Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2458 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Απορρίπτει αίτημα αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Αριθμός 2458/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια και Ελευθέριο Μάλλιο (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με την με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, που δεν παρέστησαν στο Συμβούλιο, 1) για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση για επανάληψη διαδικασίας και την από 31 Μαρτίου 2008 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής του εκ των αιτούντων Χ1, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2122/
- Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 128/12-3-2008 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "I) Εισάγω υπό την κρίση του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 32 §§ 1 και 4, 138 §2β, 525 §1, 529 Κ.Π.Δ., την από 14-12-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 3) Χ3 περί: α) Επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αρ. 43/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία κατεδικάσθη ο 1ος σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρος (όχι για συκοφαντική δυσφήμηση ως εσφαλμένως αναγράφεται στην αίτηση) και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι 2ος και 3ος σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών έκαστος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, β) αναστολής εκτελέσεως κατ' αρ. 529 Κ.Π.Δ. των ανωτέρω ποινών και εκθέτω τα ακόλουθα: II) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκης και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π. Χρ. ΝΓ σελ. 597 Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234). Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5). Εξ άλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορό του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384). Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητά της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί. Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347). III) Εις την υπό κρίση υπόθεση με την υπ' αρ. 43/2007 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών κατεδικάσθησαν κατά πλειοψηφία ένοχοι: 1) Ο Χ1 για α) ψευδή καταμήνυση κατ' εξακολούθηση, β) ψευδορκία μάρτυρος (και όχι για συκοφαντική δυσφήμηση ως εσφαλμένως αναγράφεται στην υπό κρίση αίτηση) γ) ηθική αυτουργία σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση κατ' εξακολούθηση, σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, 2) Ο Χ2 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, 3) Ο Χ3 για ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών. Ακολούθως με την υπ' αρ. 2015/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου απερρίφθησαν οι αναιρέσεις των καταδικασθέντων για μεν τον 1ο διότι ο πρώτος λόγος ήταν αόριστος και ο δεύτερος αβάσιμος και για τους 2ο και 3ο ως ανυποστήρικτες. Η καταδίκη τους αφορά εις το ότι ο 1ος ψευδώς ισχυρίστηκε σε μηνύσεις του και εβεβαίωσε ενόρκως ψευδώς κατά του εγκαλέσαντος Ψ1 και οι λοιποί στις καταθέσεις τους (με προτροπή του 1ου) ότι: 1) Τον Ι.Ν. ... ανήγειρε το έτος 1983 ο Π1 πατέρας των δύο πρώτων εξ αυτών και επεκτάθηκε το έτος 1983 στο ίδιο σημείο. 2) Η έκταση και ο Ι.Ν. ... είναι ιδιοκτησία τους και όχι του Ελληνικού Δημοσίου ως δήθεν δασική αναδασωτέα. 3) Ο Ι.Ναός ... ανήκει στο παλαιό εορτολόγιο και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου ως δήθεν παρεκκλήσιο του ενοριακού Ιερού Ναού.... IV) Οι αιτούντες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους επικαλούνται ότι τον Ι.Ναό ... ανήγειρε ο Π1 (πατέρας των δύο πρώτων των αιτούντων) το 1983 (και κατά συνέπεια όχι ορθώς κατεδικάσθησαν για τις προαναφερθείσες πράξεις). Το γεγονός αυτό προκύπτει από τα εξής: α) Από την δημόσια διαθήκη του που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση 1208/92 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ναό. β) Από την φωτοερμηνεία του Τοπογράφου Μηχανικού Μ1 έτους 2003 (σχετ. 4) έγγραφα που είχαν προσκομίσει στο Εφετείο ως αναγνωστέα 27 και
