← Ελλάδα

ΑΠ 248/2008 — Αναιρέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 248 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόφαση, που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη δεν είναι καταδικαστική. Απαράδεκτη αίτηση αναίρεση, που ασκήθηκε κατ’ αυτής με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Απαιτείται πληρεξουσιότητα για την άσκηση αναίρεσης κατά μη καταδικαστικής απόφασης, έστω και αν η με δήλωση αναίρεση ασκήθηκε από την συνήγορο που παραστάθηκε στη δίκη. ΑΡΙΘΜΟΣ 248/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας -κατηγορουμένης: χ1, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 36060/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητεί τώρα την αναίρεσή της, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1657/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή του με αριθμό 469/28-11-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το Ζ' τριμελές πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε κατ' έφεση, ως Εφετείο- με την υπ' αριθμ. 36060/2007 απόφαση του απέρριψε ως απαράδεκτη την υπ' αριθμ. 1560/2007 έφεση της χ1 κατά της υπ' αριθμ. 52132/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (με την οποία είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση 16 μηνών και χρηματική ποινή 800.000 δραχμών για παράβαση του άρθρου 79 ν.5960/33). Η άνω απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία της εκκαλούσης, αφού εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δη τη δικηγόρο Αθηνών Κατερίνα Φλίνου (βλ. οικεία πρακτικά) καταχωρήθηκε δε στο βιβλίο του άρθρου 473 § 3 Κ.Π.Δ. στις 8-8-2007 (βλ. βεβαίωση οικείου γραμματέα). Κατ' αυτής άσκησε η ανωτέρω με επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έγινε στις 20-9-2007, την υπ' αριθμ. 557/2007 αναίρεση δια της πληρεξουσίου δικηγόρου, που την υπογράφει, Κατερίνας Φλίνου, προβάλλουσα ως λόγον αναίρεσης έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, χωρίς όμως η άνω πληρεξουσία να προσκομίζει σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο της κατηγορουμένης, ούτε να γίνεται σχετική μνεία περί αυτού στην οικεία αίτηση αναίρεσης. ΙΙ) Επειδή κατά το άρθρο 474 § 1 Κ.Π.Δ. το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στον αρμόδιο γραμματέα....Εξ' άλλου από το άρθρο 465 § 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο διάδικος (δικαιούμενος) μπορεί να ασκήσει το ένδικο μέσο που του ανήκει είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου που έχει εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 § 2 Κ.Π.Δ., το δε πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφό του προσαρτάται στη σχετική έκθεση, εκτός εάν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε μπορεί αυτό (πληρεξούσιο) να προσκομισθεί στον γραμματέα ενώπιον του οποίου ασκήθηκε το ένδικο μέσο μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την άσκησή του, άλλως το ένδικο μέσο κηρύσσεται απαράδεκτο. Τέλος, από τα άρθρα 465 § 2, 473 § 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι, το ένδικο μέσο κατά καταδικαστικής και μόνο απόφασης (βλ. γι' αυτό ΑΠ 235/2006, ΑΠ 2062/2003 κ.α.) μπορεί να ασκηθεί αφενός μεν από τον συνήγορο που είχε παραστεί στη συζήτηση καθήν εκδόθηκε η άνω απόφαση αφετέρου μπορεί αυτή (αναίρεση) να ασκηθεί και δη μόνον από τον καταδικασθέντα με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Επομένως αίτηση αναίρεσης δεν μπορεί να ασκηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο για λογαριασμό του κατηγορουμένου χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου του τελευταίου προς αυτόν εάν πρόκειται για μη καταδικαστική απόφαση (έστω και αν είναι ο συνήγορος που παρέστη στη δίκη καθήν εκδόθηκε η μη καταδικαστική απόφαση), όπως επίσης δεν είναι δυνατή η από οποιονδήποτε άσκηση αναίρεσης με δήλωση και επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εάν δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση, και, τέλος, δεν νοείται προσκόμιση ελλείποντος πληρεξουσίου εγγράφου όταν η αναίρεση ασκείται με δήλωση -επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά μη καταδικαστικής απόφασης ή όταν ο κατηγορούμενος ήταν παρών κατά την απαγγελία της προσβαλλομένης απόφασης. Ως παρών θεωρείται και αυτός που δικάστηκε εκπροσωπούμενος από συνήγορο (βλ. και ΑΠ 1436/2000, ΑΠ 271/2002, ΑΠ 2135/2002, ΑΠ 606/2003 κ.