← Ελλάδα

ΑΠ 251/2009 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απιστία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 251 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Απιστία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Απιστία σε βάρος του Δημοσίου. Αναίρεση Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως με την επίκληση: α) του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, γ) απόλυτης ακυρότητας (Λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν). Αναιρεί και παραπέμπει. (όμοιες οι Α.Π. 1634/2003, ΑΠ 909 και 1298/ 1999). ΑΡΙΘΜΟΣ 251/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 191, 260 και 374/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους:

  1. ...,
  2. ...,
  3. ...,
  4. ...,
  5. ...,
  6. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Βγόντζα και Χριστόφορο Αργυρόπουλο και
  7. ..., που παραστάθηκε με τους ιδίους ως άνω δικηγόρους. Με πολιτικώς ενάγον τον Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αικατερίνη Γαλάνη. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/9-5-2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ... και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 854/
  8. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, μπορεί μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε καταδικαστικής ή αθωωτικής αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνοι της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως της, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας που ιδρύει, τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 87 παρ.2, 88 παρ. 5 και 6, 90 παρ.1,2, και 5, 91 παρ.1 του Συντάγματος, 1975, συνάγεται ότι οι εισαγγελείς συγκαταλέγονται μεταξύ των δικαστικών λειτουργών, ως μη δικαιοδοτούντα, σε αντίθεση με τους τακτικούς δικαστές, όργανα της Πολιτείας, των οποίων οι ιδιαίτερες αρμοδιότητες εξειδικεύονται και προσδιορίζονται εκτός από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και από τα άρθρα του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), η εισαγγελία δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπός της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια ή και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ, η οποία επιτάσσει, με απειλή απόλυτης ακυρότητας, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο, την υποχρεωτική συμμετοχή του Εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο κάμπτεται μόνο και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπλήρωσης κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, κατά τη διάρκεια της συζήτησης της ίδιας υπόθεσης, να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας με άλλον εισαγγελέα, να δημιουργεί η αντικατάστασή του λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, τέτοια κάμψη, όμως, της αρχής αυτής δεν ισχύει στην προδικασία. Έτσι, άλλο πρόσωπο μπορεί να συντάσσει έγγραφη πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο και άλλο να την αναπτύξει προφορικά, παριστάμενο ενώπιόν του. Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, περί απολύτου ακυρότητας, που υποστηρίζουν οι ανερεσίβλητοι, τόσο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όσο και με το υπόμνημα που υπέβαλαν και ειδικότερα, ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που άσκησε ο νομίμως αναπληρών τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, και όχι ο ομοιόβαθμός του Γεώργιος Βλάσσης, ο οποίος μόνον αυτός έπρεπε να επιληφθεί, αφού σ' αυτόν αρχικά είχε ανατεθεί η άσκηση ή μη αναιρέσεως, και ότι εξαιτίας τούτου στερήθηκαν οι ανερεσίβλητοι του φυσικού τους δικαστή, είναι αβάσιμοι. Επειδή, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη μη ποινική διάταξη ουσιαστικού νόμου, εφόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331 παρ. 2, 333, 364 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Α', Κ.Π.Δ, γιατί έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος από τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Εξάλλου, ναι μεν δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά το περιεχόμενο του εγγράφου που έχει αναγνωσθεί, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται το έγγραφο και δεν είναι αρκετό να διαλαμβάνεται σ' αυτά ότι έχει αναγνωσθεί ο φάκελος που περιέχει τα έγγραφα, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πράγματι αναγνωσθεί με συνέπεια να παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο. ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου που έχει αναγνωσθεί και ληφθεί υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που την εξέδωσε κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους: 1) ..., 2)..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., και 7) ..., για την πράξη της απιστίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, και τα πρακτικά της δίκης τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη του αμέσως και κυρίως και όχι ιστορικώς και συνεκτίμησε ως αποδεικτικό στοιχείο και τα έγγραφα (σελίδα 66 πρακτικών) τα με α.α 83 έως 89 έγγραφα και συγκριμένα: α) τον φάκελο Νο 1 (με στοιχεία που αφορούν χρήση 1998), 2) τον φάκελο Νο 2 (με στοιχεία που αφορούν χρήση 1998), 3) τον φάκελο Νο 3 (με στοιχεία χρήσης 1998), 4) τον φάκελο Νο 4 (χρήση 1998), 5) τον φάκελο Νο 6 (με στοιχεία 1998), 6) τον φάκελο με Νο 7,8,9 (χρήση 1998), 7) τους φακέλους με αριθ. 1, 2, 3 και 4-11 που αφορούν χρήση 1999 και 8) τον φάκελο Νο 12 χρήσεως 1998-1999, και τέλος τη με α.α 35 (σελίδα 63 πρακτικών) έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ..... Από την αόριστη, όμως, αυτή διατύπωση, δεν προκύπτει ακριβώς ποια έγγραφα αναγνώσθηκαν. 'Ετσι, όμως, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α. του Κ.Π.Δ, βάσιμο σχετικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Μετά από αυτά και ενώ παρέλκει η έρευνα του ετέρου λόγου της αναιρέσεως, περί εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το άρθρο 519 του Κ.Π.Δ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι εφικτή η σύνθεσή του, από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 191, 260 και 374/ 2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου
  9. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου
  10. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.