- Μετά την έκδοση της 43/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών έγινε νέα φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο - Τοπογράφο - Μηχανικό Μ2 (σχετ. 5) η οποία συμφωνεί με την πρώτη του Μ1 και αποδεικνύεται ότι το οικόπεδο στο οποίο ανηγέρθη ο Ι.Ναός ... ήταν περιφραγμένο από το 1973, δεν ήταν δασική έκταση, αλλά βραχώδης από το
- Ο Ι.Ν. το 1989 φαίνεται 30 τμ. Και το 1998 60 τμ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 στο οικόπεδό τους. Ότι το οικόπεδο όπου ανηγέρθη ο Ι.Ν. Αγ. ... δεν είναι του Ελληνικού Δημοσίου προκύπτει από την δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Π1 (σχετ. 3), την απόφαση υπ' αρ. 1664/2001 του Ειρηνοδικείου Αθηνών (σχ. 6) με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ. Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ναού .... Προκειμένου να ανατρέψουν την άνω απόφαση οι αντίδικοί τους προσεκόμισαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση των εφέσεών τους ψευδείς φωτοερμηνείες παραπλανώντας την δικαστή η οποία εξέδωσε σε βάρος τους την υπ' αρ. 2033/2002 (σχετ. 7) απόφαση η οποία επεκύρωσε το αναφερόμενο πρωτόκολλο δεχθείσα ότι η έκταση του Ι.Ναού ήταν δήθεν δασική - αναδασωτέα και ανήκει δήθεν στο Ελληνικό Δημόσιο. Η απόφαση αυτή προσκομίστηκε στο δικαστήριο (Εφετείο) με αριθμό 35 και όχι 44 ως εσφαλμένως αναγράφεται στην σελ. 4 της υπό κρίση αιτήσεως. γ) Ο 1ος εξ αυτών κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Αρείου Πάγου μηνυτήρια αναφορά στις 8-11-2007 (σχ. 8). δ) Κατά της αποφάσεως 2033/2002 έχουν καταθέσει αίτηση αναψηλαφήσεως (σχ. 9) η οποία συζητήθηκε στις 9-11-2007 και αναμένεται έκδοση αποφάσεως. ε) Το ότι ο Ι.Ν. ... ανήκει στην Εκκλησία του παλαιού εορτολογίου και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδος του νέου ημερολογίου προκύπτει από: εα) την διαθήκη του Π1 (σχ. 3), εβ) την υπ' αρ. 1664/2001 και 2033/2002 αποφάσεως (αντιστοίχως) του Ειρηνοδικείου και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγ) την απόφαση 60611/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (σχ. 10) όπου αθωώθηκαν επί μηνύσεως του Ψ2 Προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν. ... την οποία είχαν προσκομίσει και στο Εφετείο. στ) Κατά του Ελληνικού Δημοσίου οι δύο πρώτοι των αιτούντων έχουν καταθέσει αναγνωριστική αγωγή κυριότητας (σχ. 13) η οποία θα εξεδικάζετο στις 8-5-07, αλλά κατόπιν παρεμβάσεως του αντιδίκου τους Δήμου Γαλατσίου θα εκδικασθεί στις 6-5-
- V) Τα στοιχεία τα οποία προσεκόμισαν και επικαλούνται οι αιτούντες δεν μπορεί να εκληφθούν ως νέα ικανά να ανατρέψουν την κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την υπ' αρ. 43/2007 απόφαση κάνοντας φανερό ότι αυτοί είναι αθώοι ή καταδικάστηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσαν. Ειδικότερα: 1) Ως προς την επικαλουμένη δημόσια διαθήκη του πατέρα τους που συνετάγη το 1988 και δημοσιεύθηκε με την απόφαση 1208/92 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τους άφηνε κληρονομιά τον Ι.Ν. ..., αυτό δεν αποτελεί νέο στοιχείο, διότι από απόφαση πολιτικού δικαστηρίου ως εκτίθεται κατωτέρω έχει κριθεί πως η επίδικη έκταση όπου κατασκευάστηκε ο Ι.Ν. ... εκρίθη ως ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στον δικαιοπάροχο (διαθέτη) πατέρα των δύο πρώτων. 2) Με την υπ' αρ. 1664/01 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία ακυρώθηκε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής της Δ. Δασών και απερρίφθη η πρόσθετη παρέμβαση του Ι.Ν. Αγ. ... αναγνωρίζοντας τους κληρονόμους του Π1 ιδιοκτήτες του Ι.Ν. .... Ασκηθείσας εφέσεως κατά της ανωτέρω αποφάσεως το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αρ. 2033/2002 απόφασή του (που ανεγνώσθη από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών) εξαφάνισε την υπ' αρ. 1664/2001 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγιναν δεκτές οι εφέσεις του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Ι.Ν. Αγ.... και απερρίφθη η ανακοπή των αδελφών Χ1-Χ2 κατά του Π.Δ.Α. Εις το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής (2033/02) αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής:"... Η επίδικη αυτή έκταση, η οποία έχει έδαφος βραχώδες ... εφάπτεται με το σχέδιο πόλεως ... αποτελεί δασική έκταση (βλ. την από 18-12-2000 έκθεση αυτοψίας του Δασοπόνου ...). Την έκταση αυτή κατέλαβε ο πατέρας των ανακοπτόντων και οι ίδιοι οι ανακόπτοντες, κατά το χρονικό διάστημα 1973 έως και 1995 και προέβησαν σε περίφραξη, περιμάντρωση και τσιμεντοποίηση τμήματος αυτής, στην συνέχεια δε στον εν λόγω χώρο ανεγέρθηκε ο Ιερός Ναός του ..., για την ανέγερση του οποίου, ερίζουν τόσο οι ανακόπτοντες όσο και ο εξωραϊστικός Σύλλογος .... Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η έκταση αυτή ανήκει στην κυριότητά τους, αφού περιήλθε στον πατέρα τους Π1 ... Όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν πιθανολογήθηκε ότι η επίδικη έκταση ευρίσκεται εντός της πιο πάνω ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων, όπως οι ίδιοι αβάσιμα ισχυρίζονται. Ειδικότερα αυτοί ισχυρίζονται ότι ο πατέρας τους Π1 είχε ανεγείρει από το έτος 1983, στον επίδικο χώρο, που ήταν εντός της ιδιοκτησίας του, τον Ι.Ν. του ... και προσκομίζουν την υπ' αρ. ... άδεια της Πολεοδομίας Αθηνών , σύμφωνα με την οποία η άδεια αφορούσε ανέγερση ναού επιφανείας 21,46 τμ. Όμως, όπως πιθανολογήθηκε ο εν λόγω ναός ο οποίος έχει σήμερα επιφάνεια 60 τμ., δεν κτίσθηκε στο σημείο αυτό για το οποίο υπήρχε άδεια, αφού κατά την αυτοψία που έκαναν υπάλληλοι της πολεοδομίας Αθηνών στον εν λόγω χώρο, διαπιστώθηκε ότι η εν λόγω άδεια δεν έχει ισχύ, γιατί ποτέ δεν υλοποιήθηκε, αντιθέτως δε διαπιστώθηκε η ανέγερση του Ναού εκτός του οικοπέδου που εμφαίνεται στα σχέδια ... Εξ άλλου όπως προκύπτει από την αρ. ... απόφαση της επιτροπής της παρ. 4 του αρ. 4 του Π.Δ. 267/1998, η εν λόγω επιτροπή απεφάνθη ότι ο ναός και η αίθουσα έχουν κατασκευασθεί σε εκτός σχεδίου δασική περιοχή, σε θέση διαφορετική απ' αυτή που προβλεπόταν στην αρ. ... οικοδομική άδεια ... Ακόμη όπως προκύπτει από το από Μάιο 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του Ο.Τ. ... περιοχής..., που έχει συνταχθεί από την Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού, ο επίδικος χώρος με τον ιερό ναό είναι εκτός της ιδιοκτησίας των ανακοπτόντων (βλ. σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα). Τούτο ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ενόψει των παραπάνω δεν πιθανολογείται κυριότητα των ανακοπτόντων στην εν λόγω έκταση. Πέραν όμως τούτου, η εν λόγω έκταση με βάση την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1937, 1953, 1965 και 1979 καλυπτόταν κατά τα παραπάνω έτη ... και ήταν δασική έκταση (βλ. σχετική τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών του Τοπογράφου Μηχανικού ...) ... Έτσι (φύλλο 9 σελ. α της 2033/2002 αποφάσεως) η εν λόγω έκταση ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και περιήλθε σ' αυτό με βάση την από 9-7-1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα ... πρωτόκολλα του Λονδίνου, εφ' όσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν πιθανολογήθηκε κυριότητα των ανακοπτόντων σ' αυτή ...". 3) Όσον αφορά: α) την μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε ο Χ1 ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στις 8-11-2007 με αρ. πρ. 9957 εναντίον εκείνων, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, προσεκόμισαν τις ψευδείς φωτοερμηνείες για να παραπλανήσουν την δικαστή που εξέδωσε την 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) την αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της αποφάσεως αυτής (που συζητήθηκε στις 9-11-07, γ) την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας των δύο πρώτων εκ των αιτούντων που πρόκειται να συζητηθεί την 6-5-2008, παρατηρούμε ότι επ' αυτών δεν υφίσταται αμετάκλητη δικαστική κρίση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής εκτίμηση στην παρούσα διαδικασία. Το βασικό ζητούμενο στην υπό κρίση διαδικασία είναι εάν ο Ι.Ν. ... περιοχής ... ανηγέρθη από τον πατέρα των δύο πρώτων εκ των αιτούντων και εάν ευρίσκεται ή όχι εντός του οικοπέδου αυτών. Σε περίπτωση που όντως η κατασκευή του έγινε από τον πατέρα τους εντός της ιδιοκτησίας τους τότε θα εκρίνετο η υπό κρίση αίτηση ως βάσιμη διότι η καταδίκη τους για τις αναφερόμενες (στην υπ' αρ. 43/07 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) πράξεις θα ήταν εσφαλμένη. Από τα ήδη εκτεθέντα στοιχεία που ήταν γνωστά στο δικάσαν δικαστήριο είναι σαφές ότι δεν υφίστανται νέα τοιαύτα ικανά που να κάνουν φανερό ότι οι αιτούντες ήταν αθώοι. VI) Επικαλούνται οι αιτούντες ότι εις το δικαστήριο ετέθη υπόψη η από έτος 2003 έκθεση φωτοερμηνείας του Τοπογράφου - Μηχανικού Μ1 η οποία δέχεται ότι η ανέγερση έλαβε χώρα εντός της εκτάσεως των αδελφών Χ1-Χ
