← Ελλάδα

ΑΠ 246/2008 — Αοριστία λόγου αναιρέσεως

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 246 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Απαράδεκτη αναίρεση ως αόριστη (κρατουμένου, για 1) απόλυτη ακυρότητα, 2) εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία και 3) για έλλειψη αιτιολογίας). Αριθμός 246/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1416/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον .......... και συγκατηγορουμένους τους: 1) ......... και 2) .............. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.1.2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 269/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειο Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη με αριθμό 277/3.7.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον σας, κατ'άρθρ. 485 § 1 και 513 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ. την με αριθ. 61/23-1-2007 και καταχωρηθείσα εις το ειδικό βιβλίο του Εφετείου Αθηνών με αριθ. 19/31-1-2007, έκθεσιν αναιρέσεως του Χ1, κρατουμένου νυν στην Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά του υπ'αριθμ. 1416/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δια του οποίου απερρίφθη, ως ουσιαστικώς αβάσιμη η έφεσίς του κατά του υπ'αριθμ. 2780/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών με το οποίον παρεπέμφθη ούτος εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικασθούν ως υπαίτιοι α) Απάτης από πρόσωπο που διαπράττει απάτην κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποίαν το συνολικό ποσό ζημίας και το αντίστοιχο όφελος που προεκλήθη υπερβαίνει το τοιούτο των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.00 ευρώ) και β) πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ'εξακολούθηση από πρόσωπο που διαπράττει την πράξιν αυτήν κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια που το συνολικό ποσό οφέλους και το τοιούτο της αντίστοιχης ζημίας υπερβαίνει τα 5.000.00 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως, στρεφομένη κατά βουλεύματος υποκειμένου εις αναίρεσιν κατ'άρθρ. 482 § 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ., ησκήθη νομοτύπως, δια δηλώσεώς του ενώπιον του Διευθυντού της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, όπου κρατείται και εμπροθέσμως και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και εξετασθεί κατ'ουσίαν. ΙΙ) Επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρ. 148-153, 462, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1 και 509 § 1 εδ. α' Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλεύματος ή αποφάσεως, εν αντιθέσει προς την έφεση, η οποία, όταν ασκηθεί παραδεκτώς, άγει σε καθολική ανασυζήτηση και εκ νέου έρευνα της υποθέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει απαραίτητα κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο, γιατί διαφορετικά, αν δηλαδή δεν περιέχει λόγους ή περιέχει λόγους αορίστους, το ένδικο μέσο είναι απορριπτέο και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο. Δεν αρκεί η απλή αναφορά λόγου που προβλέπεται από τον νόμο, όπως η απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. α', 510 § 1 στοιχ. α', 171 Κ.Π.Κ.) ή εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ.) και η έλλειψη αιτιολογίας (άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' και 510 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ.), αλλά πρέπει να προσδιορίζεται στην έκθεση σε τί συνίσταται ειδικότερα η απόλυτη ακυρότητα, η παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπάρχει αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα ή απόφαση (ολ Α.Π. 19/2001 Ποιν. Χρ. ΝΒ' σελ. 402, Α.Π. 1415/2002 Ποιν. Χρ. ΝΓ' σελ. 509, Α.Π. 360/2006 Ποιν. Χρ. ΝΣΤ' σελ. 888). Ειδικότερα δε ο ως άνω αναιρετικός λόγος της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ιδρύεται τόσον όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στο βούλευμα ή στην απόφαση, και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτών, με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και αι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου που εφηρμόσθη. Εν όψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αύξηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται, επί πλέον, σε τί συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης. Αν ο αναιρεσείων επικαλείται τα ως άνω ελάχιστα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να είναι ορισμένος ο υπόψη αναιρετικός λόγος, καθίσταται δυνατή η περαιτέρω αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων. 484 § 3 και 511 Κ.Π.Δ., οι οποίες προϋποθέτουν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης (Α.Π. 90/2000 Ποιν. Χρ. Ν' σελ. 311, Α.