← Ελλάδα

ΑΠ 2460/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2460 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Φοροδιαφυγή. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Στοιχεία αδικήματος φοροδιαφυγής. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 2460/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 431/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1490/

  1. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης, και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 του ν. 2523/
  2. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος, το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/
  3. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Κατά τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (άρθρο 23 παρ. 1), το έγκλημα της καθυστέρησης καταβολής βεβαιουμένου χρέους, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους [και δύο

(2)τουλάχιστον μηνών, προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το 1.000.000 δρχ. όταν πρόκειται για δάνεια και παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους] και τα (2.000.000) δρχ., όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα (2.000.000) και (3.000.000) δρχ., και γ) ενός έτους και έξι μηνών τουλάχιστον αντίστοιχα, εφ' όσον οι αντίστοιχες οφειλές υπερβαίνουν τα 3.000.000 και 4.500.000 δρχ. Κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, (αύξηση ορίου ληξιπροθέσμων χρεών για ποινική δίωξη οφειλετών), που η ισχύς του άρχισε από 1-1-2004, και αντικατέστησε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Κατά το μέρος που, οι νέες αυτές διατάξεις, δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους, είναι δυσμενέστερες και συνεπώς, για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους εφαρμόζονται, εφόσον είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, οι προγενέστερες διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης τους. Επομένως, εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997 και αφορούσαν μη καταβολή χρεών μικρότερων εκείνων, που ορίζονται κατά περίπτωση με το νόμο αυτό, πρέπει να κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο, είτε περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της απόφασης που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, είτε επαναλαμβάνει το διατακτικό, εφόσον αυτό δεν είναι λεπτομερές και δεν εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 431/2007 απόφασή του, δέχθηκε ότι "από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ ορίζει ότι: "Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις". Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, συνάγεται ότι το ευμενέστερο του ενός ή του άλλου ποινικού κανόνα θα κριθεί στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα. Παλαιότερα, η κρατούσα στη νομολογία γνώμη δεχόταν ότι δεν επιτρέπεται ο συνδυασμός δύο διαφορετικών νόμων που ίσχυσαν και η επιλογή των ηπιότερων διατάξεων που περιέχονται στον καθένα από αυτούς, γιατί τότε κατασκευάζεται νέος νόμος που δεν υπάρχει και ο δικαστής στην περίπτωση αυτή νομοθετεί (ΑΠ 56/1989 ΠοινΧρ 1 989, 695, ΑΠ 820/1988 ΠοινΧρ 1988, 896). Ήδη, όμως, γίνεται δεκτή και από τον Άρειο Πάγο η γνώμη ότι είναι δυνατόν για έγκλημα που τελέσθηκε υπό την ισχύ παλαιότερου και εκδικάζεται υπό την ισχύ νεότερου νόμου να εφαρμόζεται αφενός ό,τι απαιτεί ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου ό,τι προβλέπει άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή (ΑΠ 557/2004 ΠοινΔικ 2004, 880), δηλαδή ότι, όπως υποστηρίζουν από παλαιότερα στη θεωρία και περιορισμένα στη νομολογία, δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς χωρίς αυτό να συνιστά επέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής, αφού, ο δικαστής εφαρμόζει δύο υφισταμένους νόμους και δεν δημιουργεί τρίτο ενδιάμεσο (Κ. Σταμάτη, ΠοινΔικ 1978, 403, Μανωλεδάκη Β Ι., Γενική θεωρία του Ποινικού Δικαίου, 1976, σελ. 116 επ., ο ίδιος, Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1992, σελ. 78, ΕφΑΘ 986/1989 ΝοΒ 1989, 798). Ανεπίτρεπτη, λοιπόν, κατ' άρθρο 26 του Συντάγματος, επέμβαση του δικαστή στο έργο της νομοθετικής εξουσίας συντρέχει στην περίπτωση που αυτός δημιουργεί μία νέα διάταξη, επιλέγοντας στοιχεία της από ένα νόμο που ίσχυε στο χρόνο από την τέλεση έως την εκδίκαση της υποθέσεως και στοιχεία της από ένα άλλο νόμο της ίδιας χρονικής περιόδου, όπου ως διάταξη νοείται η γενική και αφηρημένη ρύθμιση μιας αυτοτελούς παραμέτρου του ποινικού κολασμού (π.