Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2539 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση. Περίληψη: Υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει τα 73.000 € από τον πρώην Πρόεδρο Ανώνυμης Εταιρείας και εν τοις πράγμασι ασκούντος διαχείριση αυτής. Αποτελεί κινητό πράγμα δεκτικό υπεξαίρεσης και τα αποτελέσματα οι εντολές και άλλα στοιχεία που έχουν καταγραφεί στους φορείς. Απορρίπτονται ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης για αντιφατική αιτιολογία ως προς τον χρόνο τέλεσης, το δόλο, τον παράνομο και την κατοχή του ξένου πράγματος. Απορρίπτεται ως αβάσιμος λόγος αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 484 παρ. 1α΄) διότι αιτιολογημένα απορρίφθηκε το αίτημα του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο. Αριθμός 2539/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2097/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 165/07.04.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: " Εισάγω κατ' αρθρ 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 31/10-12-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 43/2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 361/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ από διαχειριστή ξένης περιουσίας και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον κατηγορουμένων και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους της έλλειψης της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 ΚΠΔ αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης , της εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της απόλυτης ακυρότητας (άρθρ. 484 & 1 α,β και δ, ΚΠΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρεται στην αίτηση συνίστανται στο ότι: Α. Η έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης α. Το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία ως προς την πράξη της ιδιοποίησης β. δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία σχετικά με την παράνομη ιδιοποίηση και μάλιστα από εκπρόσωπο και διαχειριστή ξένης περιουσίας γ. ανεπαρκή και αντιφατική θεμελίωση της προγενέστερης κατοχής δ. αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης. Β. Η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης στο ότι υπήγαγε στην έννοια της υπεξαίρεσης και αντικείμενα τα οποία δεν μπορεί ν' αποτελέσουν αντικείμενο υπεξαίρεσης και Γ. Η απόλυτη ακυρότητα γιατί απέρριψε το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντα χωρίς αιτιολογία. Κατά το άρθρο 375 παρ.1 και 2 του Π.Κ., όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ.9 του επιεικέστερου νόμου 2408/1991 όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο, ολικό ή εν μέρει, κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται το ξένο κινητό πράγμα να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη, ο τελευταίος να ιδιοποιηθεί αυτό παράνομα καθ ον χρόνο βρίσκεται στην κατοχή του και έχει δόλια προαίρεση προς τούτο, η οποία εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργειά του που εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεώς του να το ενσωματώσει στην περιουσία του. Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα, μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Πρέπει δηλαδή το ιδιοποιούμενο πράγμα, όπως είναι χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, έπιπλα, γραφεία, κινητά πράγματα που ενσωματώνουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις, προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, να τα έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ακριβώς της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας. Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα. Την εξουσία αυτή μπορεί να έλκει είτε από το νόμο είτε από σύμβαση. Σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 22 του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως ισχύει, την εκπροσώπηση και διοίκηση της ανώνυμης εταιρείας καθώς και τη διαχείριση της περιουσίας αυτής ασκεί το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά, δηλαδή όλα τα μέλη από κοινού είναι συνδιαχειριστές της περιουσίας της εταιρείας, εκτός αν υπάρχει διαφορετικά ρύθμιση στο καταστατικό, η για οποιονδήποτε λόγο παρήλθε ο χρόνος για τον οποίο είχε εκλεγεί το διοικητικό συμβούλιο και την διαχείριση την συνέχισε για λόγους βιωσιμότητας ή άλλες ανάγκες της εταιρείας ο μέχρι πρότινος πρόεδρος ή άλλο μέλος του διοικητικού Συμβουλίου, ή σε έσχατη περίπτωση όταν ένας από αυτούς ασκεί διοίκηση - διαχείριση κατά παραγκωνισμό των υπολοίπων (ΑΠ 1253/2000(ΑΠ 1078/1994, ΑΠ 1586/1992 ΑΠ 473/1983 ΑΠ 1389/1984). Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε παραπεμπτικό βούλευμα υπάρχει , όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την προδικασία , στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου όπως επίσης και οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από το Συμβούλιο Εφετών πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι κατά του κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κακουργηματική υπεξαίρεση πράξη η οποία συνίσταται στο ότι ο αναιρεσείων υπό την ιδιότητα του σαν διαχειριστής , την οποία έμμεσα συνομολογεί παραδεχόμενος ότι ενήργησε ως ενήργησε για την αποφυγή πληρωμής υπέρογκου μισθώματος , απομάκρυνε από την έδρα της ΑΕ εταιρείας με την επωνυμία ''Ετικεττογραφίες Λέρας - Μελισσανάκης Α.Ε '' τα στο βούλευμα αναφερόμενα λεπτομερώς περιουσιακά αντικείμενα της εταιρείας , απαρτιζόμενα από μηχανήματα, μεταφορικά μέσα , έπιπλα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τα σ' αυτούς περιεχόμενα προγράμματα, διάφορα ηλεκτρονικής φύσης αντικείμενα και διάφορα προγράμματα κάρτες γραφικών, CD ROM, εκτυπωτές, τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό συνολικής αξίας 108.962 ευρώ και τα μετέφερε σε άγνωστη διεύθυνση από αυτή της έδρας της εταιρείας που μέχρι τότε γνώριζαν οι υπόλοιποι εταίροι με τους οποίους ο αναιρεσείων είχε έλθει σε αντιδικία και της οποίας η άδεια λόγω μη καταβολής του ποσού αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας είχε ανακληθεί ,χωρίς όμως αυτό ν ασκεί επιρροή στην ιδιότητα του διαχειριστή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα ο οποίος ήταν πρόεδρος του Δ.Σ από της 28-3-2001 , ιδιότητα την οποία συνέχισε να έχει λόγω αποτυχίας σύγκλισης της γενικής συνέλευσης και παρά τον διορισμό προσωρινής διοίκησης λόγω του ότι αυτή ποτέ δεν ανέλαβε καθήκοντα και τα οποία λόγω παρόδου των προθεσμιών αυτών συνέχισε ν' ασκεί ο αναιρεσείων ο οποίος είχε και ασκούσε την διαχείριση όπως και ο ίδιος συνομολόγησε με την προβολή του υπερασπιστικού ισχυρισμού του ότι απομάκρυνε τα πράγματα αυτά που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα για να αποφύγει την πληρωμή υπέρογκων ενοικίων. Όμως παρά την συνομολογούμενη απομάκρυνση των ανηκόντων στην εταιρεία κινητών πραγμάτων ο αναιρεσείων ποτέ δεν γνωστοποίησε τον τόπο στον οποίο τα μετέφερε στους υπόλοιπους εταίρους , με τους οποίους βρισκόταν σε αντιδικία άλλα ούτε και όταν του επιδόθηκε σχετική εξώδικη πρόσκληση από αυτούς να δηλώσει και να γνωστοποιήσει τον τόπο στον οποίο τα είχε εναποθηκεύσει αυτός δεν απάντησε ενισχύσας με τον τρόπο αυτό δηλ την μη δήλωση του τόπου στον οποίο είχε μεταφέρει τα πράγματα αυτά την αρχική πρόθεση της ιδιοποίησης τους. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, τα οποία στηρίζουν την κρίση του για την μη ύπαρξη επαρκών ενδείξεων προς παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην απαλλακτική κρίση του για την παράβαση των άρθρων 375 παρ. 1β, 2, 45 και 372 παρ. 1β Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, απορριπτομένων των περί αντιθέτου αιτιάσεων του αναιρεσείοντα. Επίσης πρέπει ν' απορριφθούν και τα όσα αναφέρει περί του ότι με το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν ερμηνεύτηκαν ορθά οι διατάξεις του άρθρου 375 καθ' όσον μεταξύ των πραγμάτων τα οποία φέρονται ότι υπεξαιρέθηκαν από αυτόν δεν περιλαμβάνονται πράγματα τα οποία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο υπεξαίρεσης όπως λογισμικά προγράμματα και προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και τούτο γιατί όπως αναπτύχθηκε και παρά πάνω στην περίπτωση αντικείμενα υπεξαίρεσης είναι όλα εκείνα τα κινητά πράγματα -φορείς τα οποία ενσωματώνουν δικαιώματα ή αποτιμητά περιουσιακά στοιχεία όπως τα προγράμματα αυτά τα οποία έχουν περιουσιακή αξία. Ωσαύτως αβάσιμος κρίνεται και ο προβαλλόμενος λόγος της απόλυτης ακυρότητας συνισταμένης στο ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα απέρριψε το αίτημα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του αναιρεσείοντα χωρίς αιτιολογία γιατί προκύπτει ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα περιλαμβάνεται αιτιολογία η οποία κρίνεται επαρκής. Κατ' ακολουθία η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Για τους λόγους αυτούςΠροτείνω: Α. Να απορριφθεί η με αριθμ. 31/10-12-2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση του με αριθμ. 1132/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 43/2007 έφεση της κατά του με αριθμ. 361/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα. Αθήνα την 6-2-2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 375 §§ 1 και 2 εδ. α' του ΠΚ, όπως η παρ. 1 του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 τούτου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος αυτού να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα. Ως κινητά πράγματα δεκτικά υπεξαίρεσης θεωρούνται και η ενέργεια του ηλεκτρισμού, του ατμού και κάθε άλλη ενέργεια όπως αυτό σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 372 § 2 του Π.Κ. Ειδικότερα δε πράγματα κατά την έννοια του Π.