← Ελλάδα

ΑΠ 2515/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2515 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία. Περίληψη: Κατά το άρθρο 19 Ν. 2523/97 η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον αδίκημα. Δεκτός ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, λόγω ασαφειών και λόγω της παραδοχής της προσβαλλόμενης ότι στην παράβαση του άρθρου 19 Ν. 2523/97 περιλαμβάνεται και η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχεί-ων. Παραπέμπει. Αριθμός 2515/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή-Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσενέ, περί αναιρέσεως της 2283/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2000/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2523/1997, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών

(3)μηνών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος, της φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και επί αποδοχής της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά φορολογικά στοιχεία. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, δεν απαιτείται πλέον, ως πρόσθετο στοιχείο για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, σε αντίθεση προς το άρθρο 31 παρ. 1 περ. η' του Ν. 1591/1986, που απαιτούσε για την υποκειμενική θεμελίωση του, πλην του βασικού δόλου, αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής του υποστάσεως, και σκοπό του δράστη να αποκρύψει τη φορολογητέα ύλη. Κατά την αυτή διάταξη αδίκημα φοροδιαφυγής διέπραττε και ο αποδέκτης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Αντίθετα κατά το όρθρο 19 του ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, η αποδοχή πλαστών φορολογικών στοιχείων δεν αποτελεί πλέον τέτοιο αδίκημα και τούτο γιατί κρίθηκε από το νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, ως μη απαραίτητο, "καθόσον είναι δυνατόν λήπτες πλαστών ή νοθευμένων φορολογικών στοιχείων, να αγνοούν την πλαστότητα ή τη νοθεία των στοιχείων". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε1 ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ή εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο και όταν η παραβίαση της διατάξεως αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Αρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 2283/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ'είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο
(2)ετών, για παράβαση του άρθρου 19 Ν.2523/1997, ανασταλείσαν επί τριετία, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν αγρότης και αντιπρόεδρος στο Σ.Σ. ..., εξέδωσε ως "επιτηδευματίας" που απέβλεπε στην απόκτηση εισοδήματος από Γεωργική Επιχείρηση, έλαβε και αποδέχθηκε ο ίδιος στο όνομα τρίτων αμέτοχων εργατών και το δικό του εικονικές ατομικές εκκαθαρίσεις, ήτοι στοχεία που αφορούσαν ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές ή εμφάνισε ως υπαρκτές ανύπαρκτες ίδιες με τη χρήση αντιτύπων που προορίζονταν για άλλο σκοπό. Στη συνέχεια δε προσάρτησε αυτές σε αιτήσεις-δηλώσεις για επιστροφή ΦΠΑ και ΕΦΚ πετρελαίου κίνησης και τις συνυπέβαλε, με τις αιτήσεις μέσω αγροτικών συνεταιρισμών αρμόδια, επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό να εμφανίσει τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων αμέτοχων αγροτών αυξημένες κατά το ποσό των εκκαθαρίσεων αυτών με περαιτέρω συνέπεια να λάβει ως επιστροφή ΦΠΑ ποσά που δεν εδικαιούτο ως αγρότης με τη χρήση εξουσιοδοτήσεων των αμέτοχων αγροτών που του είχαν δοθεί για άλλες συναλλαγές τους, επίσης συμμετείχε ενεργά στην έκδοση πλαστώνκαι εικονικών τιμολογίων αγοράς Αγροτικών Προϊόντων φερόμενου εκδότη ... "εμπόριο αγοράς αγρ, προϊόντων" στα