Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2473 / 2009 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια. Περίληψη: Κακουργηματική απάτη επί δικαστηρίου. Έννοια δόλου. Αναιρείται για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Παραγραφή πλημμελημάτων. Αριθμός 2473/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού - Εισηγητή και Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων α) Χ1, κατοίκου ..., β) Χ2, κατοίκου ... και γ) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του με αριθμό 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Μαΐου 2009, τρείς
(3)τον αριθμό, αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 756/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 301/18.9.2009 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, τις από 18-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων α) Χ2, β) Χ1 και γ) Χ3, κατά του υπ'αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσες, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθησαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά του υπ'αριθμ. 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτοί παραπέμπονται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθούν, Α) ο Χ2, α) δι' απάτη κατ' εξακολούθηση εκ της οποίας το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ και β) δι' ηθική αυτουργία εις ψευδορκία μάρτυρος, Β) ο Χ1, δι' άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη, και Γ) η Χ3, διά α) ψευδορκία μάρτυρος και β) άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη. Προβάλλουν δε αυτοί, ως λόγον αναιρέσεως, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επειδή, εκ της διατάξεως του άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίση ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο του εξαπατηθέντος με το πρόσωπο του ζημιωθέντος. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθή και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που έχει ως συνέπεια την βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του δράστη (βλ. ΑΠ 2078/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/540). Κατά την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών). Κατά δε το άρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης.Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δια το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπ'όψη από το συμβούλιο, για την παραπεμπτική κρίση του, αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα από αυτά. Πρέπει όμως να υπάρχη βεβαιότης ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε το σύνολο τούτων και όχι μόνο μερικά από αυτά, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα (ΑΠ 1946/2005, ΑΠ 685/2004). Και δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ή η ενδεικτική αναφορά μερικών από αυτές, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως εκάστου αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, αφού στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 23/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των προσδιοριζομένων αποδεικτικών στοιχείων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Στις 3-5-1999 και περί ώρα 09.00', ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, δικηγόρος Αθηνών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και κινούμενος επί της οδού ... στην ..., όταν έφθασε στη διασταύρωση της ως άνω οδού επί της οποίας εκινείτο, με την οδό ..., συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δικηγόρος ΑΑ, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ". Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου ΑΑ, ο οποίος παραβίασε το φωτεινό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και έδειχνε ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, ήταν να τραυματισθεί ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπέστη κάταγμα δεξιού Plateau και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς" από 3-5-1999 έως 5-5-1999 οπότε του έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, την 23-7-1999 οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από 4-11-1999 έως 11-10-1999 οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω δημιουργηθείσας σχετικής φλεγμονής και του αφαιρέθηκαν και τα λοιπά υλικά οστεοσύνθεσης και ότι κατά την επανεξέταση του την 10-1-2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος του και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος κατά το χρόνο του τραυματισμού του, ήταν ηλικίας 42 ετών, ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην οδό ... αριθμός ..., στο ..., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις κατωτέρω τρεις
(3)αγωγές, στρεφόμενες κατά του ΑΑ και της μηνύτριας - πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση (αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που υπέστη από το ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του) και ως χρηματική ικανοποίηση (αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προξένησε ο τραυματισμός του). Συγκεκριμένα άσκησε τις εξής αγωγές: α) την από 9-5-2000 (και με αριθμό κατάθεσης 5237/2000) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 66.381.760 δραχμών ή 194.810,74 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, β) την από 3-5-2001 (και με αριθμό κατάθεσης 3712/2001) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 89.350.000 δραχμών ή 262.215,70 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά την επόμενη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001 και γ) την από 3-10-2004 (και με αριθμό κατάθεσης 7623/2004) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 234.777 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, για διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2001 έως 31-12-
- Η τρίτη αυτή αγωγή (7623/2004) ορίστηκε να συζητηθεί την 5-4-2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και εκκρεμεί, χωρίς να έχει συζητηθεί και να έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής μέχρι σήμερα. Και με τις τρεις αυτές αγωγές ο κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίστηκε στο κείμενο αυτών ψευδώς ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, κέρδιζε από την εργασία του, ως δικηγόρου, κατά μέσο όρο το ποσό των 3.600.000 δραχμών μηνιαίως, και αναλυτικότερα: α) ότι κατά μέσο όρο είχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα δύο ακροατήρια δικαστηρίων ποινικά ή αστικά και κέρδιζε τουλάχιστον 50.000 δραχμές σε καθένα και μηνιαίως 2.200.000 δραχμές, β) ότι εκτός των ακροατηρίων ασχολούνταν με μεγάλο βαθμό με συμβόλαια ακινήτων (αγοραπωλησίες, γονικές παροχές, αποδοχές κληρονομιάς κλπ) και γι' αυτό συνεργαζόταν από τέλη 1998 μέχρι του τραυματισμού του με τρεις συμβολαιογράφους Αθηνών, συντάσσοντας τουλάχιστον μία συμβολαιογραφική πράξη την εβδομάδα και ότι από την δραστηριότητα του αυτή κέρδιζε τουλάχιστον 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως και ανά μήνα 800.000 δραχμές και γ) ότι ασχολούνταν και με διάφορες άλλες δικηγορικές δραστηριότητες (αποστολή εξώδικων, παροχή νομικών συμβουλών, παραστάσεις σε διάφορες αρχές κλπ) και κέρδιζε κατά μέσο όρο την εβδομάδα 150.000 δραχμές τουλάχιστον και ανά μήνα το ποσό των 600.000 δραχμών, ήτοι συνολικά κατά μέσο όρο τουλάχιστον το ποσό των 3.600.000 (2.200.000 + 800.000 + 600.000) δραχμών μηνιαίως, αναφέροντας ειδικότερα σ' αυτές (αγωγές) ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του έτους 1998 τρεις συναδέλφους του, οι οποίοι τον βοηθούσαν, και ότι οι αγωγές αυτές είναι νόμιμες, βάσιμες και αληθινές και θα αποδειχθούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με έγγραφα και μάρτυρες. Ι. Η πρώτη αγωγή (5237/2000) ορίστηκε να συζητηθεί την 16-2-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων -πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 16-2-2001 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 εξεταζόμενος ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ. από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι στο γραφείο ακόμη ήταν άλλες δύο κυρίες, ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ. (από συμβόλαια) και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το υπ' αριθμ. 381/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών διατάχθηκε ο χωρισμός της αρχικής δικογραφίας και ο σχηματισμός, λόγω κινδύνου παραγραφής των πλημμελημάτων, αυτοτελούς δικογραφίας για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίες φέρεται ότι τελέστηκαν απ' αυτούς στις 16-2-
