← Ελλάδα

ΑΠ 253/2010 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βιασμός

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 253 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Βιασμός. Περίληψη: Βιασμός κατ' εξακολούθηση. Αίτηση αναίρεσης κατά καταδικαστικής απόφασης για ανεπαρκή αιτιολογία (αιτιάσεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων: κατάθεση παθούσας, μη λήψη υπόψη φωτογραφιών). Απόρριψη του λόγου αυτού (μόνον) ως αβάσιμου και της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της. Αριθμός 253/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στις Φυλακές ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη, περί αναιρέσεως της 190, 191,192/2009 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκε. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 769/

  1. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ' του ΚΠΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με τα άρθρα 155-151 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου
  2. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 515 παρ.2 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην περίπτωση που κρίνεται, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 25 Ιουνίου 2009 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα του Α.Τ. ..., ..., η πολιτικώς ενάγουσα Ψ κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση και έγινε η συζήτηση αυτής, ενώ αντίθετα εμφανίσθηκε και παρέστη νόμιμα ο αναιρεσείων. Επομένως πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Κατά το άρθρο 336 παρ
  3. του ΠΚ "όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως τιμωρείται με κάθειρξη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το έγκλημα του βιασμού πραγματώνεται, στην περίπτωση που το εξαναγκαζόμενο πρόσωπο είναι γυναίκα, όταν κάποιος την εξαναγκάζει να υποβληθεί σε εξώγαμη συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης, ύστερα από χρήση σωματικής βίας ή απειλής σπουδαίου και αμέσου κινδύνου, που στρέφεται κατά του σώματος, της ζωής ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος αυτής. Ως ασελγής πράξη θεωρείται κάθε πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας. Σωματική, εξάλλου, βία είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία κάμπτει την αντίσταση που προβάλλεται. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 190,191 και 192/2009 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 24-12-2001, οι μηνυτές ΑΑ και ΒΒ, που διαμένουν στη ..., επισκέφθηκαν το σπίτι της αδελφής του πρώτου ΓΓ, μητέρας του κατηγορουμένου, στην ..., μαζί με την τότε ανήλικη, ως γεννηθείσα την 23-12-1988, κόρη τους Ψ (πολιτικώς ενάγουσα), και φιλοξενήθηκαν εκεί, παραμένοντας και τη νύχτα. Το σπίτι είχε τρεις κρεβατοκάμαρες. Στην αριστερή κρεβατοκάμαρα κοιμόντουσαν οι γονείς του κατηγορουμένου (μητέρα του και πατριός του), στην δεξιά η μητέρα και ο αδελφός της παθούσας, στο σαλόνι ο πατέρας της τελευταίας, ενώ την άλλη μοιραζόταν η παθούσα με τον, τότε ηλικίας 22 ετών, πρώτο της εξάδελφο κατηγορούμενο, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει σαν αδέλφια και οι γονείς της τον είχαν και αυτόν σαν παιδί τους. Το βράδυ εκείνο, πριν να κοιμηθούν, ο κατηγορούμενος, σε μια συζήτηση γενικού περιεχομένου με την παθούσα, τη