- Εφ' όσον υποστηρίζουν ότι τούτο ετέθη υπόψη του δικαστηρίου δεν θεωρείται νέο στοιχείο. Περαιτέρω προσεκόμισαν και επικαλούνται την από μήνα Ιούνιο 2007 έκθεση φωτοερμηνείας της Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Μ2 η οποία συμφωνεί με αυτήν του Μ1 που ετέθη υπόψη του δικαστηρίου και δέχεται ότι: α) το οικόπεδο επί του οποίου ανηγέρθη ο Ι.Ν. ... ήταν περιφραγμένο από το 1973 και ουδέποτε ήταν δασική έκταση αλλά ανέκαθεν, βραχώδες από το έτος
- β) Ο Ι.Ναός το 1989 φαίνεται 30 τμ. και το έτος 1998 φαίνεται 60 τμ. στο ίδιο σημείο, αφού είχε γίνει επέκτασή του το 1993 και ευρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου των δύο πρώτων αιτούντων (κορυφή βράχου). Η κατά τα άνω δεύτερη πραγματογνωμοσύνη δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια κάποιας δικαστικής εντολής ενόψει αστικής ή ποινικής δίκης. Περαιτέρω έρχεται σε σαφή αντίθεση με τις παραδοχές της υπ' αρ. 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είναι προγενέστερη, αμετάκλητη και έλαβε υπόψη της έγγραφα της Πολεοδομίας των Τεχνικών Υπ. του Δήμου Γαλατσίου, καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως και έγγραφα (φωτοερμηνείες κ.λ.π.) του αρμόδιου Δασαρχείου. Περαιτέρω οι αιτούντες με την υπ' αρ. 60611/05 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απηλλάγησαν αναλόγων κατηγοριών (ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος κ.λ.π.) με παθόντα τον Ψ2 σχετικά με το αυτό επίδικο (βλ. απόφαση που προσεκόμισαν). Από την απόφαση αυτή δεν προκύπτει ότι η υπ' αρ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προδήλως έσφαλε. Συνεπώς οι δύο αμέσως ανωτέρω ισχυρισμοί χωρίς έτερα στοιχεία, όπως λ.χ. θετική υπέρ των αιτούντων απόφαση επί της αναψηλαφήσεως και αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του επιδίκου, δεν μπορεί να κριθούν ως νέα στοιχεία που καθιστούν φανερό ότι ήταν αθώοι και η καταδίκη όχι ορθή. Κατ' ακολουθία αυτών θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί, όπως επίσης να απορριφθεί και η αίτηση για αναστολή εκτελέσεως των ποινών που τους επεβλήθησαν με την 43/07 απόφαση λόγω του αβασίμου (κατ' ουσία της αιτήσεως) και επιβληθούν σε βάρος τους τα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς. Προτείνω 1) Να απορριφθεί η από 14-12-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 περί επαναλήψεως υπέρ αυτών της ποινικής διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την υπ' αρ. 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, 2) Να απορριφθεί η αίτηση των ανωτέρω για αναστολή εκτελέσεως (κατ' άρ. 529, Κ.Π.Δ.) της επιβληθείσας εις έκαστον ποινής, 3) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αιτούντων. Αθήνα 29-2-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατ' άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. αρμόδιο να αποφασίσει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 527 παρ. 3 του ιδίου Κώδικος, το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Προς τούτο προκειμένου για το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αιτούντα. Η κλήση γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 ιδίου Κώδικος. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα υπό ημερομηνία και χρονολογία ..., ..., ... αποδεικτικά επιδόσεως των Δικαστικών Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... το πρώτο και ... τα δύο έτερα, οι αιτούντες εκλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως για την εις την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, κατά την οποίαν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου. Πλην ούτοι δεν ενεφανίσθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (σε Συμβούλιο) και κατά συνέπεια πρέπει η κρινομένη αίτηση να συζητηθεί ερήμην των αιτούντων. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση αριθμ. 