← Ελλάδα

ΑΠ 2478/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2478 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία πλημμεληματική κατ’ εξακολούθηση. Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 2478/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλουτόγλου, περί αναιρέσεως της 559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1170/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠΔ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση από τον υπαίτιο εγγράφου, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή τη δημιουργία, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο ΙΙ.-'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ.(Ολ.ΑΠ 1/2005). Η απαιτούμενη κατά τα άνω αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνον στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου για αναβολή της δίκης, παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αίτησης, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη του δικαστηρίου κρίση. Εξάλλου, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι προέκυψαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου. Η παραβίαση αυτή υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 559/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με μνεία κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη της, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της τα ακόλουθα περιστατικά."... Ο κατηγορούµενος είναι νοσηλευτικός υπάλληλος και εργάζεται στο Γενικό Νοµαρχιακό Νοσοκοµείο Λάρισας "Κουτλιµπάνειο". Με τρόπο που δεν έγινε γνωστός ήλθε σε επαφή µε διάφορους τσιγγάνους από τους οικισµούς ..... και ....., στους οποίους εµφανίσθηκε απατηλά ότι είναι ιατρός και ως εκ τούτου ήταν σε θέση να τους προµηθεύσει ιατρικά πιστοποιητικά, στα οποία να βεβαιώνεται ότι ο καθένας απ' αυτούς πάσχει από διάφορες ψυχικές ασθένειες, προκειµένου εκείνοι µε τη σειρά τους να τα υποβάλλουν στην οικεία υπηρεσία της Πρόνοιας Τρικάλων και να λάβουν το προβλεπόµενο από το νόµο για τέτοιες περιπτώσεις µηνιαίο χρηµατικό επίδοµα. Για κάθε "βεβαίωση" που συνέτασσε και εξέδιδε ο κατηγορούµενος, ο οποίος ως εκ της ιδιότητός του είχε προµηθευτεί από το Νοσοκοµείο Λάρισας τα σχετικά έντυπα ιατρικών βεβαιώσεων προς συµπλήρωση, εισέπραττε αµοιβή από κάθε τσιγγάνο ποσό 50 -100 €. Έτσι κατά το χρονικό διάστηµα από 20.2.2002 µέχρι 7.10.2002 και σε µερικότερους χρόνους που δεν προέκυψαν κατάρτισε συνολικά 78 ξεχωριστά πλαστά έγγραφα (ιατρικά πιστοποιητικά) για ισάριθµους τσιγγάνους, από τα οποία τα 28 φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από το "Κέντρο Ψυχικής Υγείας Κατερίνης" και 50 φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από το "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕIΟ" Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Αττικής. Με αυτά πιστοποιούνταν ότι στο µεν "Κέντρο Ψυχικής Υγείας Κατερίνης" εξετάσθηκαν οι αναφερόµενοι κατωτέρω "ασθενείς" από τον ιατρό ....., στο δε "ΔΡΟΜΟΚΑΙΤΕΙΟ" Ψυχιατρικό Νοσοκοµείο Απικής ότι εξετάσθηκαν από τον ιατρό ..... οι επίσης κατωτέρω "ασθενείς". Σε όλα βεβαιώνεται ότι οι εξετασθέντες ευρέθησαν πάσχοντες από διάφορες ψυχικές ασθένειες. Ο κατηγορούµενος, αφού συµπλήρωνε το περιεχόµενο κάθε πιστοποιητικού, έθετε σ' αυτό τη σφραγίδα και τα ονόµατα του αντίστοιχου από τους ανωτέρω ιατρούς και κατ' απoµίµηση την υπογραφή του. Ειδικότερα, εξέδωσε τα εξής πλαστά πιστοποιητικά: Α) ως δήθεν εκδοθέντα παρά του "Κέντρου Ψυχικής Υγείας Κατερίνης", τα οποία ανέγραφαν ως εξετασθέντες τους εξής τσιγγάνους: ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ...... Β) ως δήθεν εκδοθέντα παρά του "ΔΡΟΜΟΚΑίΤΕIΟΥ" Ψυχιατρικού Νοσοκοµείου Απικής, τα οποία ανέγραφαν ως εξετασθέντες τους εξής τσιγγάνους: ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ....., ..... . Στη σύνταξη και έκδοση των ανωτέρω πιστοποιητικών προέβη µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση τους τα µέλη της Πρωτοβάθµιας Υγειονοµικής Επιτροπής της Ν.