- Γι' αυτό και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία από την Ανακρίτρια που διενήργησε την ανάκριση σε βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 9.924.436 δραχμών ή 29.125,27 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση κλπ. Ακολούθως, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (5106/2001) ο πρώτος κατηγορούμενος άσκησε την από 22-4-2002 έφεση του, με την οποία επανέλαβε τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί διαφυγόντων κερδών του και περί του ύψους αυτών, η οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 19-9-
- Με τις από 19-9-2002 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της έφεσης, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτών προσκόμισε τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής και της έφεσης. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του και την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη - πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 118.047 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η πολιτικώς ενάγουσα "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό αυτό με τους αναλογούντες τόκους, τμηματικά στις 23-12-2002 και 31-1-2003, από το ποσό δε αυτό κονδύλιο 105.389,04 ευρώ (=88.041,00 ευρώ κεφάλαιο + 17.347,95 ευρώ επιδικασθέντες τόκοι) αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στις ασκηθείσες αγωγή και έφεση του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ1, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει τους δικαστές του Εφετείου Αθηνών και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης έφεσης του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 105.389,04 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και του κατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Σημειώνεται ότι, στη συνέχεια κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης (9144/2002) η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την από 8-4-2003 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 760/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τα κονδύλια διαφυγόντων κερδών και της ηθικής βλάβης και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών προς εκδίκαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η από 22-4-2002 έφεση του πρώτου κατηγορουμένου κατά της 5106/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενη ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα (3-5-1999 έως 10-5-2000) και έτσι απώλεσε το συνολικό ποσό των 46.800.000 δραχμών. Αντίθετα, ότι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα πραγματοποιώντας τις παραστάσεις σε δικαστήρια, σε συμβόλαια κλπ που αναφέρονται στο σκεπτικό της και κατόπιν αυτών απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1070/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως δεν προσκομίζεται. II. Η δεύτερη αγωγή (3712/2001) ορίστηκε να συζητηθεί την 14-2-2002 και μετ' αναβολή τη δικάσιμο της 17-5-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων - πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα την τρίτη κατηγορουμένη Χ3 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Η τρίτη κατηγορουμένη εξεταζόμενη στις 17-5-2004 ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος από την εργασία του ως δικηγόρος έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, ότι είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του, τους ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του το ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά, όπως αναφέρεται κατωτέρω, πολύ λιγότερα, ούτε απασχολούσε στο γραφείο του τους ανωτέρω τρεις δικηγόρους, αλλά μόνο την ... . Με τις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτών προσκόμισε τις ως άνω τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη -πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 119.304,47 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κήρυξε δε την απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Η πολιτικώς ενάγουσα "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό των 40.000 ευρώ στις 12-11-2004, από το ποσό δε αυτό κονδύλιο 31.977,96 ευρώ αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου, κατ' αναλογία του συνολικώς επιδικασθέντος ποσού των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων 95.377,84 ευρώ διαφυγόντα κέρδη. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στην ασκηθείσα αγωγή του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Χ3, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει το δικαστή του ως άνω δικαστηρίου και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης αγωγής του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 95.377,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" του κατέβαλε ήδη το ως άνω επιδικασθέν ποσό, με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (4142/2004) οι διάδικοι άσκησαν τις από 11-10-2004 και 15-10-2004 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν στις 22-9-2005 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση του πρώτου κατηγορουμένου και έγινε δεκτή η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απερρίφθη η αγωγή και ειδικότερα ως προς κεφάλαιο αυτής που αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, ύψους 46.800.000 δραχμών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1075/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται. Με τις παραπάνω ενέργειες του ο πρώτος κατηγορούμενος κατόρθωσε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 137.367 (= 105.389,04 + 31.977,96) ευρώ, ποσό το οποίο ήδη εισέπραξε από την μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, βλάπτοντας τη μηνύτρια εταιρεία, το συνολικό δε όφελος από τη συμπεριφορά του αυτή και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη και τα εξής: Ότι προέκυψε, ότι το έτος 1998, δηλαδή το αμέσως προηγούμενο του ατυχήματος έτος, τα ετήσια καθαρά κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου από την εργασία του ως δικηγόρου, δεν υπερέβησαν το συνολικό ποσό των 3.150.797 δραχμών (σε 2.090.611 δραχμές ανήλθαν τα δηλωθέντα στην εφορία). Το ποσό αυτό υπολείπεται κατά πολύ του ποσού των 43.200.000 δραχμών που όπως ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος στις αγωγές του κέρδιζε κατά μέσο όρο τουλάχιστον ετησίως, το οποίο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 στις 16-2-2001, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5237/2000 αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου, κατέθεσε ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα δύο τουλάχιστον δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δραχμές από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δραχμές από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι δεν κέρδιζε από την εργασία τα ανωτέρω ποσά, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα ποσά, ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως, και ότι δεν κέρδιζε από συμβόλαια και από τη συνεργασία του με τους παραπάνω συμβολαιογράφους 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως, αλλά πολύ λιγότερα, όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση του να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 29.125,27 ευρώ, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, προέκυψε ότι η τρίτη εκκαλούσα-κατηγορουμένη Χ3 στις 17-5-2004, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω από 3-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του πρώτου εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ2, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR EAEAZ και ο ΑΑ) αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, και το ποσό των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001, κατέθεσε ψευδώς ότι "Πριν έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους κ. ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε", ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου το ως άνω ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα, και ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση της να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων τα 95.377,84 ευρώ αφορούσαν διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών εδέχθη ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις α) εναντίον του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ2, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απάτης επί δικαστηρίου, κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 9-5-2000, 16-2-2001, 19-9-2002 και 17-5-2004, β) εναντίον του δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 16-2-2001 και γ) εναντίον της τρίτης εκκαλούσας κατηγορουμένης Χ3, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου και 2) της ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 17-5-
- Εν συνεχεία δε, αφού απέρριψε κατ'ουσίαν τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, επεκύρωσε αυτό. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ως άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των ανωτέρω αξιοποίνων, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στηρίζεται η παραπεμπτική κρίση του, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, το Συμβούλιο έλαβε υπ'όψη και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν είναι αναγκαία η αναφορά των περιστατικών που προέκυψαν από έκαστο τούτων, ενώ αρκεί η μνεία αυτών, έστω κατά το είδος τους, το δε γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα άλλα. Επίσης, επαρκώς προσδιορίζει το Συμβούλιο τα ετήσια κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου, είναι δε αβάσιμη η αιτίαση ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα αποφεύγει "δικό του σκεπτικό και αιτιολογία", ως και η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται το κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια της ως άνω απάτης, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν δέχεται ότι συντρέχουν οι εν λόγω επιβαρυντικές περιστάσεις. Αβάσιμη είναι και η αιτίαση περί αναιτιολογήτου απορρίψεως του ισχυρισμού, ότι οι εις βαθμό κακουργήματος αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους πράξεις δεν είναι κακουργήματα, αφού η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται ειδικώς και στην παραδοχή ότι το ως άνω περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Εξάλλου, η αιτίαση περί λήψεως υπ'όψη απαραδέκτων και ακύρων αποδεικτικών μέσων, ασαφώς και αορίστως διατυπωθείσα και μη δυναμένη να συμπληρωθή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, είναι απαράδεκτη (βλ. ΑΠ 354/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/887). Επίσης δε, απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων και κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1, 318, 370 εδ. β', 484 και 485 ΠΚ συνάγεται, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώση την συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέση το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύση οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή (βλ. ΑΠ 1648/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, οι συναφείς πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρος και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτή (άρθρ. 224 και 46 παρ.1α ΠΚ) φέρονται τελεσθείσες την 17-5-
- Επομένως, και αφού δεν συνέτρεξε λόγος αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρ. 113 ΠΚ, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις έχουν ήδη υποκύψει στην κατ' άρθρ. 111 παρ. 3 ΠΚ πενταετή, επί πλημμελημάτων, παραγραφή. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή, ως προς το περί ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή μέρος του, το προσβαλλόμενο βούλευμα, να παύση οριστικώς η κατά των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ποινική δίωξη διά τις πράξεις αυτές, να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις τούτων κατά τα λοιπά, να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση του αναιρεσείοντος Χ1 και να καταδικασθή αυτός στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ως προς το περί ψευδορκίας μάρτυρος και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή μέρος του. Να παύση οριστικώς η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων Χ3 και Χ2, διά ψευδορκία μάρτυρος και ηθική αυτουργία σ'αυτή, αντιστοίχως, πράξεις φερόμενες ως τελεσθείσες στην Αθήνα, την 17-5-2004, περιγραφόμενες ειδικότερα στο ανωτέρω βούλευμα. Να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, οι από 18-5-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των ανωτέρω κατηγορουμένων, κατά του υπ'αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να απορριφθή η από 18-5-2009 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Πάχου, κατά του υπ'αριθμ. 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αναιρεσείων Ιωάννης Πάχος στα δικαστικά έξοδα. Αθήναι 2 Ιουλίου 2009 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες 99,100,101/18.5.2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2, Χ1 και Χ3, στρεφόμενες κατά του 789/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων κατά του 2182/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμπονται αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για να δικασθούν: Α) ο Χ2 α) για απάτη κατ' εξακολούθηση από την οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ και β) ηθική αυτουργία στη ψευδορκία μάρτυρα, Β) ο Χ1, για άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη και Γ) η Χ3 για α) ψευδορκία μάρτυρα και β) άμεση συνέργεια στην ανωτέρω απάτη, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, εφόσοβν αυτοί παραπέμπονται για κακουργήματα και συναφή πλημμελήματα (άρθρ. 482 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ), γι' αυτό και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν για πρόδηλη μεταξύ τους συνάφεια, να γίνουν τυπικά δεκτές. Από τη διάταξη του άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι το έγκλημα της απάτης στοιχειοθετείται με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει σε περιουσιακή, με πράξη, παράλειψη ή ανοχή, διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον, με σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και πραγματοποίηση του σκοπού αυτού. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί, ενώ δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο του εξαπατηθέντος με το πρόσωπο του ζημιωθέντος. Αποτέλεσμα δε του τελευταίου είναι, ότι η απάτη μπορεί να τελεσθεί και με την παραπλάνηση του δικαστηρίου, όταν υποβάλλεται σ'αυτό ψευδής ισχυρισμός, υποστηριζόμενος από πλαστά ή ψευδή, κατά περιεχόμενο, αποδεικτικά μέσα, από τα οποία παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει απόφαση, που έχει ως συνέπεια την βλάβη της περιουσίας του αντιδίκου του δράστη. Κατά την παράγρ. 3 του ιδίου άρθρου, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (ή των 5.000.000 δραχμών), ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των 73.000 ευρώ (ή των 25.000.000 δραχμών). Κατά δε το άρθρ. 46 παρ. 1β ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κυρίας πράξης. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και κρίθηκε ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από την εκτίμηση των προσδιοριζομένων κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων προέκυψαν τα εξής: "Στις 3-5-1999 και περί ώρα 09.00', ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, δικηγόρος Αθηνών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και κινούμενος επί της οδού ... στην ..., όταν έφθασε στη διασταύρωση της ως άνω οδού επί της οποίας εκινείτο, με την οδό ..., συγκρούστηκε με το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δικηγόρος ΑΑ, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, και ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, στην μηνύτρια και πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ". Συνεπεία της σύγκρουσης αυτής, η οποία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου ΑΑ, ο οποίος παραβίασε το φωτεινό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και έδειχνε ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής, ήταν να τραυματισθεί ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος υπέστη κάταγμα δεξιού Plateau και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς" από 3-5-1999 έως 5-5-1999 οπότε του έγινε εσωτερική και εξωτερική οστεοσύνθεση, την 23-7-1999 οπότε του αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και από 4-11-1999 έως 11-10-1999 οπότε υποβλήθηκε σε χειρουργικό καθαρισμό λόγω δημιουργηθείσας σχετικής φλεγμονής και του αφαιρέθηκαν και τα λοιπά υλικά οστεοσύνθεσης και ότι κατά την επανεξέταση του την 10-1-2000 διαπιστώθηκε δυσκαμψία του δεξιού γόνατος του και μεγάλη ατροφία του αντίστοιχου τετρακέφαλου. Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2, ο οποίος κατά το χρόνο του τραυματισμού του, ήταν ηλικίας 42 ετών, ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου και διατηρούσε δικηγορικό γραφείο στην οδό ... αριθμός ..., στο ..., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις κατωτέρω τρεις
(3)αγωγές, στρεφόμενες κατά του ΑΑ και της μηνύτριας - πολιτικώς ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με τις οποίες ζητούσε τα αναφερόμενα σ' αυτές χρηματικά ποσά ως αποζημίωση (αποκατάσταση των θετικών και αποθετικών ζημιών που υπέστη από το ατύχημα και τον εντεύθεν τραυματισμό του) και ως χρηματική ικανοποίηση (αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που του προξένησε ο τραυματισμός του). Συγκεκριμένα άσκησε τις εξής αγωγές: α) την από 9-5-2000 (και με αριθμό κατάθεσης 5237/2000) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 66.381.760 δραχμών ή 194.810,74 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, β) την από 3-5-2001 (και με αριθμό κατάθεσης 3712/2001) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 89.350.000 δραχμών ή 262.215,70 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Από το ποσό δε αυτό, το κονδύλιο των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ αφορούσε τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά την επόμενη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001 και γ) την από 3-10-2004 (και με αριθμό κατάθεσης 7623/2004) αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν το ποσό των 234.777 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, για διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-2001 έως 31-12-
- Η τρίτη αυτή αγωγή (7623/2004) ορίστηκε να συζητηθεί την 5-4-2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου και εκκρεμεί, χωρίς να έχει συζητηθεί και να έχει εκδοθεί απόφαση επ' αυτής μέχρι σήμερα. Και με τις τρεις αυτές αγωγές ο κατηγορούμενος Χ2 ισχυρίστηκε στο κείμενο αυτών ψευδώς ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, κέρδιζε από την εργασία του, ως δικηγόρου, κατά μέσο όρο το ποσό των 3.600.000 δραχμών μηνιαίως, και αναλυτικότερα: α) ότι κατά μέσο όρο είχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα δύο ακροατήρια δικαστηρίων ποινικά ή αστικά και κέρδιζε τουλάχιστον 50.000 δραχμές σε καθένα και μηνιαίως 2.200.000 δραχμές, β) ότι εκτός των ακροατηρίων ασχολούνταν με μεγάλο βαθμό με συμβόλαια ακινήτων (αγοραπωλησίες, γονικές παροχές, αποδοχές κληρονομιάς κλπ) και γι' αυτό συνεργαζόταν από τέλη 1998 μέχρι του τραυματισμού του με τρεις συμβολαιογράφους Αθηνών, συντάσσοντας τουλάχιστον μία συμβολαιογραφική πράξη την εβδομάδα και ότι από την δραστηριότητα του αυτή κέρδιζε τουλάχιστον 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως και ανά μήνα 800.000 δραχμές και γ) ότι ασχολούνταν και με διάφορες άλλες δικηγορικές δραστηριότητες (αποστολή εξώδικων, παροχή νομικών συμβουλών, παραστάσεις σε διάφορες αρχές κλπ) και κέρδιζε κατά μέσο όρο την εβδομάδα 150.000 δραχμές τουλάχιστον και ανά μήνα το ποσό των 600.000 δραχμών, ήτοι συνολικά κατά μέσο όρο τουλάχιστον το ποσό των 3.600.000 (2.200.000 + 800.000 + 600.000) δραχμών μηνιαίως, αναφέροντας ειδικότερα σ' αυτές (αγωγές) ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του έτους 1998 τρεις συναδέλφους του, οι οποίοι τον βοηθούσαν, και ότι οι αγωγές αυτές είναι νόμιμες, βάσιμες και αληθινές και θα αποδειχθούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με έγγραφα και μάρτυρες. Ι. Η πρώτη αγωγή (5237/2000) ορίστηκε να συζητηθεί την 16-2-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων -πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα το δεύτερο κατηγορούμενο Χ1 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 16-2-2001 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 εξεταζόμενος ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα τουλάχιστον δύο δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δρχ. από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι στο γραφείο ακόμη ήταν άλλες δύο κυρίες, ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δρχ (από συμβόλαια) και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του. Πρέπει να σημειωθεί ότι με το υπ' αριθμ. 381/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών διατάχθηκε ο χωρισμός της αρχικής δικογραφίας και ο σχηματισμός, λόγω κινδύνου παραγραφής των πλημμελημάτων, αυτοτελούς δικογραφίας για τα πλημμελήματα της ψευδορκίας μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του δεύτερου κατηγορουμένου Χ1 και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα που αποδίδεται σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίες φέρεται ότι τελέστηκαν απ' αυτούς στις 16-2-