2, κατά την οποίαν, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της άνω διατάξεως, είναι εκείνες που δεν υπεβλήθησαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που έχουν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν από αυτούς έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπ' όψη των αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από νομικής και ουσιαστικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπ' όψη οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την περίπτωση 4 της αυτής διατάξεως (525 παρ. 1), η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδείχθηκε ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής λόγος επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας υπό του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως εάν αυτό συνετελέσθη πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά απ' αυτή, αρκεί, εάν συνετελέσθη πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι αυτό (αθωωτικό δεδικασμένο) ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μη μπορεί να ληφθεί απ' αυτό υπ' όψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μην μπορεί να προβληθεί, γιατί εάν ήτο γνωστό έπρεπε να είχε προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή του Αρείου Πάγου ως λόγος αναιρέσεως ή ότι ο καταδικασθείς δεν έλαβε γνώση της δίκης, εις την οποίαν συνετελέσθη η αμετάκλητη καταδίκη, ώστε να μπορεί να το προβάλλει. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι για να λάβει χώρα επανάληψη διαδικασίας σε περίπτωση αθωώσεως του καταδικασθέντος πρέπει α) το αθωωτικό δεδικασμένο να ήτο άγνωστο στους δικάσαντες και τον καταδικασθέντα και β) να συντρέχουν οι κατά το άρθρο 57 παρ.1 Κ.Π.Δ. όροι του δεδικασμένου με την αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούντες δια της υπ' αριθμ. 43/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθησαν αμετακλήτως, ο πρώτος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία ως και ηθική αυτουργία σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι δεύτερος και τρίτος για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, αφού η κατά της άνω αποφάσεως αναίρεση απερρίφθη δια της υπ' αριθμ. 2015/2007 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Νυν ζητούν, με την κρινομένη από 13.12.2007 αίτησή των, την επανάληψη της διαδικασίας, (η οποία επερατώθη με την άνω 43/2007 απόφαση), επικαλούμενοι, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αιτήσεώς των, κατά ιστορικό και αίτημα ότι από τα προσκομιζόμενα νέα στοιχεία γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, παραδεκτώς δε εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (εν Συμβουλίω), (άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 και 528 παρ.1 Κ.Π.Δ.) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στην δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Δια της υπ' αριθμ. 43/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη δια της απορρίψεως της κατ' αυτής αναιρέσεως δια της υπ' αριθμ. 2015/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι αιτούντες κατεδικάσθησαν ως εξής: Ο Χ1 μεν σε συνολική ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, οι δε Χ2 και Χ3 σε ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ο πρώτος για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως κατ' εξακολούθηση που ετέλεσε στην ... την 6.6.2000 και 7/7/2000 δια των αντιστοίχων μηνύσεών του, μεταξύ άλλων και κατά του Ψ1 της ψευδορκίας την 6.6.2000 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς ανώμοτες καταθέσεις, οι δεύτερος και τρίτος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης καταθέσεως την 16.6.2000 και 31.7.2000 και ταύτα πάντα σχετικά με το ιδιοκτησιακό και θρησκευτικό καθεστώς του Ι.Ν. του ... στην περιοχή .... Ειδικότερα Α) ο πρώτος αιτών Χ1 εκηρύχθη ένοχος του ότι στην ... 1) εν γνώσει του κατεμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινες πράξεις με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτές και ειδικότερα εγχείρισε - κατέθεσε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών τις από 6.6.2000 και 7.7.2000 αντίστοιχες μηνύσεις του μεταξύ άλλων και κατά του ήδη εγκαλούντα, Ψ1, με τις οποίες καταμήνυσε αυτόν ψευδώς ως αυτουργό ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αντίστοιχα. Συγκεκριμένα στην πρώτη των ως άνω μηνύσεων του ισχυρίστηκε εν γνώσει του ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος όταν ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών κατέθεσε ψευδώς στις 25.5.2000 ότι "1) τον Ι.Ναό του ...που βρίσκεται στην περιοχή ... τον έκτισαν οι κάτοικοι της περιοχής το 1993 - 1995, 2) ότι η έκταση όπου έχει ανεγερθεί ο Ι.