χ. ρύθμιση για στοιχειοθέτηση εγκλήματος, ρύθμιση για την ποινή, ρύθμιση για τον τρόπο δίωξης). Μπορεί, δηλαδή, να προκριθεί και να εφαρμοστεί ως ευμενέστερη μία διάταξη που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, μη συντρέχοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του ιδίου κατά τα λοιπά, νομοτυπικά στοιχεία εγκλήματα που τιμωρούνταν από ένα άλλο νόμο, αλλά δεν επιτρέπεται ένας συνδυασμός στοιχείων αντικειμενικών υποστάσεων εγκλημάτων, που προβλέπονται από διαφορετικούς νόμους, που θα έχει ως συνέπεια τη διάπλαση από το δικαστή μιας εντελώς νέας αντικειμενικής υπόστασης που ουδέποτε καταγράφηκε νομοθετικά ως στοιχειοθετούσα έγκλημα. Ειδικότερα, ως ευμενέστερος μπορεί να κριθεί ο νόμος που θα έχει ευνοϊκότερα για τον κατηγορούμενο αποτελέσματα στην επιμέτρηση της ποινής, κατ' εφαρμογή των στοιχείων που υποχρεωτικά λαμβάνονται υπόψη σε αυτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 79 ΠΚ. Περαιτέρω, το άρθρο 98 του ΠΚ ορίζει ότι: "Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλλει μία και μόνο ποινή για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων". Ήδη, με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 2721/3.6.1999, προστέθηκε στο ανωτέρω άρθρο δεύτερη παράγραφος που ορίζει ότι: "Η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε". Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου, απαραίτητος όρος εφαρμογής του είναι οι επιμέρους πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος να, έχουν αφ' εαυτές αξιόποινο χαρακτήρα. Ακόμα, και μετά την πρόσφατη προσθήκη της δεύτερης παραγράφου στο άρθρο 98 του ΠΚ, διατηρείται ως προαπαιτούμενο η αυτοτελής ποινική αξιολόγηση των μερικότερων πράξεων, μόνο που προβλέπεται επιπλέον, ότι με τη συνδρομή του στοιχείου της σκοπούμενης δράσης επιτείνεται η ποινική ευθύνη του δράστη, καθώς αυξάνονται τα απειλούμενα πλαίσια ποινής για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, πέραν από τα προβλεπόμενα για τη βαρύτερη από τις επιμέρους πράξεις, σε αντίθεση με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου, όπου τα πλαίσια ποινής για την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος παραμένουν τα προβλεπόμενα για την βαρύτερη από τις επιμέρους πράξεις. Ειδικότερα, σε κατ' εξακολούθηση μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 25 του Ν 1882/1990, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/28.1.2004, για τη στοιχειοθέτηση τη ποινικής ευθύνης του δράστη το κάθε ένα χρέος έπρεπε να υπερβαίνει το όριο εκείνο που καθιστούσε αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής (βλ. ΑΠ 913/2004 ΠοινΔικ 2004, 1067, ΑΠ 694/2004 ΠοινΔικ 2004,896), δηλαδή, εφόσον τα διακεκριμένα μεταξύ τους χρέη είχαν αυτοτελή ύπαρξη και άρα αυτοτελή προθεσμία καταβολής τους δεν μπορούσαν να συναθροισθούν και να ληφθεί υπόψη εάν το συνολικό ποσό τους υπερέβαινε ή όχι τα ελάχιστα όρια που έτασσε ο νομοθέτης για την ποινική υπόσταση του υπόψη αδικήματος, παρά μόνο να ληφθούν υπόψη το καθένα από μόνο του, οπότε σε αυτή την περίπτωση, αν ήταν μικρότερα του ελαχίστου ορίου δεν μπορούσαν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου 25 Ν 1882/1990 (Συμβ. Πλημ. Πειρ. 73/2002 ΠοινΔικ 2003, 1223). Ήδη, με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν 3220/28.1.2004, το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα Τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου Δικαίου, τις επιχειρήσει και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β)...". Με τη νέα αυτή ρύθμιση η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πια να θεμελιώνεται εφάπαξ η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο των 10.000 ευρώ, ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανώτερου των 10.000 ευρώ [χωρίς όμως συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα (βλ. Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό Δίκαιο, Επιτομή Γενικού Μέρους, 1992, σελ. 233), γι' αυτό και γίνεται λόγος περί ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος]. Υπό την αμέσως προϊσχύσασα μορφή του, όπως θεσπίστηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν. 2523/1997, το ίδιο άρθρο όριζε ότι: "Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής κατά τις διατάξει που ισχύουν κάθε φορά των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών
(3)συνεχών δόσεων ή προκείμενου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο
(2)μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών τα έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισα: α) Τεσσάρων
(4)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενος ή επιρριπτόμενους φόρους και δύο
(2)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές [3.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. α' Ν 2948/20011, όταν πρόκειται για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές [6.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β' Ν 2948/2001], όταν πρόκειται για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, β) έξι
(6)τουλάχιστον μηνών προκειμένου για δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και τεσσάρων
(4)μηνών προκειμένου για τους λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, εφόσον το ποσό τα ληξιπρόθεσμα για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές [6.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. β' Ν 2948/2001], όταν πρόκειται για δάνεία και παρακρατούμενοι ή επιρριπτόμενους φόρους, και τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές [9.000 ευρώ, κατά το άρθρο 19 παρ. 2 εδ. γ' Ν 2948/2001], γ)...". Σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, δεν μπορεί η νεότερη νομοθετική ρύθμιση να κριθεί γενικά και εκ των προτέρων ως ευμενέστερη για τον οφειλέτη του Δημοσίου, επειδή αυξάνεται πια το όριο ποινικής ευθύνης στο ποσό των 10.000 ευρώ, αφού απαξιολογείται πια η συνολική συμπεριφορά, η οποία υπό τους όρους της προγενέστερης μορφής θα μπορούσε να μην κολάζεται ποινικά στην περίπτωση που καμία από τις επιμέρους πράξεις δεν ήταν αξιόποινη. Επιβάλλεται, δηλαδή η κρίση περί τα ευμενέστερα διάταξης υπό τις περιστάσεις τα κάθε συγκεκριμένα περίπτωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, και τον 18/05 πίνακα χρεών, που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, αποδείχθηκε ότι: Βεβαιώθηκαν σε βάρος του κατηγορουμένου τα εξής χρέη, υπέρ του Δημοσίου τα οποία είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμα, όπως ειδικότερα στα διατακτικό της παρούσας αναφέρεται, καθυστερώντας την καταβολή τους πέραν των 4 μηνών, από την λήξη τους 1) ποσό 134,04€, που βεβαιώθηκε την 2-7-2003, πλέον προσαυξήσεως ποσού 40,75€, 2) ποσό 439,26€ που βεβαιώθηκε την 31-3-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 80,82€, 3) ποσό 439,26 που βεβαιώθηκε την 31-3-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 80,82€, 4) ποσό 836.755,24 που βεβαιώθηκε με την ..... βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Αλεξάνδρειας την 7-4-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 141.411,64, αφορούσε απαίτηση του δημοσίου από ποινική υπόθεση και ήταν απαιτητό σε μία δόση την 28-5-2004, 5) ποσό 127,35€ που βεβαιώθηκε την 9-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 15,80€, 6) ποσό 296,41 που βεβαιώθηκε την 9-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 36,75 €, 7) ποσό 317,00 € που βεβαιώθηκε την 12-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 39,31 €, δ) ποσό 317,00 που βεβαιώθηκε την 12-7-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 39,31 €, 9) ποσό 317,00€ που βεβαιώθηκε την 17-8-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 34,56 €, 10) ποσό 210€ που βεβαιώθηκε την 17-11-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 8,40 €, 11) ποσό 81,24€ που βεβαιώθηκε την 25-11-2004 πλέον προσαυξήσεως ποσού 5,20€, όπως τα επί μέρους ποσά και η αιτία της οφειλής αναλύονται στο περιλαμβανόμενο στο διατακτικό της παρούσης πίνακα χρεών. Έναντι των χρεών του, υπ' αριθμ. 1-11, που ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό. Για τη μη καταβολή τους συντάχθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλεξάνδρειας ο ..... πίνακας χρεών του κατηγορουμένου, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του κατηγορητηρίου, όπου ήταν εγγεγραμμένες όλες οι υπ' αριθμ. 