- Γι' αυτό και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία από την Ανακρίτρια που διενήργησε την ανάκριση σε βάρος των παραπάνω κατηγορουμένων για τις πράξεις αυτές. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ποσό των 9.924.436 δραχμών ή 29.125,27 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση κλπ. Ακολούθως, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (5106/2001) ο πρώτος κατηγορούμενος άσκησε την από 22-4-2002 έφεση του, με την οποία επανέλαβε τους ίδιους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς του περί διαφυγόντων κερδών του και περί του ύψους αυτών, η οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 19-9-
- Με τις από 19-9-2002 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της έφεσης, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτών προσκόμισε τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής και της έφεσης. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του και την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη -πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 118.047 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η πολιτικώς ενάγουσα "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό αυτό με τους αναλογούντες τόκους, τμηματικά στις 23-12-2002 και 31-1-2003, από £ το ποσό δε αυτό κονδύλιο 105.389,04 ευρώ (=88.041,00 ευρώ κεφάλαιο + 17.347,95 ευρώ επιδικασθέντες τόκοι) αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στις ασκηθείσες αγωγή και έφεση του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Χ1, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει τους δικαστές του Εφετείου Αθηνών και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης έφεσης του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 105.389,04 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 9144/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και του κατέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Σημειώνεται ότι, στη συνέχεια κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης (9144/2002) η πολιτικώς ενάγουσα άσκησε την από 8-4-2003 αίτηση αναίρεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 760/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τα κονδύλια διαφυγόντων κερδών και της ηθικής βλάβης και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών προς εκδίκαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η από 22-4-2002 έφεση του πρώτου κατηγορουμένου κατά της 5106/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενη ειδικότερα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της, ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) συνεπεία του τραυματισμού του κατέστη ανίκανος προς εργασία καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα (3-5-1999 έως 10-5-2000) και έτσι απώλεσε το συνολικό ποσό των 46.800.000 δραχμών. Αντίθετα, ότι αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος κατά το ως άνω χρονικό διάστημα συνέχισε την επαγγελματική του δραστηριότητα πραγματοποιώντας τις παραστάσεις σε δικαστήρια, σε συμβόλαια κλπ που αναφέρονται στο σκεπτικό της και κατόπιν αυτών απέρριψε το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 3-5-1999 έως 10-5-2000, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1070/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 464/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται. II. Η δεύτερη αγωγή (3712/2001) ορίστηκε να συζητηθεί την 14-2-2002 και μετ1 αναβολή τη δικάσιμο της 17-5-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την οποία ο ενάγων - πρώτος κατηγορούμενος παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο ΑΑ, ενώ προς απόδειξη της αγωγής του ως προς το δεύτερη εναγομένη και νυν πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία εξέτασε στο ακροατήριο ως μάρτυρα την τρίτη κατηγορουμένη Χ3 και προσκόμισε τα έγγραφα που αναφέρονται στις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο. Η τρίτη κατηγορουμένη εξεταζόμενη στις 17-5-2004 ως μάρτυρας απόδειξης στο ακροατήριο του δικαστηρίου κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος από την εργασία του ως δικηγόρος έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, ότι είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο του, τους ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του το ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά, όπως αναφέρεται κατωτέρω, πολύ λιγότερα, ούτε απασχολούσε στο γραφείο του τους ανωτέρω τρεις δικηγόρους, αλλά μόνο την ... . Με τις από 17-5-2004 προτάσεις που υπέβαλε στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής, επανέλαβε τους ίδιους ψευδείς ισχυρισμούς και προς απόδειξη αυτώνπροσκόμισε τις ως άνω τρεις έγγραφες δηλώσεις των ως άνω φερομένων συνεργατών του δικηγόρων, με περιεχόμενο που αντιστοιχούσε στο οικείο μέρος του ιστορικού της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος της και υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη -πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", να καταβάλει στον ενάγοντα - πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 119.304,47 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κήρυξε δε την απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ. Η πολιτικώς ενάγουσα EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο το προσωρινώς επιδικασθέν ποσό των 40.000 ευρώ στις 12-11-2004, από το ποσό δε αυτό κονδύλιο 31.977,96 ευρώ αφορούσε τα ως άνω, δήθεν, διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου, κατ' αναλογία του συνολικώς επιδικασθέντος ποσού των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων 95.377,84 ευρώ διαφυγόντα κέρδη. Έτσι, ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος γνώριζε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί του στην ασκηθείσα αγωγή του ήταν ψευδείς, επικαλέστηκε τα ανωτέρω αναληθή κατά το περιεχόμενο αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και την παραπάνω ψευδή κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Χ3, και έτσι πέτυχε να παραπλανήσει το δικαστή του ως άνω δικαστηρίου και να εκδοθεί υπέρ αυτού η ως άνω ευνοϊκή απόφαση επί της ασκηθείσης αγωγής του, και να περιποιήσει έτσι στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, ίσο με το παραπάνω ποσό των 95.377,84 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφυγόντα κέρδη του, το οποίο του επιδικάσθηκε με την 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το οποίο η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" του κατέβαλε ήδη το ως άνω επιδικασθέν ποσό, με ισόποση βλάβη της περιουσίας της τελευταίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης (4142/2004) οι διάδικοι άσκησαν τις από 11-10-2004 και 15-10-2004 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν στις 22-9-2005 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η έφεση του πρώτου κατηγορουμένου και έγινε δεκτή η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", εξαφανίστηκε εν μέρει η εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απερρίφθη η αγωγή και ειδικότερα ως προς κεφάλαιο αυτής που αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, ύψους 46.800.000 δραχμών, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Ήδη δε, μετά από αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στο από 8-1-2009 υπόμνημα του πρώτου κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο τούτο, η υπ' αριθμ. 