Ναός είναι δημόσια, 3) ότι ο Ναός του ... είναι του Νέου Ημερολογίου, 4) ότι στο ίδιο σημείο δεν υπήρχε ποτέ Ι.Ναός" (Η ετέρα μήνυση που αφορά ψευδή γεγονότα και υπεβλήθη υπό του εγκαλούντος Χ1 στρέφεται κατά των ..., ..., ..., ..., Ψ1, ..., Ψ2, ...). Όλα αυτά ήταν όμως ψευδή και ο κατηγορούμενος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των μηνύσεών του, ήθελε δε με τον τρόπο αυτό να προκαλέσει την ποινική δίωξη του εγκαλούντα για τις ανωτέρω πράξεις. Την αναλήθεια δε των διαλαμβανομένων στις άνω μηνύσεις του αποδέχτηκαν και τα υπ'αριθμ 1604/2001 και 3079/2001 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών που αποφάνθηκαν να μη γίνει κατηγορία κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη εγκαλούντος διότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος του για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης αντίστοιχα, 2) ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα υποβάλλοντας την υπό στοιχ. Αα από 6.6.2000 μήνυση ενώ τελούσε εν γνώσει του ψεύδους αυτής εβεβαίωσε ένορκα το περιεχόμενό της, 3) Στις 16.6.2000 και 31.7.2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν τις άδικες πράξεις που διέπραξαν και ειδικότερα με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του, Χ2 και Χ3 την απόφαση να εκτελέσουν τις παρακάτω περιγραφόμενες υπό στοιχ. Β' και Γ' αξιόποινες πράξεις της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση. Περαιτέρω Β) ο δεύτερος αιτών Χ2 εκηρύχθη ένοχος του ότι στην... στις 16.6.2000 και 31.7.2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα και ειδικότερα ενώ εξεταζόταν, ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της διενεργούμενης προανάκρισης, μετά από τις ως άνω υπό στοιχ Αα' μηνύσεις που είχε υποβάλει ο συγκατηγορούμενος αδελφός του, Χ1, εναντίον του ήδη εγκαλούντος, κατέθεσε ψευδώς και εν γνώσει της αναληθείας τους μεταξύ άλλων τα παρακάτω, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "....διεκδικεί μαζί και με άλλους του Συλλόγου ... τον ναό του ... ο οποίος είναι χτισμένος από τον πατέρα μας Π1 στο οικόπεδο μας με άδειες από την Αρχιεπισκοπή των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών και την Πολεοδομία. Συγκεκριμένα ο εν λόγω ναός κτίσθηκε το 1983 και το 1993 ανακαινίσθηκε και επεκτάθηκε λειτουργούσε δε με ιερείς του παλαιού ημερολογίου μέχρι την κατάληψή του από τα μέλη του ανωτέρω Συλλόγου και τους ιερείς του νέου ημερολογίου παρά το γεγονός ότι έχουμε καταφύγει στα δικαστήρια και έχουμε δικαιωθεί. Επίσης είναι ψέματα τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες και σκοπός τους είναι να πάρουν την εκκλησία και το οικόπεδο μας..." και στις 31-7-2000 μεταξύ άλλων ότι: "...Αναφέρει ψευδώς ότι η έκταση μέσα στην οποία είναι ο Ιερός Ναός του ... είναι του Δημοσίου, ενώ η αλήθεια είναι ότι αυτή είναι ιδιοκτησία δική μας, του μηνυτή και των δύο αδελφών του, την οποία κληρονομήσαμε από τον πατέρα μας...Επίσης η αλήθειαείναι ότι ο Ι. Ν. κτίστηκε, από τον πατέρα μας από το 1983 (άρχισε να κτίζεται). Υπάρχουν και αεροφωτογραφίες γι' αυτό...", ενώ η αλήθεια που γνώριζε είναι ότι οεπίδικος Ι.Ναός του ... ανεγέρθη κατά τα έτη 1993-1995 από κατοίκους της περιοχής ... στην εκτός σχεδίου περιοχή του "..." επί δημόσιας δασικής - αναδασωτέας έκτασης και όσα κατέθεσε ο εγκαλών εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25-5-2000-ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών ήταν αληθή, Γ) Ο τρίτος των κατηγορουμένων, Χ3, στις 16-6-2000 και 31-7-2000 με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ενώ εξεταζόταν χωρίς όρκο ως μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα και ειδικότερα κατά την εξέταση του ως μάρτυρας, χωρίς όρκο, ενώπιον της Πταισματοδίκου Αθηνών, στα πλαίσια της αυτής ως άνω προανάκρισης, κατέθεσε μεταξύ άλλων και τα εξής περιστατικά τα οποία ήταν ψευδή, αυτός δε τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους, ήτοι στις 16-6-2000 ότι: "......