Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 25 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Θέμα Δεδικασμένο, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Περίληψη: Δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση. Αριθμός 25/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Κουτκιά. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α., 2) Κ. Δ., 3) Κ. Κ., 4) Π. Π., 5) Κ. Ζ., 6) Β. Μ., 7) Ι. Μ., 8) Σ. Κ., 9) Χ. Α., 10) Π. Κ., 11) Ν. Σ. και 12) Ν. Κ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, µεταξύ των ιδίων προσώπων, µε την ίδια ιδιότητα, για το αντικείµενο και την ίδια ιστορική και νοµική αιτία, δεδικασµένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείµενο νέας δίκης για το δικαίωµα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, µε την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωµα που κρίθηκε εξ αφορµής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη η μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών των οποίων ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου. Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002). Τέλος, ειδικότερα, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του µισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόµους, Σ.Σ.Ε., Δ.Α. κ.λπ. οι τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν επί µέρους αιτήµατα, ως συνέπειες της διαρκούς έννοµης σχέσης έστω και, κατά τα παραπάνω, εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασµένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο µέλλον, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραµένει αμετάβλητο το νοµικό καθεστώς (ΟλΑΠ 1/2005). Έτσι, µεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασµένο ο χαρακτήρας της σύµβασης εργασίας, δηλαδή ο νοµικός χαρακτηρισµός που δόθηκε από την απόφαση στην έννοµη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 648 Α.Κ., ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συµφωνηµένες αποδοχές του, µετά την παροχή της εργασίας, που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συµφωνήθηκε να τον βαρύνουν. Κατά δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353, και 656 Α.Κ. ο εργαζόµενος έχει το δικαίωµα να επισχέσει την παροχή που οφείλει στον εργοδότη και ιδιαίτερα την πληρωµή οφειλόμενων αποδοχών, αλλά και την εκπλήρωση άλλου ουσιώδους όρου από την παράβαση του οποίου έχει δημιουργηθεί ενδεχομένως ληξιπρόθεσµη αξίωση του εργαζοµένου. Προϋπόθεση για την άσκηση αυτού του δικαιώµατος είναι η αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη, ανεξάρτητα από το αν η καθυστέρηση οφείλεται σε δυστροπία του. Το αν η καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη κρίνεται από τις ιδιαίτερες συνθήκες σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο εργαζόµενος ασκεί το δικαίωµά του με δήλωση προς τον εργοδότη ότι παύει να του παρέχει την εργασία του μέχρι να του πληρώσει τις καθυστερημένες αποδοχές του ή ενδεχομένως να εκπληρώσει άλλο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του δεν είναι, στην περίπτωση αυτή, υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή όσο δεν καταβάλλει τις οφειλόμενες αποδοχές και δεν εκπληρώνει άλλο, ουσιώδη πάντως, όρο της σύμβασης, να πληρώσει στον εργαζόμενο (που έχει ασκήσει νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του), το μισθό του, σαν να εργάζονταν κανονικά. Η υπερημερία του εργοδότη παύει, είτε με την καταβολή των οφειλομένων ή την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της σύμβασης, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο. Το δικαίωμα επίσχεσης της παροχής της εργασίας μπορεί να προταθεί από τον εργαζόμενο και όταν ο εργοδότης είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ. εφόσον οι διαφορές προκύπτουν από σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Ο ίδιος λόγος καθιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβλέψει το δεδικασμένο προηγούμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο Λαμιέων, η πρώτη στις 24-5-1999, η δεύτερη στις 3-12-1997, η τρίτη στις 4-8-1998, η τέταρτη στις 4-8-1998, η πέμπτη στις 11-8-1998, η έκτη στις 26-3-1997, η έβδομη στις 3-12-1997, ο όγδοος στις 10-8-1998, ο ένατος στις 24-5-1999, ο δέκατος στις 15-12-1997, ο ενδέκατος στις 7-6-1999 και ο δωδέκατος στις 11-8-1994, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους oι επτά
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.