α.) αφού ο τελευταίος εκπροσωπεί πλήρως αυτόν. Επειδή ως καταδικαστική απόφαση είναι αυτή με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος και του επιβάλλεται ποινή (βλ. ΑΠ 5/2000 Ολ, ΑΠ 466/2007, ΑΠ 2378/2005 κ.α.). Επομένως η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη δεν είναι καταδικαστική (βλ. και ΑΠ 273/2007, ΑΠ 134/2004, ΑΠ 1342/2001 κ.α.). Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη αφού ασκήθηκε από πληρεξούσια δικηγόρο χωρίς την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου της κατηγορουμένης προς αυτή και αφετέρου με δήλωση-επίδοση προς τον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου ενώ δεν πρόκειται για καταδικαστική απόφαση. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως κηρυχθεί απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 557/2007 αίτηση αναίρεσης της χ1 κατά της υπ' αριθμ. 36060/2007 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία να εκτελεστεί, επιβληθούν δε τα έξοδα σε βάρος της ανωτέρω. Αθήνα 31 Οκτωβρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 1 και 509 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο γενικά, επομένως και η αναίρεση κατ' αποφάσεως, ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή στο γραμματέα του Ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής Αρχής της περιφέρειας που κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Κατ' εξαίρεση, προκειμένου μόνο για καταδικαστική απόφαση, η αναίρεση μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη διάταξη το άρθρου 473 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., και με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην έννοια όμως της καταδικαστικής απόφασης, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, αφού με αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και δεν επιβάλλει ποινή, αλλά απλώς διαπιστώνει το απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Επομένως, προκειμένης αποφάσεως, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως εκπρόθεσμη και απαράδεκτη, η αναίρεση πρέπει υποχρεωτικά να ασκηθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε και δεν μπορεί να ασκηθεί με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 476 παρ.1 του Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά βουλεύματος ή αποφάσεως εκτός άλλων περιπτώσεων για τις οποίες δεν πρόκειται και χωρίς να τηρηθούν οι οριζόμενες για την άσκηση αυτού διατυπώσεις, το αρμόδιο να κρίνει επ' αυτού Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και, αφού ακούσει τους τυχόν εμφανισθέντες διαδίκους, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση του προσβληθέντος βουλεύματος ή αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της κατηγορούμενης αναιρεσείουσας χ1 στρέφεται κατά της 36060/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησή της, η 1560/2007 έφεσή της κατά της 52132/2001 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, η αναιρεσείουσα είχε καταδικασθεί, για παράβαση του άρθρου 79 ν.5960/33, σε ποινή φυλάκισης 16 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική και χρηματική ποινή 800.000 δραχμών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ενόψει όμως του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι καταδικαστική, η αίτηση αναιρέσεως ανεπιτρέπτως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ασκήθηκε με τον τρόπο αυτό και είναι εκ τούτου απαράδεκτη. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι η αναίρεση ασκήθηκε από πληρεξούσια δικηγόρο, χωρίς να προσαρτάται πληρεξούσιο ή επικυρωμένο αντίγραφο στη σχετική έκθεση (465 παρ.1 ΚΠΔ), το οποίο είναι απαραίτητο στην προκειμένη υπόθεση, που πρόκειται για αναίρεση κατά μη καταδικαστικής απόφασης , έστω και αν η με δήλωση αναίρεση ασκήθηκε από την συνήγορο που παραστάθηκε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η μη καταδικαστική απόφαση (465 παρ.2, 473 παρ.2 ΚΠΔ). Επομένως, πρέπει, μετά και την ειδοποίηση και μη εμφάνιση του αντικλήτου της αναιρεσείουσας (κατά τη σχετική επί του φακέλου επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα), να απορριφθεί η αίτηση, ως απαράδεκτη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις τω άρθρων 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 Κ.Π.Δ, στα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-9-2007 αίτηση- δήλωση (αρ.πρωτ. 8289/20-9-07) της χ1, κατά της 36060/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου
  1. Και. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.