Α. Τρικάλων αναφορικά µε το γεγονός ότι τα προαναφερόµενα πρόσωπα, στα οποία αφορούσαν, πάσχουν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες που για το καθένα σηµειώνεται αντίστοιχα και ότι ακολούθως δικαιούνται να λάβουν από την Πρόνοια µηνιαίο χρηµατικό επίδοµα, δηλαδή για γεγονός που έχει έννοµες συνέπειες. Περί του ότι τα πιστοποιητικά αυτά είναι πλαστά και δεν έχουν εκδοθεί από τα προαναφερόµενα νοσηλευτικά ιδρύµατα δεν υπάρχει καµία αµφιβολία, αφού ακόµη και ο κατηγορούµενος δεν προβάλλει ισχυρισµό περί γνησιότητάς τους. Το κρίσιµο δε γεγονός ότι αυτός που τα συνέταξε και τα εξέδωσε, συµπληρώνοντας το περιεχόµενό τους και θέτοντας κατ' αποµίµηση την υπογραφή του αντίστοιχου ιατρού, είναι ο κατηγορούµενος προκύπτει µετά βεβαιότητος, εκτός από τη συνδυαστική εκτίµηση όλων των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και από τη σαφή και πειστική κατάθεση του µάρτυρα κατηγορίας Α που είναι τσιγγάνος και διαµεσολαβητής µεταξύ της κοινότητας των τσιγγάνων και ενός δηµοσίου προγράµµατος. Αυτός βεβαιώνει ότι ήλθε σε επαφή µε όλους τους τσιγγάνους που κατά τα προαναφερόµενα "εξασφάλισαν" ένα τέτοιο πλαστό πιστοποιητικό και όλοι του υπέδειξαν ως πηγή τους την οικία του κατηγορουµένου στη ....., καθώς και ότι ως "ιατρό" που τους χορήγησε τα πλαστά πιστοποιητικά αναγνώρισαν τον κατηγορούµενο. Η σαφής αυτή κατάθεση από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν καταρρίφθηκε. Και είναι µεν αλήθεια ότι στην από 19.3.2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της η ..... καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα πλαστά πιστοποιητικά "χαράχθηκαν στο σύνολό τους από το ίδιο πρόσωπο" αλλά "ο Χ με υψηλή πιθανότητα δεν χάραξε κανένα απ' αυτά. Ωστόσο, το συμπέρασμά της αυτό, για το οποίο όπως και η ίδια εξηγεί δεν είναι βεβαία, συνιστά ένα "μετά πιθανότητος συμπέρασμα" διότι η σύγκριση δεν έγινε με τα πρωτότυπα των πλαστών εγγράφων αλλά με φωτoαντίγραφα. Γι' αυτό το συμπέρασμά της δεν γίνεται αποδεκτό από το δικαστήριο, αφού έρχεται σε αντίθεση με άλλα σαφέστερα και βεβαιότερα αποδεικτικά στοιχεία. Εφόσον λοιπόν υπάρχουν ικανές αποδείξεις για τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα και το δικαστήριο διαμόρφωσε εξ αυτών πλήρη δικανική πεποίθηση, κρίνει ότι δεν συντρέχει καμία ανάγκη για να διατάξει κρείσσονες αποδείξεις με την εξέταση των μαρτύρων (ψυχιάτρων) που προτείνει οι κατηγορούμενος ή με την επανάληψη της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Γι' αυτό τα σχετικά αιτήματα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου ότι τα ανωτέρω πιστοποιητικά που συνέταξε δεν συνιστούν έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' ΠΚ διότι α) στη δικογραφία βρίσκονται σε φωτοτυπίες, β) δεν έχουν αριθμό πρωτοκόλλου της υπηρεσίας που φέρεται ότι τα εξέδωσε, γ) δεν αναφέρεται σ' αυτά το ειδικότερα τμήμα της υπηρεσίας, η ταχυδρομική διεύθυνσή της και το τηλέφωνό της, ούτε η υπαλληλική ιδιότητα του υπογράφοντος, δ) δεν βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του υπογράφοντος από το διευθυντή του, ε) δεν αναφέρεται η αρχή, στην οποία απευθύνεται και στ) η περιγραφή της πάθησης έχει ελλείψεις, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν διότι τα επίμαχα έγγραφα συντάχθηκαν απ' αρχής "εν πρωτοτύπω" και τα ευρισκόμενα στη δικογραφία είναι φωτοαντίγραφα αυτών, παραδεκτώς λαμβανόμενα υπόψη του δικαστηρίου. Με αυτά τα στοιχεία τα επίμαχα πιστοποιητικά συνιστούν έγγραφα τελείως καταρτισμένα και φέρουν όλους τους εξωτερικούς τύπους ενός εγγράφου. Τα υπόλοιπα στοιχεία και υπό την εκδοχή ότι λείπουν δεν αναιρούν τη φύση αυτών ως εγγράφων κατά την έννοια των άρθρων 13 γ' και 216 παρ. 1 ΠΚ, αφού συνιστούν γραπτά με σαφές νοηματικό περιεχόμενο και αναφέρουν τον φερόμενο ως συντάκτη και εκδότη τους ιατρό, του οποίου η υπoγραφή υπάρχει κατ' απομίμηση. Τα αναφερόμενα από τον κατηγορούμενο στοιχεία (πρωτόκολλο, τηλέφωνα κ.