1075/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η ως άνω 465/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, όμως, δεν προσκομίζεται. Με τις παραπάνω ενέργειες του ο πρώτος κατηγορούμενος κατόρθωσε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 137.367 (= 105.389,04 + 31.977,96) ευρώ, ποσό το οποίο ήδη εισέπραξε από την μηνύτρια - πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", σε εκτέλεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και αφορά διαφυγόντα κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, βλάπτοντας τη μηνύτρια εταιρεία, το συνολικό δε όφελος από τη συμπεριφορά του αυτή και η αντίστοιχη ζημία της μηνύτριας εταιρείας υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατόπιν της άσκησης των παραπάνω τριών διαδοχικών αγωγών του πρώτου κατηγορουμένου, η πολιτικώς ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ", υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών την ένδικη από 15-9-2005 μήνυση της, με την οποία προσβάλλει ως ψευδείς τους παραπάνω αγωγικούς ισχυρισμούς του πρώτου κατηγορουμένου, οι οποίοι καθ' υπόδειξη του επαναλαμβάνονται και από τους παραπάνω ψευδομάρτυρες του, δηλαδή ότι κατά το χρονικό διάστημα πριν από τον τραυματισμό του, κέρδιζε από την εργασία του, ως δικηγόρου, κατά μέσο όρο το ποσό των 3.600.000 δραχμών μηνιαίως, και αναλυτικότερα: α) ότι κατά μέσο όρο είχε οπωσδήποτε κάθε ημέρα δύο ακροατήρια δικαστηρίων ποινικά ή αστικά και κέρδιζε τουλάχιστον 50.000 δραχμές σε καθένα και μηνιαίως 2.200.000 δραχμές, β) ότι εκτός των ακροατηρίων ασχολούνταν με μεγάλο βαθμό με συμβόλαια ακινήτων (αγοραπωλησίες, γονικές παροχές, αποδοχές κληρονομιάς κλπ) και γι' αυτό συνεργαζόταν από τέλη 1998 μέχρι του τραυματισμού του με τρεις συμβολαιογράφους Αθηνών, συντάσσοντας τουλάχιστον μία συμβολαιογραφική πράξη την εβδομάδα και ότι από την δραστηριότητα του αυτή κέρδιζε τουλάχιστον 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως και ανά μήνα 800.000 δραχμές και γ) ότι ασχολούνταν και με διάφορες άλλες δικηγορικές δραστηριότητες (αποστολή εξώδικων, παροχή νομικών συμβουλών, παραστάσεις σε διάφορες αρχές κλπ) και κέρδιζε κατά μέσο όρο την εβδομάδα 150.000 δραχμές τουλάχιστον και ανά μήνα το ποσό των 600.000 δραχμών, ήτοι συνολικά κατά μέσο όρο τουλάχιστον το ποσό των 3.600.000 (2.200.000 + 800.000 + 600.000) δραχμών μηνιαίως, αναφέροντας ειδικότερα σ' αυτές (αγωγές) ότι είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία και για να μπορέσει να φέρει σε πέρας τις υποθέσεις του είχε προσλάβει από το τέλος του έτους 1998 τρεις συναδέλφους του, οι οποίοι τov βοηθούσαν, τους οποίους ισχυρισμούς προέβαλε προς υποστήριξη των αγωγικών αιτημάτων που αφορούν την επιδίκαση διαφυγόντων κερδών του πρώτου κατηγopoυμέvoυ λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από του τραυματισμού του (3-5-1999) έως 31-12-
- Επικαλείται δε και προσκομίζει σημαντικά κατά την μηνύτρια έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η βασιμότητα της μήνυσης της, και συγκεκριμένα: α) την από 11-8-2005 βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.), από την οποία προκύπτει ότι οι ... και ..., δικηγόροι Αθηνών, ουδέποτε απασχολήθηκαν με έμμισθη εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο, ούτε ο ίδιος δήλωσε ποτέ ότι είχε προσλάβει τους προαναφερθέντες. Επιπλέον ότι η ..., δικηγόρος Αθηνών, υπήρξε μέλος του Δ.Σ.Α. μόλις μέχρι την 31-12-1997, οπότε μετατέθηκε και γράφτηκε στο Δ. Σ. Ηλείας. Στη συνέχεια μετατέθηκε από το Δ.Σ. Ηλείας και γράφτηκε ξανά στο Δ.Σ.Α. την 8-5-2000 και παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα την 18-7-2002, δηλαδή κατά την κρίσιμη περίοδο δεν βρισκόταν καν στην ..., καθότι ασκούσε δικηγορία στο Νομό Ηλείας. Τέλος η δικηγόρος Αθηνών ... είχε δηλώσει ότι πραγματικά συνεργάσθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο και αμειβόταν με πάγια αντιμισθία, μόνο κατά τα έτη 1997 και 1998, β) τον χωρίς ημερομηνία πίνακα του Δ.Σ.Α., στον οποίο αναλύονται, κατ' έτος, από το έτος 1998 έως και 2005 για τον πρώτο κατηγορούμενο και για τα έτη 1998 έως και 2000 για τους δικηγόρους ..., ... και ..., ο αριθμός των παραστάσεων τους σε δικαστήρια, καθώς και ο αριθμός των συμβολαίων στα οποία παραστάθηκαν, με τις συνολικές κατ' έτος αμοιβές. Ο πρώτος κατηγορούμενος: 1) το έτος 1998, πραγματοποίησε 82 παραστάσεις στα δικαστήρια και 20 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 3.150.797 δραχμές ή 9.246,65 ευρώ, 2) το έτος 1999 (έτος του τραυματισμού του), πραγματοποίησε 79 παραστάσεις στα δικαστήρια και 13 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 2.985.712 δραχμές ή 8.702,18 ευρώ, 3) το έτος 2000 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στην πρώτη αγωγής του "είχε σχεδόν ολική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του") πραγματοποίησε 92 παραστάσεις στα δικαστήρια και 38 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 4.646.977 δραχμές ή 13.637,50 ευρώ, 4) το έτος 2001 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στη δεύτερη αγωγή του "είχε σημαντική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του"), πραγματοποίησε 104 παραστάσεις στα δικαστήρια και 22 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 6.351.949 δραχμές ή 18.641,08 ευρώ, 5) το έτος 2002 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στην τρίτη αγωγή του, εξακολουθεί να "έχει σημαντική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του"), πραγματοποίησε 84 παραστάσεις στα δικαστήρια και 5 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 11.486,40 ευρώ, 6) το έτος 2003 (κατά το οποίο, όπως αναφέρει στην τρίτη αγωγή του, εξακολουθεί να "έχει σημαντική ανικανότητα για εργασία λόγω των σοβαρών παθήσεων του"), πραγματοποίησε 71 παραστάσεις στα δικαστήρια και 4 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 8.268,76 ευρώ, 7) το έτος 2004, πραγματοποίησε 84 παραστάσεις στα δικαστήρια και 18 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 15.975,59 ευρώ και 8) το έτος 2005, πραγματοποίησε 31 παραστάσεις στα δικαστήρια και 17 συμβόλαια, με ετήσια συνολικά καθαρά κέρδη 13.907,87 ευρώ και γ) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω, από το οποίο προκύπτει ότι κατά τα οικονομικά έτη 1999 έως και 2002, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε δηλώσει εισόδημα από Ζ' Πηγή (ατομική επιχείρηση), κυμαινόμενο σε επίπεδα που ουδόλως ανταποκρίνονται στα αιτηθέντα και επιδικασθέντα, και συγκεκριμένα: 1) το οικον. έτος 1999 (χρήση 1998) το ποσό των 2.090.611 δραχμών, 2) το οικον. έτος 2000 (χρήση 1999) το ποσό των 3.355.897 δραχμών, 3) το οικον. έτος 2001 (χρήση 2000) το ποσό των 2.656.455 δραχμών και 4) το οικον. έτος 2002 (χρήση 2001) το ποσό των 3.806.077 δραχμών. Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος με τα παραπάνω υπομνήματα του επιχείρησε να αντικρούσει την κατηγορία, εμμένοντας στη θέση του ότι κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα (3-5-1999) ήταν μάχιμος δικηγόρος του Αρείου Πάγου, με έναρξη στο επάγγελμα από το έτος 1982 και με έδρα το ιδιόκτητο γραφείο του στο ... στην οδό ... αριθμός ..., όπου ασκεί γενική δικηγορία και ότι η πορεία ως Δικηγόρος μέχρι τον τραυματισμό του ήταν πολύ καλή και είχε αποκτήσει πολυάριθμη και σοβαρή πελατεία. Ειδικότερα δε ισχυρίζεται τα εξής: 1) ότι κατά το χρόνο του τραυματισμού του απασχολούσε μόνιμα επί καθημερινής βάσης στο δικηγορικό του γραφείο τους Δικηγόρους ..., ..., ... και ..., 2) και ότι σε όλους αυτούς κατέβαλε 150.000 δραχμές το μήνα πλέον ποσοστών επί διαφόρων υποθέσεων και έτσι οι μηνιαίες αποδοχές τους κυμαίνονταν ανάλογα με την απόδοση τους σε 300.000 ή 400.000 δραχμές το μήνα, 3) ότι όλοι αυτοί εργάζονταν στο γραφείο του μόνο από το πρωί έως το μεσημέρι, ενώ τα απογεύματα ασχολούνταν με δικές τους υποθέσεις στις οικίες τους όπου είχαν γραφεία, 4) ότι εκτός από τους "εσωτερικούς" ως άνω Δικηγόρους, λόγω μεγάλου φόρτου εργασίας του, ανέθετε και σε "εξωτερικούς" συναδέλφους του να του γράψουν αγωγές, μηνύσεις, υπομνήματα κλπ, 5) ότι οι δικηγόροι αυτοί ήταν οι ..., ..., ... και ..., οι οποίοι διεκπεραίωναν τις εργασίες του, στα δικά τους γραφεία, και αμείβονταν ανάλογα με το δικόγραφο και τις εκάστοτε συμφωνίες τους, έφθαναν δε περίπου κατά μέσο όρο στις 100.000 ή 150.000 δραχμές το μήνα, 6) ότι απασχολούσε τρεις
