... με χίλια ψεύδη επιχειρεί να πάρει από τους οπαδούς του παλαιού ημερολογίου τον Ιερό Ναό του Αγίου ... Ο εν λόγω ναός έχω προσωπική αντίληψη ότι χτίστηκε το 1983 από τον αείμνηστο Π1 πατέρα του μηνυτή, με σκοπό να εξυπηρετεί τους πιστούς του παλαιού ημερολογίου, στο οικόπεδό του, το οποίο είναι ιδιωτικό και βρίσκεται εντός του δημοσίου κτήματος ... . Ο εν λόγω ναός κτίστηκε με άδεια της Πολεοδομίας και έγκριση του τότε Αρχιεπισκόπου Παλαιοημερολογιτών ... εις εκπλήρωση ευγνωμοσύνης του Π1 που θεραπεύτηκε από καρκίνο από τον 'Αγιο... Το 1993 έγινε επέκταση του ναού στο ίδιο ακριβώς σημείο με τη συμβολή πολλών χριστιανών της περιοχής του παλαιού και του νέου ημερολογίου. Ο ναός λειτουργούσε από το 1983 μέχρι το 1998 με ιερείς του παλαιού εορτολογίου ώσπου κατελήφθη βιαίως από μέλη του Συλλόγου ... και λειτουργεί παρανόμως παρόλο που εμείς έχουμε δικαιωθεί από όλα τα δικαστήρια. Πιστεύω όμως απόλυτα ότι συντόμως θα αποδοθεί ο ναός στους πιστούς του παλαιού ημερολογίου που είμαστε και οι νόμιμοι δικαιούχοι και όλοι οι μάρτυρες που έχουν καταθέσει τα αντίθετα ψεύδονται...". Ήδη οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία α)τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια των οποίων εδημοσιεύθη η υπ' αριθμ. ... δημοσία διαθήκη του πατρός των Χ1 και Χ2, ενώπιον του Συμ/φου Αθηνών Μιχαήλ Ιω. Καρτσούνη και εις την οποίαν αναφέρεται ότι "η υπάρχουσα εκκλησία "Άγιος ..." που βρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου να περιέλθει στα παιδιά μου" β)την έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου Μηχανικού Μ1 έτους 2003 γ)την υπ' αριθμ. 1664/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ηκυρώθη το Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Διευθυντού Δασών Αθηνών, κατά των τότε ανακοπτόντων και νυν αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2 δ)την υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του Ελλ. Δημοσίου επί της αμέσως ανωτέρω ειρηνοδικειακής αποφάσεως η οποία επικύρωσε το άνω πρωτόκολλο και ε)την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όπου "αθωώθηκαν αμετακλήτως σε ψευδομήνυση του Ψ2 προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν. ...", όπως κατά λέξη αναφέρουν οι αιτούντες. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αμετακλήτου αποφάσεως, με την οποίαν επερατώθη η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα στοιχεία ή αποδείξεις δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν τους αιτούντας, αλλ' είχαν υποβληθεί εις την κρίση των. Ειδικότερα ανεγνώσθησαν και ελήφθησαν υπ' όψη τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 27), η έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας Μ1 από τον Φεβρουάριο 2003 (υπ' αριθμ. 81), η υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 44 & 50) μετ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1664/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εξ άλλου με την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών οι αιτούντες εκρίθησαν αθώοι, Α)ο Χ1 μεταξύ άλλων για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος. Ειδικότερα εκρίθη αθώος για το ότι: 1)Κατεμήνυσε κατ' εξακολούθηση ψευδώς την 23/12/1999, 6/7/2000, 8/5/2000 για συκοφαντική δυσφήμηση τον Αρχιμανδρίτη Ψ2 προκειμένου να επιτύχει την άσκηση της ποινικής διώξεώς του για το αδίκημα της αυτοδικίας και της απλής συνεργείας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση ισχυριζόμενος, πλην άλλων εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ναός του Αγ. ... ήτο κτισμένος εκτός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του 2)κατέθεσεν ως μάρτυς ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς κατ' εξακολούθηση την 23/12/1999, 6/4/2000, 13/1/2000, 8/5/2000, 10/7/2000 και εβεβαίωσε ψευδώς ότι το περιεχόμενο των άνω μηνύσεών του ήτο αληθές και 3)προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν, πλην άλλων, ψευδώς ότι ο Ναός του Αγίου ... ήτο κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του. Β)ο ... (εκρίθη αθώος) μεταξύ άλλων και για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και ειδικότερα του ότι την 3/2/2000 κατέθεσεν εν γνώσει του ψευδώς ότι τον άνω ναό έκτισε ο πατέρας του μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του, την οποία κληρονόμησαν με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του Γ) ο Χ3 (εκρίθη αθώος) για το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ειδικότερα του ότι την 31/7/2000 κατέθεσε ως μάρτυς χωρίς όρκο, ενώπιον του 1ου Πταισματοδικείου Αθηνών, ψέματα εν γνώσει της αναληθείας ότι ο πατέρας του μηνυτού είχε κτίσει το ναό σε ιδιόκτητη έκταση σε εκπλήρωση τάματος. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 42/2007 αμετακλήτου αποφάσεως, η απόφαση αυτή, 60611/2005, δεν είναι νέα, διότι ανεγνώσθη (υπ' αριθμ. 30) και ελήφθη υπ' όψη από τους δικάσαντας, ενώ από τα άνω εκτεθέντα, σχετικά με τις πράξεις για τις οποίες ηθωώθησαν οι νυν αιτούντες αμετακλήτως, προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ίδιες με εκείνες, κατά την έννοια του άρθρου 57 ΚΠΔ, για τις οποίες αυτοί κατεδικάσθησαν, επίσης αμετακλήτως με την άνω 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, πλην άλλων και προεχόντως διότι διαφέρει το πρόσωπο του παθόντος. Περαιτέρω όσον αφορά μεν την φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο-Τοπογράφο-Μηχανικό Μ2, του μηνός Ιουνίου 2007, αυτή, εφ' όσον, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, συμφωνεί με την ανωτέρω του Μ1 η οποία κατά τα αναφερθέντα, ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο με την ανάγνωσή της (υπ' αριθμ. 81), δεν είναι νέο στοιχείο, όσον δε αφορά την από 8/11/2007 μήνυση του εκ των αιτούντων Χ1 και την από 5/7/2007 αίτηση αναψηλαφήσεως των εκ των αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2 και του ετέρου αδελφού των Χ4 περί αναψηλαφήσεως της υπ' αριθμ. 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών συζητηθείσα την 9/11/2007 αυτά δεν είναι νέα στοιχεία τα οποία είτε (από) μόνα τους, είτε σε συνδυασμό και με τα ήδη προσκομισθέντα κάνουν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι, ενώ επ' αυτών δεν προσκομίζονται αποφάσεις οι οποίες να εκτιμηθούν εάν είναι πράγματι νέες αποδείξεις. Δεν είναι, τέλος, νέο στοιχείο ή από 25/10/2006 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος του Χ4 κατά του Ελληνικού Δημοσίου και η οποία, εις πάσαν περίπτωση, ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο (υπ' αριθμ. αναγνωσθέντος εγγράφου 61). Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινομένης αιτήσεως επιδιώκουν του από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και εντεύθεν απορριπτέες αφού, όπως εξετέθη, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Μετά ταύτα πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ). Ακόμη το αίτημα των Χ1 και Χ3 περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως, που επεβλήθη αμετακλήτως εις αυτούς δια της υπ' αριθμ. 42/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, των 14 μηνών (συνολικώς) και 5 μηνών αντιστοίχως είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, διότι κατ' άρθρον 529 ΚΠΔ, η προβλεπομένη αναστολή για τον αιτούντα έχει ως προϋπόθεση ότι η επιβληθείσα ποινή εκτίεται, ενώ εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση, η ποινή για τον νυν αιτούντα, τότε πρώτο κατηγορούμενο, έχει μετατραπεί (προς 4,40 € ημερησίως). Τέλος το αυτό αίτημα του Χ2 είναι επίσης απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, εφ' όσον η επιβληθείσα εις αυτόν ποινή όχι μόνον δεν εκτίεται αλλ' έχει ανασταλεί επί τριετίαν, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση 42/2007). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3 για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθμ. 42/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία επεβλήθη με την άνω απόφαση. Και Καταδικάζει τους αιτούντας στο δικαστικά έξοδα που ανέρχονται εις διακόσια είκοσι

(220)ευρώ, δι' έναν έκαστον αυτών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου
  1. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου
  2. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.