ονόματα αμέτοχων αγροτών ή στο δικό του τα οποία στη συνέχεια ο ίδιος έλαβε, αποδέχθηκε καταχώρησε και προσάρτισε σε αιτήσεις-δηλώσεις για επιστροφή ΦΠΑ και τα συνυπέβαλε με αυτές επιδιώκοντας και επιτυγχάνοντας με τον τρόπο αυτό και με τη χρησιμοποίηση εξουσιοδότησης που του είχε δοθεί για άλλα κανονικά στοιχεία από αμέτοχους αγρότες να εμφανίσει τις παραδόσεις αγροτικών προϊόντων αμέτοχων αγροτών αυξημένες κατά την αξία των πλαστών και εικονικών αυτών στοιχείων με συνέπεια να λάβει ο ίδιος επιστροφή ΦΠΑ που δεν εδικαιούτο. Συγκεκριμένα στα στο διατακτικό εκτιθέμενα φορολογικά στοιχεία εφέρετο ότι τα εξέδωσε ως επιτηδευματίας τα οποία ήταν πλαστά γιατί δεν είχε καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής τους και εικονικά γιατί είχαν εκδοθεί για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και στη συνέχεια καταχώρησε εν γνώσει του στα φορολογικά του βιβλία τα πλαστά και εικονικά φορολογικά στοιχεία για απόκρυψη φορολογητέας ύλης και από τον έλεγχο που έγινε στις 5-6-2002 διαπιστώθηκε ότι για τη χρήση του έτους 1998 εξέδωσε, έλαβε και αποδέχθηκε τα εικονικά φορολογικά στοιχεία με αριθμούς: ..., ..., ..., ..., ... για συνολικό ποσό 154.635.264 δρχ. εξέδωσε επίσης έλαβε και αποδέχθηκε τα παρακάτω πλαστά και εικονικά τιμολόγια: ..., ..., ..., ..., ..., ... συνολικής αξίας 114.412.050 δρχ. Στη χρήση 1999 τα με αριθμούς: ..., ..., ..., ... σύνολο δρχ 71.762.680 και προέβη στην ανωτέρω πράξη με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης. Τα ανωτέρω προκύπτουν ιδιαίτερα από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και διενήργησαν και τον έλεγχο και από την από 5-6-2002 έκθεση έλεγχου και δεν αντικρούονται από αντίθετα πειστικά αποδεικτικά στοιχεία. Αλλωστε, ο ίδιος ο κατηγορούμενος, προσήλθε αυτοβούλως στην ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος που διενεργούσε τον έλεγχο στις 28-3-2001 ανακάλεσε την από 6-10-2000 προηγουμένη ένορκη κατάθεσή του που αναγνώριζε ως κανονικά τα υπό έλεγχο φορολογικά στοιχεία και δέχτηκε ότι είναι εικονικά και πλαστά, είχαν εκδοθεί, συμπληρωθεί από αυτόν. Τέλος η θεώρηση του πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο έγινε στις 5-6-2002 και από τότε αρχίζει ο χρόνος της παραγραφής η διάταξη του άρθρου 2 παρ 8 του ν 2954/2001 εφαρμόζεται ως ευμενέστερη για το κατηγορούμενο εκείνης του προηγούμενου δικαίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω και συνεπώς δεν έχει συμπληρωθεί έως σήμερα ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος αυτού, Κατόπιν αυτών πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης και αποδοχής πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, παράβασης του άρθρου 19 ν 2523/1997 που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας". Με τις παραδοχές της αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, δεν διευκρινίζει, για ποιο λόγο εισέπραξε ο κατηγορούμενος την επιστροφή του ΦΠΑ και από ποιόν φορέα, πόσα τιμολόγια ήταν πλαστά και πόσα εικονικά, αν συμμετείχε ενεργά στην έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, αν ενήργησε ατομικά ως αγρότης ή ως αντιπρόεδρος Συνεταιρσμού, υπήγαγε δε, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, αυτήν του άρθρου 19 του Ν.2593/97, και την πράξη, της αποδοχής πλαστών φορολογικών στοιχείων, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο, ενόψει του ότι η ως άνω πράξη δεν αποτελεί πλέον αδίκημα, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή των εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε ΚΠΔ λόγων αναίρεσης, νθα αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 2283/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.