Π. 171/99 Ποιν. Χρ. ΜΘ' σελ. 998, Α.Π. 439/99 Ποιν. Χρ. Ν' σελ. 52). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση πλήσσεται το υπ'αριθ. 1416/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών α) για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 171 Κ.Π.Δ.) β) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, χωρίς να προσδιορίζεται σε αυτή (την έκθεση) σε τί συνίσταται ειδικότερα η απόλυτη ακυρότητα, ποιά και πώς παραβιάσθηκε ουσιαστική ποινική διάταξη και γιατί η αιτιολογία, που όντως περιέχεται στο ως άνω βούλευμα, δεν είναι ειδική. Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι, πέραν των ανωτέρω, στην έκθεση αναιρέσεως αναφέρεται εν τέλει αυτής "Δια την πράξιν της απάτης οι περισσότερες πράξεις είναι κάτω των 5.000.000 δρχ. το αυτό και δια την πλαστογραφία. Επικαλούμαι την Νομολογία του ν. 2408/96", χωρίς να προσδιορίζονται παράλληλα και συγκεκριμένα οι μερικώτερες πράξεις, το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου οφέλους των οποίων υπολείπονται του ποσού των 5.000.000 δρχ., υπαινισσόμενος προφανώς, δια του λόγου αυτού, την εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλην όμως, όπως διατυπούται ο λόγος αυτός, τυγχάνει αόριστος και ως τοιούτος απορριπτέος ως απαράδεκτος και δια τον πρόσθετο λόγο ότι τούτο αποτελεί αιτίαση η οποία πλήττει την κρίσιν του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος της επελθούσης ζημίας και του αντιστοίχου οφέλους εκ της πράξεως της απάτης και πλαστογραφίας και συνεπώς προβάλλεται απαραδέκτως, αφού ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλομένου βουλεύματος και δεν συνιστά τούτο λόγον αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στην διάταξη του άρθρου 484 § 1 Κ.Π.Δ. Παρά ταύτα στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι ούτος παραδεκτώς προβάλλεται, ως λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθ' όσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος, ητιολογημένως απεφάνθη το Συμβούλιο Εφετών ότι για μεν την πράξιν της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθησιν, λαμβανομένου υπό όψιν του χρόνου τελέσεως του συνόλου των μερικωτέρων πράξεων, ετελέσθησαν υπό του κατηγορουμένου μετά την ισχύ του ν.2721/3-6-1999 δια του οποίου ετροπ. η διάταξις του άρθρ. 386 § 3 Π.Κ. και επομένως δεν τίθεται θέμα αναδρομικής εφαρμογής του, για δε την πράξιν της απάτης κατ' εξακολούθησιν, συντρεχουσών των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξις του άρθρ. 386 § 1,3 Π.Κ., ως ετροπ. δια του ν. 2721/99, ως ηπιωτέρου, έστω και αν ωρισμένες εκ των μερικώτερων πράξεων ετελέσθησαν πριν από την ισχύ του και το αντικείμενον των υπολείπεται του ποσού των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπό κρίσιν με αριθ. 19/2007 έκθεσις αναιρέσεως του Χ1, κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού κατά του υπ'αριθμ. 1416/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άλλως ως ουσιαστικώς αβάσιμως, ως προς τον υπ'αυτού προβαλλόμενον λόγον, συνισταμένου εις το ότι για ωρισμένες εκ των μερικωτέρων πράξεων της απάτης κατ' εξακολούθησιν και πλαστογραφίας κατ' εξακολούθησιν, το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου οφέλους, υπολείπεται του τοιούτου των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ). Να επιβληθούν δε τα έξοδα (άρθρ. 583 § 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπό κρίσιν με αριθ. 19/2007 έκθεσις αναιρέσεως του Χ1, κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά του υπ'αριθ. 1416/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, άλλως, ως ουσιαστικώς αβάσιμος, ως προς τον προβαλλόμενον λόγον που συνίσταται εις το ότι για ωρισμένες εκ των μερικωτέρων πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας κατ' εξακολούθησιν, το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου οφέλους, υπολείπεται του τοιούτου των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα τη 8 Ιουνίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως εκ τέτοια απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Ως προς τον από τα άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β και 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε, πρέπει, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή, σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ή, επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες ή λογικά κενά, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε και, τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποία είναι η αληθής έννοια της διατάξεως αυτής. Το ίδιο ισχύει και ως προς τον προβλεπόμενο από τα άρθρα 484 παρ. 1 στοιχ. α και 510 παρ.1 στοιχ. Α το 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, για