ρώτησε πώς θα αισθανόταν αν έβλεπε έναν άνδρα γυμνό. Εκείνη απάντησε ότι αυτό θα τη σόκαρε. Παρά ταύτα, εκείνος σηκώθηκε από το κρεβάτι του χωρίς να φορά το εσώρουχό του και με το πέος του σε στύση, την πλησίασε και της ζήτησε να του κάνει στοματικό έρωτα. Επειδή αυτή αρνήθηκε, εκείνος την απείλησε ότι, αν δεν το έκανε, θα αποκάλυπτε στον πατέρα της ότι διατηρούσε δεσμό με τον ..., όπως η ίδια του είχε εκμυστηρευθεί. (Στην πραγματικότητα, ο δεσμός αυτός δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια του απλού φλερτ και της φιλίας). Φοβούμενη αυτή την αντίδραση του πατέρα της, εξαναγκάστηκε να τον υπακούσει και να κάνει ό,τι της ζήτησε, αφού μάλιστα αυτός την άρπαξε βίαια από τα μαλλιά, την τύλιξε με μια κουβέρτα, της σκέπασε το πρόσωπο και τη χτυπούσε στα αυτιά (ώστε να μην αφήσουν τα χτυπήματα σημάδια), τη χτύπησε, ακόμη, και στα γεννητικά όργανα. Σημειωτέον, ότι ο κατηγορούμενος, επειδή συνήθιζε να ακούει μουσική στο δωμάτιό του, για να μη ενοχλεί τους άλλους, είχε προβεί σε ένα είδος ηχομόνωσης, τοποθετώντας αυγοθήκες στον ένα τοίχο. Έτσι, κανείς από όσους κοιμόντουσαν στις άλλες κρεβατοκάμαρες δεν μπορούσε να αντιληφθεί τα διαδραματιζόμενα. Το επόμενο έτος, την ίδια πάλι ημερομηνία, η παθούσα (παρά την αντίδρασή της, που θεωρήθηκε από τους γονείς της παιδικό πείσμα) επισκέφθηκε με τους γονείς της πάλι την κατοικία του κατηγορουμένου και της οικογενείας του στην ... και φιλοξενήθηκαν εκεί για τα Χριστούγεννα. Ο κατηγορούμενος, που και αυτή τη φορά μοιράστηκε το ίδιο δωμάτιο με την εξαδέλφη του, της ζήτησε πάλι να του κάνει στοματικό έρωτα και, προκειμένου να την εκφοβίσει και να κάμψει την αντίσταση της, τη χτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο, εξαναγκάζοντάς την έτσι πάλι να υποκύψει. Στις 4.5.2003 οι γονείς της παθούσας μετέβησαν πάλι στην ... για να συνεορτάσουν το Πάσχα μαζί με τους συγγενείς τους, παίρνοντάς την μαζί τους, παρόλο που αυτή αντιδρούσε, λέγοντάς τους ότι προτιμούσε να μην πάνε, χωρίς όμως να τους αποκαλύπτει περισσότερα. Την ίδια νύχτα διαδραματίστηκε πάλι το ίδιο γεγονός και δη ο κατηγορούμενος με τη βία την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα. Το καλοκαίρι του 2003 η παθούσα φιλοξενήθηκε πάλι στο σπίτι της θείας της στην ..., από 4 μέχρι 28 Ιουλίου, οι δε γονείς της έμειναν και αυτοί εκεί από 4 μέχρι 6 και από 25 μέχρι 28 Ιουλίου. Τις ημέρες που οι τελευταίοι απουσίαζαν, ο κατηγορούμενος επανειλημμένα, χτυπώντας την παθούσα και απειλώντας την με σωματική βία, την εξανάγκαζε να του κάνει ξανά στοματικό έρωτα. Σημειωτέον ότι μια από τις τελευταίες ημέρες ο πατέρας της παθούσας ζήτησε να κοιμηθεί αυτός στο ίδιο δωμάτιο με τον κατηγορούμενο, πλην ο τελευταίος αντέδρασε άσχημα και δεν το δέχθηκε, λέγοντας ότι ο θείος του "ροχαλίζει και βρωμάνε τα πόδια του". Μέχρι το Νοέμβριο του 2003, η παθούσα από φόβο δεν είχε αποκαλύψει τίποτε στους γονείς της, παρά μόνο είχε εκμυστηρευθεί τα τεκταινόμενα στην ανήλικη εξαδέλφη της ... και στο φίλο της ... Τον Οκτώβριο, όμως, του ίδιου έτους, αποκαλύφθηκε ότι ένας παντρεμένος, που είχε πληροφορηθεί τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της παθούσας, παρενοχλούσε τηλεφωνικά την τελευταία. Ο κατηγορούμενος, συνοδεύοντας, με το δικό του αυτοκίνητο, το θείο του και πατέρα της παθούσας, ο