Το αληθές είναι ότι ο Σύλλογος ... με χίλια ψεύδη επιχειρεί να πάρει από τους οπαδούς του παλαιού ημερολογίου τον Ιερό Ναό του .... Ο εν λόγω ναός έχω προσωπική αντίληψη ότι χτίστηκε το 1983 από τον αείμνηστο Π1, πατέρα του μηνυτή, με σκοπό να εξυπηρετεί τους πιστούς του παλαιού ημερολογίου, στο οικόπεδό του, το οποίο είναι ιδιωτικό και βρίσκεται εντός του δημοσίου κτήματος .... Ο εν λόγω ναός κτίστηκε με άδεια της Πολεοδομίας και έγκριση του τότε Αρχιεπισκόπου Παλαιοημερολογιτών ... εις εκπλήρωση ευγνωμοσύνης του Π1 που θεραπεύτηκε από καρκίνο από τον 'Αγιο. Το 1993 έγινε επέκταση του ναού στο ίδιο ακριβώς σημείο με τη συμβολή πολλών χριστιανών της περιοχής του παλαιού και του νέου ημερολογίου. Ο ναός λειτουργούσε από το 1983 μέχρι το 1998 με ιερείς του παλαιού εορτολογίου ώσπου κατελήφθη βιαίως από μέλη του Συλλόγου ... και λειτουργεί παρανόμως παρόλο που εμείς έχουμε δικαιωθεί από όλα τα δικαστήρια. Πιστεύω όμως απόλυτα ότι συντόμως θα αποδοθεί ο ναός στους πιστούς του παλαιού ημερολογίου που είμαστε και οι νόμιμοι δικαιούχοι και όλοι οι μάρτυρες που έχουν καταθέσει τα αντίθετα ψεύδονται..." και στις 31-7-2000 μεταξύ άλλων ότι: "Τον μηνυτή απλώς γνωρίζω ως συνεκκλησιαζόμενο από πολλά χρόνια, όπως και τον πατέρα του, ο οποίος έκτισε μόνος του τον Ι.Ν ... σε ιδιόκτητη έκταση από το έτος 1983, εις εκπλήρωση τάματος, δεδομένου ότι ο '... του έσωσε τη ζωή. Αυτά τα γνωρίζω διότι ο ίδιος ο πατέρας του μηνυτή μού τα διηγείτο τότε...", ενώ η αλήθεια που γνώριζε είναι ότι εν λόγω Ι.Ναός του ...ανεγέρθη κατά τα έτη 1993-1995 από κατοίκους της περιοχής ... στην εκτός σχεδίου περιοχή του "..." επί δημόσιας δασικής - αναδασωτέας έκτασης και όσα κατέθεσε ο εγκαλών εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 25-5-2000 ενώπιον της 4ης Πταισματοδίκου Αθηνών ήταν αληθή. Ήδη οι αιτούντες επικαλούνται και προσκομίζουν ως νέα στοιχεία α) τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δια των οποίων εδημοσιεύθη η υπ' αριθμ. 215/27.4.1988 δημοσία διαθήκη του πατρός των Χ1-Χ2, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Ιω. Καρτσούνη και εις την οποίαν αναφέρεται ότι "η υπάρχουσα εκκλησία "..." που βρίσκεται στο βάθος του οικοπέδου να περιέλθει στα παιδιά μου", β) την έκθεση φωτοερμηνείας του Τοπογράφου Μηχανικού Μ1 έτους 2003, γ) την υπ' αριθμ. 1664/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δια της οποίας ηκυρώθη το Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής του Διευθυντού Δασών Αθηνών, κατά των τότε ανακοπτόντων και νυν αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2, δ) την υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία εξεδόθη κατόπιν εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου επί της αμέσως ανωτέρω ειρηνοδικειακής αποφάσεως, η οποία επικύρωσε το άνω πρωτόκολλο και ε) την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών όπου "αθωώθηκαν αμετακλήτως σε ψευδομήνυση του Ψ2 προϊσταμένου του ως άνω Ι.Ν....", όπως κατά λέξη αναφέρουν οι αιτούντες. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της ανωτέρω αμετακλήτου αποφάσεως, με την οποίαν επερατώθη η ποινική διαδικασία, της οποίας ζητείται η επανάληψη, τα επικαλούμενα ως νέα στοιχεία ή αποδείξεις δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς, οι οποίοι εδίκασαν τους αιτούντας, αλλ' είχαν υποβληθεί εις την κρίση των. Ειδικότερα ανεγνώσθησαν και ελήφθησαν υπ' όψη τα υπ' αριθμ. 1208/1992 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 25) η έκθεση φωτοερμηνευτικής έρευνας Μ1 από τον Φεβρουάριο 2003, για την οποίαν επικαλούνται οι αιτούντες ότι την είχαν προσκομίσει στο Εφετείο, η υπ' αριθμ. 2033/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (υπ' αριθμ. 35) μετ' έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1664/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Εξ άλλου με την υπ' αριθμ. 60611/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι αιτούντες εκρίθησαν αθώοι Α) ο Χ1, (μετ' άλλων κατηγορουμένων), εκρίθη αθώος, μεταξύ άλλων, για τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως, ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος. Ειδικότερα εκρίθη αθώος για το ότι 1) κατεμήνυσε κατ' εξακολούθηση ψευδώς την 23.12.1999, 6.4.2000, 8.5.2000, 10.7.2000 για συκοφαντική δυσφήμηση τον Αρχιμανδρίτη Ψ2, προκειμένου να επιτύχει την άσκηση της ποινικής διώξεώς του για τα αδικήματα αυτοδικίας και της απλής συνεργείας σε ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ισχυριζόμενος, πλην άλλων, εν γνώσει του ψευδώς ότι ο ναός του ...