Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2510 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση για απάτη και απόρριψη λόγων αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ. Η μη ανάγνωση της έφεσης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργική λόγου αναιρέσεως. Αριθμός 2510/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο-Εισηγητή και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ιωάννα Καλαντζάκου, για αναίρεση της 920/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Ως γεγονότα, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, όχι και εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση από τον δράστη, που έχει ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, βλάβη της περιουσίας είναι η μείωση αυτής, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας την οποία είχε προ της διαθέσεως που προκλήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά και εκείνης που απέμεινε μετά από αυτήν. Βλάβη της περιουσίας υπάρχει έστω και αν ο παθών έχει ενεργό αξίωση προς ανόρθωσή της. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενέργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 920/2009 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα απάτης σε βάρος του Φ1 και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών, μετατραπείσα. Κατά το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως, η απάτη συνίστατο στο ότι "ο κατηγορούμενος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. και βασικού μετόχου της εισηγμένης στο χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία CONNECTION Α.Ε.Β.Ε, που εδρεύει στην Κηφισιά, παρέστησε ψευδώς στο επενδυτικό της κοινό, στο οποίο ανήκε και ο μηνυτής Φ1 ότι είχε πλήρη τάξη στη λειτουργία της, πράγμα που διαπίστωνε δήθεν κάθε φορά ο τακτικός ορκωτός ελεγκτής, ο οποίος συνέτασσε πιστοποιητικό ελέγχου της οικονομικής καταστάσεως αυτής και έτσι έπεισε τον μηνυτή, που είχε αγοράσει μετοχές αξίας 5000 ευρώ από αυτήν, να μην τις ρευστοποιήσει, με τον τρόπο δε αυτό τον ζημίωσε κατά το πιο πάνω ποσό, αφού, όπως αποδείχθηκε, η ανωτέρω εταιρεία προέβη σε αλλοιώσεις στα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύνταξη της λογιστικής καταστάσεως 30-6-2002 παραπλανώντας τον ορκωτό ελεγκτή λογιστή που χορήγησε το σχετικό πιστοποιητικό ελέγχου, για το λόγο δε αυτό εξήλθε από το Χρηματιστήριο το Φεβρουάριο του 2003, με αποτέλεσμα να χάσει ο μηνυτής, που δεν είχε πλέον δικαίωμα διαπραγμάτευσης των ανωτέρω μετοχών του, τα χρήματα με τα οποία αγόρασε τις μετοχές αυτές". Στο δε σκεπτικό της αποφάσεως, το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "...αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος υπήρξε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας CONNECTION Α.Ε.Β.Ε.Ε, με έδρα την ... που είχε εισαχθεί στο Χ.Α.Α. Ο μηνυτής Φ1 το έτος 2002 αγόρασε 12.200 μετοχές της άνω εταιρίας αντί 5.000 ευρώ. Με την ως άνω ιδιότητά του ο κατηγορούμενος παρέδωσε εν γνώσει του στον ορκωτό λογιστή και μάρτυρα ... που διενεργούσε τον έλεγχο της παραπάνω εταιρίας για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2002 έως 30-6-2002, παραποιημένα λογιστικά στοιχεία, αποκρύπτοντας την πραγματική δυσμενή οικονομική κατάσταση της εταιρίας και έτσι τον παραπλάνησε να συντάξει στις 30-6-2002 το πιστοποιητικό ελέγχου, που εμφάνιζε τη εταιρία σε πλήρη λειτουργική τάξη. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να πεισθεί το επενδυτικό κοινό, στο οποίο ανήκε και ο μηνυτής, για την καλή οικονομική πορεία της εταιρίας και να μη ρευστοποιήσει τις μετοχές που είχε αγοράσει. Όμως στη συνέχεια, κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε στις 31-12-2002, αποκαλύφθηκε ότι ο έλεγχος της 30-6-2006 έγινε με παραποιημένα λογιστικά στοιχεία, μεταξύ δε αυτών με την εμφάνιση της πληρωμής ΦΠΑ ύψους 2.000.000 ευρώ, ποσό, το οποίο, δεν είχε καταβληθεί. Με βάση τα νέα αποκαλυπτικά στοιχεία συντάχθηκε από τον ως άνω ορκωτό λογιστή σχετική εξώδικη δήλωση και πρόσκληση προς την εταιρία CONNECTION ΑΕΒΕΕ, που κοινοποιήθηκε στον Υπουργό Ανάπτυξης και στο Σώμα των Ορκωτών Λογιστών, στη συνέχεια δε στο Χ.Α.Α. και έτσι, κατά το μήνα Φεβρουάριο 2003, η ως άνω εταιρία αποβλήθηκε από το Χ.Α.Α. και σταμάτησε η διαπραγμάτευση της μετοχής της. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να υποστεί ο μηνυτής ζημία ύψους, όσο και η αξία των μετοχών, αφού πλέον δεν είχε τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί στο Χ.Α.