(3)υπαλλήλους και συγκεκριμένα: τις ..., ... και ..., για βοηθητικές εξωτερικές εργασίες και για εσωτερικές γραμματειακές ασχολίες, στις οποίες κατέβαλε ως αμοιβή το ποσό των 150.000 δραχμών το μήνα σε καθεμία, 7) ότι συνεργαζόταν με τους συμβολαιογράφους Αθηνών: α) ..., η οποία είχε αναρτήσει την επιγραφή της στο γραφείο του, β) το σύζυγο της ... και γ) ..., 8) ότι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα ένας από τους ως άνω συμβολαιογράφους μετέβαινε στο γραφείο του και προέβαιναν στη σύνταξη διαφόρων συμβολαίων (πώλησης, γονικής παροχής, αποδοχής κληρονομιάς κλπ) και ότι από το κάθε συμβόλαιο κέρδιζε 200.000 δραχμές (100.000 δρχ. για την παράσταση και 100.000 δρχ. για έλεγχο τίτλου στο υποθηκοφυλακείο), 9) ότι στη χειρότερη περίπτωση είχε δύο
(2)δικαστήρια την ημέρα και από αυτά έπαιρνε τουλάχιστον 100.000 δραχμές, 10) ότι κανονικά κέρδιζε κάθε μήνα 5 ή 6 εκατομμύρια δραχμές, αφού είχε υψηλά εισοδήματα και από διάφορες εταιρείες και επιχειρήσεις στις οποίες ήταν Νομικός Σύμβουλος και 11) ότι λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού του, που τον καθήλωσε 12 μήνες στο κρεβάτι, όλοι οι ανωτέρω συνεργάτες του αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από το γραφείο του, και ότι για τον ίδιο λόγο έχασε και τους πελάτες του οι οποίοι στράφηκαν σε άλλους δικηγόρους. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω, ότι όλα αυτά αποδεικνύονται από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις των δικηγόρων - συνεργατών του ..., ..., ..., ..., ... και της γραμματέα ..., από τα αναφερόμενα αναλυτικά στα ως άνω υπομνήματα 138 έγγραφα (διάφορα δικόγραφα, αποφάσεις, πιστοποιητικά, χειρόγραφα ελέγχου, κλήσεις σε ποινικές δίκες και λοιπά έγγραφα), τα οποία υπογράφονται από τον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ ορισμένα από αυτά φέρουν τις υπογραφές των δικηγόρων ..., ... και ..., καθώς και φωτοτυπίες των σελίδων από το βιβλίο πελατών του, με τα ονόματα των πελατών του και τους αριθμούς φακέλλων. Από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με το βασικό ισχυρισμό του πρώτου κατηγορουμένου, ο οποίος καθ' υπόδειξή του επαναλαμβάνεται και από τους παραπάνω ψευδομάρτυρες του, δηλαδή ότι πριν από το ατύχημα και τον τραυματισμό του, ήτοι τα έτη 1998 και προηγούμενα, κέρδιζε κατά μέσο όρο τουλάχιστον 3.600.000 δραχμές μηνιαίως και 43.200.000 δραχμές ετησίως, ποσό το οποίο αναβίβασε με τα υπομνήματα του, σε 5.000.000 έως 6.000.000 μηνιαίως και 60.000.000 έως 72.000.000 δραχμές ετησίως, προκύπτει ότι δεν είναι αληθής και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, προέκυψε ότι το έτος 1998, δηλαδή το αμέσως προηγούμενο του ατυχήματος έτος, τα ετήσια καθαρά κέρδη του πρώτου κατηγορουμένου από την εργασία του ως δικηγόρου, δεν υπερέβησαν το συνολικό ποσό των 3.150.797 δραχμών (σε 2.090.611 δραχμές ανήλθαν τα δηλωθέντα στην εφορία). Το ποσό αυτό υπολείπεται κατά πολύ του ποσού των 43.200.000 δραχμών που όπως ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος στις αγωγές του κέρδιζε κατά μέσο όρο τουλάχιστον ετησίως, το οποίο δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 στις 16-2-2001, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 5237/2000 αγωγής του πρώτου κατηγορουμένου, κατέθεσε ψευδώς ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε την ημέρα δύο τουλάχιστον δικαστήρια και έπαιρνε 50.000 δραχμές από το καθένα, ότι από το έτος 1998 είχε συνεργάτες τους ..., ... και ..., ότι συνεργαζόταν με τρεις συμβολαιογράφους, ότι έβγαζε την εβδομάδα το λιγότερο 200.000 δραχμές από συμβόλαια και ότι έφυγαν και οι τρεις δικηγόροι από το γραφείο του, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι δεν κέρδιζε από την εργασία τα ανωτέρω ποσά, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα ποσά, ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως, και ότι δεν κέρδιζε από συμβόλαια και από τη συνεργασία του με τους παραπάνω συμβολαιογράφους 200.000 δραχμές εβδομαδιαίως, αλλά πολύ λιγότερα, όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση του να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 5106/2001 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 29.125,27 ευρώ, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Επίσης, προέκυψε ότι η τρίτη εκκαλούσα -κατηγορουμένη Χ3 στις 17-5-2004, ενεργώντας με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ήτοι εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας σε πολιτική δίκη παρέσχε στον πρώτο εκκαλούντα - κατηγορούμενο Χ2, άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική πράξη της απάτης επί δικαστηρίου, που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω από 3-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του πρώτου εκκαλούντος -κατηγορουμένου Χ2, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" και ο ΑΑ) αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, και το ποσό των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001, κατέθεσε ψευδώς ότι "Πριν έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους κ. ..., ...και ..., οι οποίοι φύγανε", ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, ήταν ότι ο πρώτος εκκαλών-κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου το ως άνω ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά τα παραπάνω πολύ λιγότερα, και ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως. Με τον τρόπο αυτό, συνέδραμε σπουδαίως τον πρώτο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της ως άνω πράξης, αφού συνέβαλε με την κατάθεση της να πεισθεί το δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της αγωγής και να εκδώσει την υπ' αριθμ. 