λπ.) δεν είναι αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία. Επίσης, οι ισχυρισμοί του ότι δεν αιτιολογείται η ύπαρξη και άλλων συνεργών, αναγκαίων κατ' αυτόν για τη διάπραξη ενός τέτοιου αδικήματος, πρέπει να απορριφθούν διότι στηρίζονται στην αναληθή προϋπόθεση ότι τις πράξεις του τέλεσε από κοινού με άλλους, ενώ ουδέποτε του αποδόθηκε τέτοια κατηγορία. Τέλος, τα επίμαχα πιστοποιητικά ήταν πρόσφορα να αποδείξουν το έχον έννομη σημασία γεγονός ότι ο κάθε "εξετασθείς" πάσχει από ψυχική νόσο, χωρίς να απαιτείται επί πλέον να επήλθε όντως και παραπλάνηση της Αρχής, για την οποία προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν. Τέλος η κατάρτισή τους από τον κατηγορούμενο δεν έγινε αποκλειστικά ( βλ. ΑΠ 494/1975) ) με σκοπό "να διευκολυνθεί η άμεση συντήρηση, η κίνηση ή η κοινωνική πρόοδος" των ανωτέρω τσιγγάνων χωρίς επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου (βλ. ΑΠ 800/1983), αλλά με σκοπό κυρίως αυτός μεν να εισπράξει την αμοιβή του για κάθε ένα, οι δε δήθεν εξετασθέντες απ' αυτόν τσιγγάνοι να παραπλανήσουν το Ελληνικό Δημόσιο και να εισπράξουν το προβλεπόμενο για τους ψυχοπαθείς επίδομα της Πρόνοιας. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της πράξης του είναι το αδίκημα του άρθρου 217 ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πρέπει λοιπόν ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, όπως στο διατακτικό, αλλά να του αναγνωρισθεί, όπως και πρωτοδίκως του αναγνωρίσθηκε, το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α Π.Κ....". Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δύο

(2)ετών την οποία ανέστειλε. Με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε το Δικαστήριο στην απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος για το οποίο τον κήρυξε ένοχο, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του αναιρεσείοντος, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα παραπάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 του Π.Κ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παραβίασε, το δε πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού δεν είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ο τρόπος τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξεως της κατάρτισης των πλαστών ιατρικών βεβαιώσεων, οι σκέψεις από τις οποίες το δικαστήριο πείσθηκε ότι τα παραπάνω έγγραφα είναι πλαστά και συντάκτης αυτών ο αναιρεσείων, αναφέρεται στην απόφαση ο σκοπός παραπλάνησης από την χρήση των πλαστών ιατρικών βεβαιώσεων και επαρκώς εξηγείται γιατί οι πλαστές ιατρικές βεβαιώσεις πληρούν την έννοια του εγγράφου κατά το άρθρο 13 γ'του Π.Κ. Περαιτέρω αξιολογείται και το πόρισμα της αναφερόμενης έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και επαρκώς εξηγείται γιατί το δικαστήριο δεν δέχεται το συμπέρασμα αυτής, ότι, δηλαδή, συντάκτης των πλαστών εγγράφων δεν είναι ο κατηγορούμενος. Τέλος, με επαρκή αιτιολογία απορρίπτεται το αίτημα του κατηγορουμένου για διενέργεια νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και αναβολής της δίκης προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν οι από αυτόν προταθέντες μάρτυρες, αφού δέχεται το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που εκτίμησε έχει μορφώσει δικανική πεποίθηση για την ενοχή του κατηγορουμένου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλειπή αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 24/12-6-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 559/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.