οποίος τότε βρισκόταν στην ..., και προς αποτροπήν επεισοδίου που μπορεί, μετά την εν λόγω αποκάλυψη, να ελάμβανε χώραν, ήλθε στη ..., όπου πράγματι διαδραματίστηκε ένα περιστατικό και συγκεκριμένα οι γονείς της παθούσας έψαχναν να βρουν το κινητό της τηλέφωνο για να δουν τις κλήσεις και τα μηνύματα του παντρεμένου, ώστε να λάβουν τα μέτρα τους, πλην εκείνη δεν το έδινε, όμως, τελικά, κατόπιν παρεμβάσεως του κατηγορουμένου, βρέθηκε επάνω της. Οι δικοί της εν τω μεταξύ, κατά μήνα Νοέμβριο, για να λησμονηθεί το ζήτημα με τον παντρεμένο, αποφάσισαν να τη στείλουν για λίγες ημέρες στην ... Τότε αυτή, για να αποφύγει να μεταβεί εκεί, όπου θα υφίστατο από τον κατηγορούμενο όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά ίσως και χειρότερα (όπως καταθέτει η μητέρα της, ο κατηγορούμενος είχε πει στην παθούσα "όταν ξαναέλθεις και δεν είσαι παρθένα θα σε ξεπατώσω"), αναγκάστηκε να αποκαλύψει τα συμβάντα πρώτα στη μητέρα της, η οποία ενημέρωσε και τον πατέρα της. Ακολούθως, οι γονείς της παθούσας κάλεσαν τον κατηγορούμενο, ο οποίος, παρουσία της μητέρας και του πατριού του, άκουσε τι του καταλόγιζε η εξαδέλφη του χωρίς να πει την παραμικρή δικαιολογία του, έχοντας μονίμως σκυμμένο το κεφάλι του. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος, αρνείται την κατηγορία, ισχυριζόμενος ότι η παθούσα θέλησε να τον εκδικηθεί επειδή, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου που αναφέρεται παραπάνω, του έδωσε το κινητό τηλέφωνο γιατί τον εμπιστεύθηκε νομίζοντας ότι δεν θα το δώσει στον πατέρα της, ενώ αυτός το έδωσε και εκείνη, θυμωμένη, του είπε "στην πορεία θα σου δείξω". Στην δε κρεβατοκάμαρα του στην ... κοιμόταν μαζί με την τότε αρραβωνιαστικιά του ..., που εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, και όχι με την παθούσα. Ο ισχυρισμός αυτός, καθώς και η σχετική κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος, δεν κρίνεται πειστικός, γιατί, και αν υποτεθεί ότι το περιστατικό με το κινητό έγινε όπως εκθέτει ο κατηγορούμενος, αυτό δεν θα μπορούσε να εμβάλει στο μυαλό της παθούσας ένα τρόπο εκδικήσεως του κατηγορουμένου τέτοιον που θα εξέθετε την ίδια, προκαλώντας τόσο σ' αυτήν όσο και στους γονείς της τόσα δισεπίλυτα προβλήματα με τους συγγενείς τους. Ακόμη, αυτή δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί συγκεκριμένες ημερομηνίες τελέσεως των ως άνω πράξεων, αν πράγματι ο κατηγορούμενος κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με την αρραβωνιαστικιά του, πράγμα που θα μπορούσε αυτός να αποδείξει εύκολα, αφού αυτό θα ήταν σε γνώση και των γονέων της παθούσας. Και βεβαίως οι τελευταίοι δεν θα είχαν λόγο να καταθέσουν ότι η παθούσα κοιμόταν στο ίδιο δωμάτιο με τον κατηγορούμενο, αν αυτό δεν ήταν αλήθεια, γιατί αυτός κοιμόταν εκεί είτε μόνος του είτε με την τότε αρραβωνιαστικιά του. Τέλος, ο κατηγορούμενος και ο πατριός του, στην από 28.1.2004 εξώδικη διαμαρτυρία τους, που αναγνώστηκε, η οποία, σημειωτέον, ασκήθηκε πριν από την υποβολή της μηνύσεως (που καθυστέρησε λίγους μήνες, γιατί οι γονείς της παθούσας περίμεναν, μάταια, όπως αποδείχθηκε, κάποια εκδήλωση συγγνώμης από μέρους του κατηγορουμένου), δεν αναφέρουν απολύτως τίποτε από τα ανωτέρω ισχυριζόμενα. Με βάση τα ανωτέρω, στοιχειοθετείται, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού κατ' εξακολούθηση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, αφού ο τελευταίος εξανάγκασε την παθούσα με απειλές και με τη χρήση σωματικής βίας χωρίς τη θέλησή της να υποβληθεί σε ανοχή ασελγούς πράξης κατ'εξακολούθηση, και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό". Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, το ΜΟΕ Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης του βιασμού κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ'αυτόν ποινή κάθειρξης οκτώ

(8)ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, .98 και 336 παρ.1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ανώμοτη κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης. Ειδικότερα και αναφορικώς : 1) ως προς την αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο κατά το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του έλαβε υπόψη του και την προανακριτική κατάθεση της παθούσας, χωρίς όμως αυτή να αναγνωσθεί. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθόσον όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης και συγκεκριμένα στην αρχή του 7ου φύλλου αναφέρεται κατά λέξη "Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος ανέγνωσε απόσπασμα της καταθέσεώς της και ειδικά στο σημείο ότι με ... τύλιξε με μία κουβέρτα ... με κτύπησε στα γεννητικά όργανα", πρόδηλα προκύπτει ότι ο ως άνω Πρόεδρος προέβη σε ενέργεια επιτρεπτή, προς υποβοήθηση της μνήμης της τότε εξεταζόμενης παθούσας (άρθρο 357 παρ.1 ΚΠΔ) και όχι σε ανάγνωση όλης της προανακριτικής κατάθεσής της, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος και αντίρρηση του κατηγορουμένου, και 2) ως προς την αιτίαση ότι το ΜΟΕ Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τις φωτογραφίες που επέδειξε στη μάρτυρα ... κατά την ένορκη εξέτασή της στο ακροατήριο, αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, γιατί ναι μεν δεν αναφέρονται οι εν λόγω φωτογραφίες στο σημείο των πρακτικών όπου γίνεται αναφορά των αναγνωσθέντων εγγράφων (μέσο πρώτης σελίδας του 11ου φύλλου των πρακτικών και απόφασης), αλλά με την επίδειξη των φωτογραφιών προς την ανωτέρω μάρτυρα, τις ερωτήσεις και απαντήσεις που δόθηκαν γι'αυτές, με την παρουσία και χωρίς αντίρρηση όλων των παραγόντων της δίκης, έλαβε χώρα η ανάγνωση αυτών. Το ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν τις μνημονεύει ιδιαίτερα στο αιτιολογικό δεν έσφαλε, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση, να αναφέρει δηλονότι τι δέχθηκε από τα απλά αυτά έγγραφα, τα οποία άλλωστε δεν αφορούσαν το κρίσιμο σημείο της κρινόμενης υπόθεσης (του βιασμού κατ'εξακολούθηση της πολιτικώς ενάγουσας από τον κατηγορούμενο και όχι της απόδειξης των μετ'άλλων γυναικών σχέσεων του κατηγορουμένου). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο και τις σ'αυτόν εμπίπτουσες λοιπές πλην των προαναφερομένων δύο αιτιάσεις, μεταξύ των οποίων και η περί της αποδοχής ως πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο μόνον όσα κατέθεσε η πολιτικώς ενάγουσα-παθούσα, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19 Μαΐου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ... και κρατουμένου στις φυλακές ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 190, 191 και 192/2009 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.