4142/2004 απόφαση του, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον πρώτο κατηγορούμενο το ως άνω ποσό των 119.304,47 ευρώ εκ των οποίων τα 95.377,84 ευρώ αφορούσαν διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 11-5-2000 έως 3-5-2001, παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση απ' αυτόν της πράξης της απάτης στο δικαστήριο, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η τρίτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη Χ3, στις 17-5-2004 εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της παραπάνω από 3-5-2001 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3712/2001 αγωγής του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ2, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (δηλαδή η ασφαλιστική εταιρεία "EUROSTAR ΕΑΕΑΖ" και ο ΑΑ) αλληλεγγύως και εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλλουν, μεταξύ άλλων κονδυλίων, και το ποσό των 46.800.000 δραχμών ή 137.344,09 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, λόγω ανικανότητας του για εργασία κατά τη χρονική περίοδο από 11-5-2000 έως 3-5-2001, κατέθεσε τα εξής: "Πριν έβγαζε 3.000.000 δραχμές το μήνα, είχε τρεις δικηγόρους στο γραφείο, τους κ. ..., ... και ..., οι οποίοι φύγανε". Τα παραπάνω κατατεθέντα γεγονότα, τα οποία ευρίσκονται εντός του αποδεικτέου θέματος της ως άνω πολιτικής δίκης είναι ψευδή. Η αλήθεια είναι ότι ο πρώτος εκκαλών -κατηγορούμενος δεν κέρδιζε από την εργασία του ως δικηγόρου το ως άνω ποσό των 3.000.000 δραχμών μηνιαίως, αλλά πολύ λιγότερα, και ότι απασχολούσε στο γραφείο του με έμμισθη εντολή μόνο την ..., στην οποία κατέβαλε ως πάγια αντιμισθία το ποσό των 150.000 δραχμών μηνιαίως. Η εν λόγω κατηγορουμένη γνώριζε ότι όσα κατέθεσε παραπάνω ήταν ψευδή. Είχε ιδίαν αντίληψη για όσα κατάθεσε, αφού ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος είναι αδελφός της, και η κατοικία της βρίσκεται στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας της οδού ..., στο ..., όπου ο πρώτος κατηγορούμενος διατηρούσε το δικηγορικό του γραφείο (στο δεύτερο όροφο του ίδιου ακινήτου), και όπως αναφέρει στο από 15-3-2007 απολογητικό της υπόμνημα περιποιόταν τους πελάτες του (τους έφτιαχνε καφέδες και τους κερνούσε αναψυκτικά), ενώ γνώριζε όλους τους συνεργάτες του. Προέκυψε περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, ότι την απόφαση για την τέλεση της προαναφερόμενης άδικης πράξης προκάλεσε στην τρίτη εκκαλούσα -κατηγορουμένη ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος με προτροπές και παραινέσεις που έγιναν μετά πειθούς και φορτικότητας, προσήγαγε τη συγκατηγορούμενή του ως μάρτυρα και έπεισε αυτήν, να προβεί στην ανωτέρω κατάθεση, προκειμένου να τον ευνοήσει στην έκβαση της πολιτικής δίκης που εκκρεμούσε. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για να στηριχθεί δημόσια στο ακροατήριο κατηγορία: α) εναντίον του πρώτου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ2, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απάτης επί δικαστηρίου, κατ' εξακολούθηση, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ και 2) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 9-5-2000, 16-2-2001, 9-9-2002 και 17-5-2004, β) εναντίον του δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου Χ1, για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 16-2-2001 και γ) εναντίον της τρίτης εκκαλούσας - κατηγορουμένης Χ3, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της άμεσης συνέργειας στο έγκλημα της απάτης επί δικαστηρίου και 2) της ψευδορκία μάρτυρα, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε στην ... στις 17-5-2004. Επομένως ορθά αποφάνθηκε κατ' άρθρα 309 παρ. 1ε' και 313 του Κ.Ποιν.Δ., το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το εκκαλούμενο υπ' αριθμ. 2182/2008 βούλευμα του, με το οποίο παρέπεμψε τους κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων". Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο παραπεμπτικό βούλευμα δεν περιέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, ενώ αναφέρει λεπτομερώς το ιστορικό της υπόθεσης με τις αγωγές αποζημιώσεως που άσκησε ο πρώτος κατηγορούμενος κατά της εγκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας, στις οποίες, μεταξύ άλλων κονδυλίων, ζητούσε αυτός και διαφυγόντα κέρδη από τη μη άσκηση του επαγγέλματός του ως δικηγόρου συνεπεία του τραυματισμού του σε αυτοκινητικό ατύχημα, τους ισχυρισμούς που κάθε πλευρά προέβαλε στα πολιτικά δικαστήρια και το περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων, δεν λαμβάνει θέση κατά τρόπο σαφή, με δικές του σκέψεις και συλλογισμούς και όχι με την απλή αναφορά στις παραδοχές των αποφάσεων των διαφόρων πολιτικών δικαστηρίων και μάλιστα αποφάσεων που έχουν αναιρεθεί ως προς το κρίσιμο κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος, ενόψει μάλιστα και της απαλλακτικής για τους κατηγορουμένους πρότασης του Εισαγγελέως Εφετών, αν ο πρώτος αναιρεσείων, του οποίου άμεσοι συνεργοί στην πράξη της απάτης στο δικαστήριο σε βαθμό κακουργήματος φέρονται οι λοιποί αναιρεσείοντες, ήταν ή όχι ολικά ή μερικά ανίκανος, με βάση τη σοβαρότητα του τραυματισμού του, να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου κατά τα χρονικά διαστήματα από 3.5.1999 έως 10.5.2000, που αφορά την πρώτη αγωγή και από 11.5.2000 έως 3.5.2001, που αφορά τη δεύτερη αγωγή, ζήτημα το οποίο είναι πρωτεύον για την αντικειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της συγκεκριμένης απάτης, ενώ είναι δευτερεύον το ζήτημα του ύψους των εισοδημάτων του από την άσκηση του επαγγέλματός του, και, περαιτέρω, στην περίπτωση που ήταν μερικά ανίκανος, ποιά ήταν τα πραγματικά εισοδήματα που αυτός απώλεσε συνεπεία της μερικής ανικανότητας προς άσκηση του επαγγέλματός του, έτσι ώστε τα επί πλέον αιτούμενα ποσά, στηριζόμενα στις φερόμενες ως ψευδείς καταθέσεις του δευτέρου και τρίτης των κατηγορουμένων ως μαρτύρων, να θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης στο δικαστήριο και μάλιστα αυτής της κακουργηματικής του μορφής. Έτσι όμως το Συμβούλιο δεν διέλαβε αιτιολογία περί της υπάρξεως επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων που να δικαιολογούν την παραπομπή τους στο δικαστήριο. Επομένως, οι λόγοι και των τριών αναιρέσεων, που θεμελιώνουν την παράβαση του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι βάσιμοι, γι' αυτό και πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ως προς τα αδικήματα της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ' αυτήν, αναιρεθεί το προσβαλλόμενο ως προς τις πράξεις αυτές και παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς αυτές, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως (άρθρ. 485 παρ. 1 και 519 του ΚΠΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1, 318, 370 εδ. β', 484 και 485 ΠΚ συνάγεται ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημοσίας τάξεως που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, αν διαπιστώσει την συμπλήρωσή της που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης οφείλει να αναιρέσει το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, αρκεί η αίτηση αναιρέσεως να είναι παραδεκτή. Στην προκείμενη περίπτωση, οι συναφείς πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ'αυτή (άρθρ. 224 και 46 παρ. 1α ΠΚ) φέρονται τελεσθείσες την 17.5.2004. Επομένως, και ενόψει του ότι δεν συνέτρεξε λόγος αναστολής της παραγραφής κατ' άρθρο 113 ΠΚ, οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις έχουν ήδη υποκύψει στην κατ' άρθρο 111 παρ. 3 ΠΚ πενταετή, επί πλημμελημάτων, παραγραφή. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί, ως προς το περί ψευδορκίας μάρτυρα και ηθικής αυτουργίας σ'αυτή μέρος του το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παύσει οριστικά η κατά των αναιρεσειόντων Χ2 και Χ3 ποινική δίωξη για τις πράξεις αυτές. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το 789/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και της άμεσης συνέργειας σ'αυτή, για νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Χ3 και Χ2 για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ'αυτή, αντιστοίχως, πράξεις οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν στην ... στις 17.5.2004 και περιγράφονται ειδικότερα στο ανωτέρω βούλευμα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