Κ. είναι τα προγράμματα, ως εντολές και άλλα στοιχεία, που έχουν καταγραφεί στους φορείς αυτούς, οι οποίοι είναι έγγραφα δεκτικά υπεξαίρεσης μαζί με τους φορείς τους, β) να είναι το πράγμα αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει κατά το αστικό δίκαιο σε άλλον και όχι στο δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη, που υπάρχει όταν γίνεται αυτή χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου. Η παράνομη ιδιοποίηση συνίσταται στην εξωτερίκευση της ευδιάθετης βούλησης του δράστη με σκοπό να εξουσιάζει το μη ανήκον σ'αυτόν πράγμα και να το ενσωματώσει στην περιουσία του, επερχομένης αντίστοιχης περιουσιακής βλάβης στον αληθινό κύριο, ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον να συντρέχει στο πρόσωπο του δράστη μία τουλάχιστον από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή ανεξάρτητα από τη συνδρομή κάποιας από τις παραπάνω καταστάσεις ή ιδιότητες, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαίρεσης υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών ή των 73.000 ευρώ, σύμφωνα με την καθορισθείσα από τη διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2943/2001 επίσημη αντιστοιχία, ενώ εξ υποκειμένου απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο το πράγμα στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθίσταται υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά το άρθρο 713 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας και ο οποίος αρνείται, αν και έχει υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 719 ΑΚ, να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, το οποίο εκείνος του εμπιστεύθηκε ή το οποίο ο ίδιος απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, καθώς και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο, είτε από τη σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται η προέλευση της εξουσίας αυτής και από τη δημιουργία μιας πραγματικής καταστάσεως. Ως χρόνος τελέσεως της υπεξαίρεσης λογίζεται ο χρόνος της ενέργειας του υπαιτίου με την οποία υλοποιείται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που είχε, προηγούμενα, περιέλθει στην κατοχή του. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 τουΣυντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' (και τώρα στοιχ. θ') του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει στο παραπεμπτικό βούλευμα όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε το Συμβούλιο στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός αποδεικτικού μέσου και τι από αυτό συνήγαγε το Συμβούλιο, αλλά αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων στήριξε την παραπεμπτική κρίση του. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. Τέλος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ συνιστά λόγο αναίρεσης του βουλεύματος η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο προσδίδει στη διάταξη αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά και εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει αυτήν, δεν υπάγει στην αληθινή έννοια της τα προκύψαντα από την ανάκριση και δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά, καθώς και όταν η εν λόγω διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό της σκεπτικού με το διατακτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και της απολογίας του κατηγορουμένου, με καθολική αναφορά στην πρόταση του Εισαγγελέως Εφετών και δι'αυτής συμπληρωματικά στις ίδιες σκέψεις του πρωτόδικου βουλεύματος και στην πρόταση του Εισαγγελέως που είναι ενσωματωμένη σ'αυτό, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Τον Ιούλιο του 1995 συνεστήθη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΙΚΕΤΤΟΡΑΦΙΕΣ ΔΕΡΑΣ - ΜΕΛΙΣΣΑΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα τη ... και αντικείμενο τη παραγωγή και εμπορία ετικετών και προϊόντων μεταποιήσεως χάρτου. Μέλη του Δ.Σ. της εταιρίας και μέτοχος αυτής ήταν ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων - κατηγορούμενος Χ με ποσοστό 51% και οι εγκαλούντες α) ..., β) ... και γ) .... με ποσοστό 49%. Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι της εταιρίας είχαν ορισθεί, αρχικά ο εκ των ιδρυτών της .... (απεβίωσε στις 2- 11-1996), στη συνέχεια ο πρώτος εγκαλών ... και από 28-3-2001 με ταυτόχρονη απόφαση του Δ. Σ. ο εκκαλών κατηγορούμενος. Από τον Αύγουστο περίπου του 2001 οι σχέσεις τους (εκκαλούντα κατηγορουμένου και εγκαλουμένων) είχαν ψυχρανθεί με επακόλουθο την έντονη αντιδικία μεταξύ τους, στα πλαίσια της οποίας υπεβλήθησαν αρκετές εγκλήσεις και καταγγελίες. Μάλιστα οι ίδιοι προσέφυγαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με τις υπ' αριθ. 3017/21-11-2001 και 12733/2-5-2002 αποφάσεις του έκανε δεκτές σχετικές αιτήσεις τους και διόρισε προσωρινές διοικήσεις στην εταιρία, με σκοπό τη σύγκληση Γενικής συνέλευσης και την εκλογή νέας διοίκησης αυτής, μέσα σε προθεσμία εβδομήντα πέντε
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.