1-11 καταχωρίσεις. Ενόψει όμως ότι το υπό 1 χρέος αφορά διάστημα πριν τις 28-1-2004 (οπότε και τροποποιήθηκε το άρθρο 25 Ν. 1882/1990 με το άρθρο 34 Ν. 3220/2004), και το ποσό των 174€ που οφείλεται για αυτό (πριν τις 28-1-2004) δεν είναι πάνω από το όριο αξιοποίνου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 23§1 Ν. 2523/1997, δεν θεμελιώνεται γι' αυτό, το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο και πρέπει κατ'εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου να κηρυχθεί αθώος ως προς το ποσό αυτό. Κατά τα λοιπά επειδή αποδείχθηκε ότι αυτός παραβίασε την προθεσμία καταβολής των οφειλομένων προς το Δημόσιο, όπως ανωτέρω και στο διατακτικό της παρούσης αναφέρονται πέραν των 4 μηνών από τη λήξη τους, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος". Στη συνέχεια το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων
(4)ετών. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά είναι καθαρά τυπική, αφού αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη αποδεικτική διαδικασία. Το διατακτικό δε της απόφασης, δεν δύναται να συμπληρώσει στην προκειμένη περίπτωση τις ελλείψεις αυτές του σκεπτικού, αφού ούτε λεπτομερές είναι, ούτε εκτίθενται στο περιεχόμενο του με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση. Ειδικότερα, στο αιτιολογικό της, δεν διαλαμβάνονται τα περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, επιπρόσθετα δε, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται, ότι πρόκειται για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ και ο αναιρεσείων δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό, και ότι παραβίασε την προθεσμία καταβολής των οφειλόμενων προς το Δημόσιο, όπως και στο διατακτικό της παρούσης αναφέρονται, πέραν των 4 μηνών από τη λήξη τους, δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν ο ακριβής χρόνος καταβολής κάθε επί μέρους ποσού, ώστε να κριθεί, αν το ποσό της καθυστέρησης κάθε ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, υπερβαίνει το ποσό που απαιτούσε το άρθρο 25 § 1 ν. 1882/90, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 23 § 1 ν. 2523/97, σύμφωνα με το οποίο λαμβάνεται υπόψη χωριστά κάθε καθυστερούμενη καταβολή και όχι, όπως συμβαίνει μετά την αντικατάσταση του αρθρ. 25 του ν. 1882/90 με τη δυσμενέστερη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του αρθρ. 34 § 1 ν. 3320/2004, όπου προβλέπεται ότι η πράξη τιμωρείται εφόσον "το συνολικό χρέος από κάθε αιτία" υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, η προσβαλλομένη απόφαση με μόνη αναφορά στο συνημμένο πίνακα χρεών της ΔΟΥ Αλεξανδρείας, δέχεται, σύμφωνα με τον οικείο πίνακα χρεών, ότι τα αναφερόμενα σ' αυτόν με στοιχεία 2-11, χρέη βεβαιώθηκαν και ήσαν ληξιπρόθεσμα ως ακολούθως: 1) το υπ' αριθμό 2 χρέος έχει βεβαιωθεί την 31-3-2004 και ήταν καταβλητέο την 30-4-2004, 2) το υπ' αριθμό 3 χρέος έχει βεβαιωθεί την 31-3-2004 και ήταν καταβλητέο την 30-4-2004, 3) το υπ' αριθμό 4 χρέος έχει βεβαιωθεί την 7-4-2004 και ήταν καταβλητέο την 28-5-2004, 4) το υπ' αριθμό 5 χρέος έχει βεβαιωθεί την 9-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 5) το υπ' αριθμό 6 χρέος έχει βεβαιωθεί την 9-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 6) το υπ' αριθμό 7 χρέος έχει βεβαιωθεί την 12-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 7) το υπ' αριθμό 8 χρέος έχει βεβαιωθεί την 12-7-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-8-2004, 8) το υπ' αριθμό 9 χρέος έχει βεβαιωθεί την 12-8-2004 και ήταν καταβλητέο την 30-9-2004, 9) το υπ' αριθμό 10 χρέος έχει βεβαιωθεί την 17-11-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-12-2004, και 10) το υπ' αριθμό 11 χρέος έχει βεβαιωθεί την 25-11-2004 και ήταν καταβλητέο την 31-12-2004. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται ότι από του χρόνου που καθένα από τα πιο πάνω χρέη, κατέστη ληξιπρόθεσμο μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ποινικής δίωξης, δεν παρήλθε το ελάχιστο χρονικό διάστημα των τεσσάρων
(4)μηνών, μετά την παρέλευση του οποίου και μόνο αρχίζει η υποχρέωση καταβολής και αντίστοιχα αποτελεί την αφετηρία έναρξης της ποινικής του ευθύνης. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στα ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 431/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βέροιας. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.