απόλυτη ακυρότητα, προκειμένου περί βουλευμάτων (171 αρ. 1 ΚΠΔ) και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (171 ΚΠΔ), προκειμένου περί αποφάσεων, όπου, για να είναι ο λόγος αυτός σαφής και ορισμένος, πρέπει να αναφέρεται ποία από τις αναφερόμενες στην διάταξη του άρθρου 171 ΚΠΔ περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας, παρέβη το δικαστήριο, σε τι συνίσταται αυτή και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια. Στην κρινόμενη 61 /23-1-2007 έκθεση αναιρέσεως του Χ1, κρατουμένου νυν στην Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά του 1416/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε , ως ουσιαστικώς αβάσιμη, η έφεσή του κατά του 2780/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριό του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) για να δικασθεί ως υπαίτιος α) Απάτης από πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το συνολικό ποσό ζημίας και το αντίστοιχο όφελος που προσκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ) και β) πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από πρόσωπο που διαπράττει την πράξη αυτήν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το από την οποία συνολικό ποσό οφέλους και της αντίστοιχης ζημίας υπερβαίνει τα 5.000.00 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ), ζητεί την αναίρεση του βουλεύματος αυτού για τους εξής αναφερόμενους στην αίτησή του, κατά λέξη, λόγους "α) για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 Κ.Π.Δ.) β) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και γ) έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Δια την πράξιν της απάτης οι περισσότερες πράξεις είναι κάτω των 5.000.000 δρχ., το αυτό και δια την πλαστογραφία. Επικαλούμαι την Νομολογία του ν. 2408/96". Έτσι, όμως, όπως έχουν διατυπωθεί οι λόγοι αυτοί, χωρίς να προσδιορίζεται σε ποιά από τις αναφερόμενες στην διάταξη του άρθρου 171 αρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας, υπέπεσε το Συμβούλιο Εφετών, σε τι συνίσταται αυτή και τα περιστατικά που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, β) ποιά η ουσιαστική ποινική διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία αυτής και γ) σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σε ποιά κεφάλαια αυτού ανάγονται, ποιά πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας αυτών. Η αναφορά στην αίτηση, ότι "για την πράξιν της απάτης οι περισσότερες πράξεις είναι κάτω των 5.000.000 δρχ., το αυτό και δια την πλαστογραφία", με την επίκληση της "νομολογίας του ν. 2408/96", δεν καθιστά ορισμένο κάποιο από τους πιο πάνω τρεις αναφερόμενους λόγους. Ειδικότερα, στην περίπτωση που η εν λόγω αναφορά σχετίζεται με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη, που εσφαλμένα ερμηνεύθηκε ή εφαρμόστηκε και σε τι συνίσταται το σφάλμα αυτό και ποιά έννομη σημασία έχει η πιο πάνω αναφορά, χωρίς, μάλιστα, να προσδιορίζονται παράλληλα και οι συγκεκριμένες μερικότερες πράξεις, και, αν το ποσό της ζημίας και του αντιστοίχου οφέλους που υπολείπεται του ποσού των 5.000.000 δρχ., για κάθε πράξη, αποτελεί παραδοχή του βουλεύματος, ή αν αυτό προέκυψε από τα αποδεικτικά μέσα. Ανεξαρτήτως αυτών, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, η πιο πάνω αναφορά δεν δύναται να καταστήσει ορισμένο οποιοδήποτε από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, διότι, υπό τα γενόμενα από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτά πραγματικά περιστατικά, στερείται οποιαδήποτε έννομης σημασίας, αφού και για τα δύο, κατ' εξακολούθηση, εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος της ζημίας και του αντίστοιχου οφέλους, που, σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. Τούτο δε, διότι, στην συγκεκριμένη υπόθεση, οι μεν πράξεις της κακουργηματικής πλαστογραφίας φέρονται ότι τελέστηκαν από 10/6 έως 25/6 (δηλαδή μετά την ισχύ του ν. 2721/2-6-1999, που προσέθεσε, με το άρθρο 14 παρ.2 , το εδ. β στην παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ), οι δε πράξεις της κακουργηματικής απάτης φέρονται ότι τελέστηκαν από Μάρτιο μέχρι τον Ιούλιο του 1999, και, επομένως, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 386 § 1,3 Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με τον. 2721/99 (άρθρο 14 παρ. 4), ως ηπιότερη, έστω και αν ορισμένες από τις μερικότερες πράξεις τελέσθησαν πριν από την ισχύ του και το αντικείμενό τους υπολείπεται του ποσού των 5.000.000 δρχ. (ήδη 15.000 ευρώ). Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 61/23-1-2007 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου στην Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού, κατά του 1416/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.