Α. τις μετοχές που κρατούσε στο χαρτοφυλάκιό του, την οποία ζημία θα απέφευγε, εάν ο κατηγορούμενος δεν προέβαινε με τις αλλοιώσεις των οικονομικών στοιχείων της εταιρίας του, σε ψευδείς παραστάσεις για την καλή λειτουργία αυτής, εν γνώσει τελώντας για τη μη καλή οικονομική της πορεία". Με τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κρίση του ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο πρόκειται, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής τους στην ανωτέρω ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε, την οποία το Δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Παρατίθεται στην απόφαση α) ο σκοπός του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, β) η εν γνώσει αυτού παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ότι, δηλαδή, η εταιρία "CONNECTION ΑΕΒΕ" είχε πλήρη τάξη στη λειτουργία της, πράγμα που δήθεν διαπίστωνε κάθε φορά ο ορκωτός λογιστής, από την οποία (παράσταση), ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο μηνυτής και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο συμπεριφορά, στη μη ρευστοποίηση, δηλαδή, των μετοχών του, αξίας 5.000 €, και γ) βλάβη ξένης, ήτοι του παθόντος μηνυτή, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ως άνω παραπλανητική ενέργεια του αναιρεσείοντος, αφού, αν ο παθών γνώριζε την αληθινή κατάσταση, ότι, δηλαδή, η οικονομική κατάσταση της εταιρίας δεν ήταν καλή και ότι αυτή, εξαιτίας της καταστάσεώς της, θα εξερχόταν από το Χρηματιστήριο, θα προσπαθούσε να ρευστοποιήσει εγκαίρως τις μετοχές του, ενώ, μετά την έξοδο της εταιρίας από το Χρηματιστήριο, δεν είχε πλέον δικαίωμα διαπραγματεύσεως των μετοχών του, με αποτέλεσμα να χάσει τα χρήματα, με τα οποία τις είχε αγοράσει, ήταν δε αλυσιτελές να αναζητηθεί αν και ο κατηγορούμενος είχε μετοχές της εταιρίας και δεν της πούλησε, με αποτέλεσμα να υφίσταται και ο ίδιος ζημία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ο ακριβής χρόνος, κατά τον οποίο ο μηνυτής αγόρασε τις μετοχές της ως άνω εταιρίας, ούτε το διάστημα που τις διακράτησε ούτε η εξέλιξη της τιμής της μετοχής κατά το διάστημα που τις είχε στα χέρια του. Ακόμη, δεν απαιτείτο να αναφέρεται ο χρόνος της δημοσιεύσεως του πιστοποιητικού ελέγχου, το οποίο, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, συντάχθηκε με βάση παραπλανητικά στοιχεία, ούτε η στάση του μηνυτή ως χρηματιστηριακού παίκτη, ούτε το περιεχόμενο που θα είχαν οι οικονομικές καταστάσεις αν το πιστοποιητικό του ορκωτού λογιστή ήταν ακριβές, ενώ αιτιολογεί και το γεγονός της εμφανίσεως της πληρωμής ΦΠΑ ύψους 2.000.000 €, ο οποίος δεν είχε καταβληθεί. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με την υποστήριξη των αντιθέτων, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 386 ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 502 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση του άρθρου 340 παρ.2, η συζήτηση αρχίζει και ο Εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση...Σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν, οι καταθέσεις που δόθηκαν στην προδικασία στις περιπτώσεις του άρθρου 365 και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 364...". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται, υπό τις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί, καθώς και τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η μη ανάγνωση της έφεσης του εκκαλούντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργική λόγου αναιρέσεως, κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 εδ. δ' και 510 παρ. 1 εδ. Α' ΚΠΔ, διότι δεν πρόκειται για έγγραφο, με την έννοια του άρθρου 364 του ίδιου Κώδικα, αναγκαίο για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, αλλά αναπτύσσεται συνοπτικά από τον εισαγγελέα στην αρχή της συζήτησης, σύμφωνα με το άνω άρθρο 502 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας ανέπτυξε την έκθεση της έφεσης και πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή, ακολούθως δε η Πρόεδρος, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν υπεχρεούτο να αναγνώσει το εφετήριο, εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας κ.λπ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας και για έλλειψη αιτιολογίας, γιατί το Εφετείο δεν ανέγνωσε το εφετήριο της από 20.11.2006 και με αριθμό 7556 εφέσεως του αναιρεσείοντος, αλά αρκέστηκε στην ανάγνωση της έκθεσης έφεσης από τον Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να κριθεί αν επισκόπησε την έφεση ή αν έκρινε επί ενδίκου μέσου, το οποίο δεν ανέγνωσε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 4065/2009) αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 920/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.