ήτο κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του, 2) κατέθεσεν ως μάρτυρας ενόρκως εν γνώσει του ψευδώς κατ' εξακολούθηση την 23.12.1999, 6.4.2000, 13.6.2000, 8.5.2000, 10.7.2000 και εβεβαίωσε ψευδώς ότι το περιεχόμενο των άνω μηνύσεών του ήτο αληθές και 3) προκάλεσε την απόφαση στους συγκατηγορουμένους του να ψευδορκήσουν και να καταθέσουν, πλην άλλων, ψευδώς ότι ο ναός του ... ήτο κτισμένος εντός του ακινήτου συνιδιοκτησίας του, Β) ο Χ2 (εκρίθη αθώος) μεταξύ άλλων, και για τα αδικήματα της ψευδορκίας μάρτυρος και ειδικότερα του ότι την 3.2.2000 κατέθεσεν εν γνώσει του ψευδώς ότι τον άνω ναό έκτισε ο πατέρας του μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του, την οποία κληρονόμησαν με τον συγκατηγορούμενο αδελφό του, Γ) ο Χ3 (εκρίθη αθώος) για το αδίκημα της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και ειδικότερα του ότι την 31.7.2000 κατέθεσε ως μάρτυς χωρίς όρκο, ενώπιον του 1ου Πταισματοδίκου Αθηνών, ψέματα εν γνώσει της αναληθείας, ότι ο πατέρας του μηνυτού είχε κτίσει το ναό σε ιδιόκτητη έκταση σε εκπλήρωση τάματος. Όμως, εν προκειμένω, από τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 43/2007 αμετακλήτου αποφάσεως ως και της αποφάσεως αυτής, 60611/2005, σχετικά με τις πράξεις για τις οποίες ηθωώθησαν οι νυν αιτούντες αμετακλήτως, προκύπτει ότι αυτές δεν είναι ίδιες με εκείνες κατά την έννοια του άρθρου 57 Κ.Π.Δ., για τις οποίες αυτοί κατεδικάσθησαν, επίσης αμετακλήτως με την άνω 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου, πλην άλλων και προεχόντως διότι διαφέρει το πρόσωπο του παθόντος. Περαιτέρω όσον αφορά μεν την φωτοερμηνεία από την Αγρονόμο - Τοπογράφο - Μηχανικό Μ2 του μηνός Ιουνίου 2007, αυτή, ναι μεν προσκομίζεται νυν, όμως εφ' όσον, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, συμφωνεί με την ανωτέρω του Μ1, η οποία κατά τα αναφερθέντα, ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο, δεν είναι νέο στοιχείο, όσον δε αφορά την από 8.11.2007 μήνυση του εκ των αιτούντων Χ1 και την από 5.7.2007 αίτηση αναψηλαφήσεως των εκ των αιτούντων αδελφών Χ1-Χ2 και του ετέρου αδελφού των Χ4 περί αναψηλαφήσεως της υπ'αριθμ. 2033/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συζητηθείσα την 9.11.2007, αυτά δεν είναι νέα στοιχεία τα οποία είτε (από) μόνα τους, είτε σε συνδυασμό και με τα ήδη προσκομισθέντα κάνουν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι, ενώ επ' αυτών δεν προσκομίζονται αποφάσεις, οι οποίες να εκτιμηθούν εάν είναι πράγματι νέες αποδείξεις. Και δεν είναι, τέλος, νέο στοιχείο η από 25.10.2006 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος του Χ4 κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Οι λοιπές αιτιάσεις της κρινομένης αιτήσεως επιδιώκουν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και εντεύθεν απορριπτέες, αφού όπως εξετέθη, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν είναι ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία. Μετά ταύτα πρέπει η κρινομένη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Ακόμη το αίτημα των Χ1 και Χ3 περί αναστολής εκτελέσεως της ποινής φυλακίσεως, που επεβλήθη αμετακλήτως εις αυτούς δια της υπ'αριθμ. 43/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, των 12 μηνών (συνολικώς) και 5 μηνών, αντιστοίχως, είναι απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, διότι κατ' άρθρον 529 Κ.Π.Δ. η προβλεπομένη αναστολή για τον αιτούντα έχει ως προϋπόθεση ότι η επιβληθείσα ποινή εκτίεται, ενώ εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση, η ποινή για τους νυν αιτούντας, τότε κατηγορουμένους, έχει μετατραπεί (προς 4,40 ευρώ ημερησίως). Τέλος το αυτό αίτημα του Χ1 είναι επίσης απαράδεκτο και πρέπει να απορριφθεί, εφ'όσον η επιβληθείσα εις αυτόν ποινή των 5 μηνών όχι μόνον δεν εκτίεται, αλλ' ανεστάλη επί τριετίαν, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση (43/2007). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των Χ1, Χ2 και Χ3, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ' αριθμ. 43/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και το αίτημα για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής, η οποία επεβλήθη με την άνω απόφαση. Και Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται εις διακόσια είκοσι
(220)ευρώ, δι' έναν έκαστον αυτών. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου
- Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