← Ελλάδα

ΑΠ 2499/2009 — Αναιρέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2499 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απαράδεκτη αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της εφέσεως. Αριθμός 2499/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25.6.2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1095/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή, με αριθμό 349/23.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1.- Εισάγων ενώπιον του Δικαστηρίου σας, σύμφωνα με τα άρθρα 476 και 513 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 1051/7-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως πέντε

(5)ετών για κατ' εξακολούθηση διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα (άρθρα 42§1, 98, 372§1 και 374 περίπτωση ε του Π.Κ), εκθέτω τα ακόλουθα. 2.- Κατά το άρθρο 504 παρ.1 του Κ.Π.Δ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (αρ. 370)". Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται για το λόγο ότι, εφόσον παρέχεται στον κατηγορούμενο ακόμη διαδικαστικό στάδιο στα δικαστήρια της ουσίας να προβάλλει τις αντιρρήσεις του, οφείλει καταφύγει σ' αυτά σε πρώτη φάση και όχι στον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν είναι τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας (Καρράς Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο δεύτερη έκδοση 1998. σελ.819).Έτσι δεν επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης εναντίον εκκλητής αποφάσεως, έστω και αν έγινε τελεσίδικη, γιατί παρήλθε η προθεσμία της έφεσης (Α.Π 1261/1994 Ποιν. Χρον ΜΔ 1135, ούτε όταν η προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη με παραίτηση από την έφεση που υπέβαλε εναντίον της ο αναιρεσείων, ούτε όταν η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, επειδή η έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως ανυποστήρικτη (Α.Π 1503/1984 Ποιν Χρον. ΛΕ 477). Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης για την οποία δεν προβλέπεται, το αρμόδιο να κρίνει σχετικά δικαστήριο (ως συμβούλιο), ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο. 3.- Στην προκείμενη περίπτωση η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία o αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως πέντε
(5)ετών για κατ' εξακολούθηση διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα ( άρθρα 42§1, 98, 372§1 και 374 περίπτωση ε του Π.Κ) . Κατά της αποφάσεως αυτής η οποία ήταν εκκλητή, άσκησε αυτός αφ' ενός μεν την υπ' αριθμ. 1050/7-7-2009 έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κατά την δικάσιμο της 8-9-2010, αφ' ετέρου δε την κρινόμενη υπ' αριθμ. 1051/7-7-2009 αίτηση αναιρέσεως. 4.- Επειδή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως στρεφόμενη κατά αποφάσεως η οποία υπόκειται σε έφεση και ως εκ τούτου μη υποκείμενης σε αναίρεση, επιβάλλεται το δικαστήριο Σας (σε Συμβούλιο), το μεν να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476§§1,2, 513§1 και 583§1 Κ.Π.Δ . Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Α) Να απορριφθεί η υπ' αριθμ. 1051/7-7-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά της υπ' αριθμ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και Β.- Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠοινΔ. "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε την διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 εδ. στ' ΚΠοινΔ εκείνος που καταδικάστηκε έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας διάρκειας τουλάχιστον δύο ετών για κακούργημα. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, ως συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά της οποίας επιτρέπεται το ένδικο μέσο της εφέσεως, ανεξαρτήτως εάν η επιτρεπομένη έφεση δεν ασκήθηκε και παρήλθε άπρακτη η οριζόμενη προθεσμία για την άσκησή της, ή εάν ασκήθηκε και απορρίφθηκε είτε για τυπικούς, είτε για ουσιαστικούς λόγους. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη με αριθμό 860 /2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για διακεκριμένες κλοπές κατ' εξακολούθηση σε ποινή πρόσκαιρης καθείρξεως πέντε
(5)ετών. Κατά της αποφάσεως αυτής επιτρέπεται έφεση, κατά την διάταξη του άνω άρθρου 489 παρ. εδαφ. στ' του ΚΠοινΔ, αφού η επιβληθείσα στον αναιρεσείοντα ποινή υπερβαίνει το ελάχιστον των δύο ετών για το ανωτέρω κακούργημα. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, υποκείμενη κατά την έκδοσή της σε έφεση, δεν υπόκειται σε αναίρεση και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκούμενη εναντίον αποφάσεως για την οποία δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό μέσο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 513 παρ. 1 εδ. α' ΚΠοινΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). Σημειώνεται ότι για την απόρριψη της αιτήσεως αυτής ως απαράδεκτης κλήθηκε να προσέλθει και να εκθέσει τις απόψεις του στο Συμβούλιο τούτο ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος (άρθρο 476 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο ΚΠοινΔ), όπως προκύπτει από τη σχετική επίσημείωση του αρμόδιου Γραμματέα επί του φακέλου της δικογραφίας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 34/25-6-2009 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 860/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2009.- Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.