← Ελλάδα

ΑΠ 254/2009 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 254 / 2009 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Περίληψη: Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως για παράβαση του ΑΝ 86/1967, με την επίκληση των λόγων, α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και γ) απόλυτης ακυρότητας από την ανάγνωση του Δ.Π.Μ. Υπάρχει αιτιολογία. Ορθή εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Δεν επάγεται ακυρότητα από την ανάγνωση του Δ.Π.Μ. Απορρίπτει την αναίρεση. ΑΡΙΘΜΟΣ 254/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κατσανίδη, περί αναιρέσεως της 7937/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 476/2008. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), που τον βαρύνουν, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, προς τους ως άνω Οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών

(3)μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές αυτών που εργάζονται σ' αυτόν με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω Οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν αποδώσει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι
(6)μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται συνεπώς για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα
(30)ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με το χρόνο των δύο αξιοποίνων πράξεων είναι κρίσιμος όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών λόγω παραγραφής . Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τη θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθμό 7937/2007 απόφασής του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας ως Εφετείο, την εξέδωσε και με την οποία κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΤΕΑΥΕΚ, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, την οποία στήριξε στα λεπτομερώς κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, την μαρτυρία κατηγορίας που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την υπόλοιπη συζήτηση της υπόθεσης, σημειωμένου ότι δεν υπάρχει απολογία του κατηγορουμένου λόγω της εκπροσώπησής του από συνήγορο, προέκυψε ότι: Στην ..... την 1-2001 έως 5-2003 ο κατηγορούμενος, ως υπεύθυνος εργοδότης και μάλιστα ως Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εδρευούσης στη ....., υπό την επωνυμία "ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α.Ε." ανωνύμου εταιρίας και άμεσος και μόνος υπεύθυνος για την πρόσληψη, απασχόληση πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της, δεν προσήλθε, για το προσωπικό που απασχολήθηκε κατά χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 1-5-03 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην παραπάνω επιχείρηση τους, στην καταβολή προς το Ταμείον Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εργασίας (ήδη Κοινωνικών Υπηρεσιών), που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό, τόσο των ιδίων της εταιρίας τους - εργοδοτικών, όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους του και υπό την παραπάνω ιδιότητά του, προς το σκοπό αυτό, από τους εργαζομένους - εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ολικού ύψους 3.939,79 ευρώ και 2.727,96 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες ειδικότερα ήταν καταβλητέες κατά τα μερικότερα αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος κονδύλια τους μέσα σε ένα μήνα από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, παρακρατώντας και ιδιοποιούμενος αυτές παράνομα. Κατά συνέπεια, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων. Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα του συνηγόρου του κατηγορουμένου να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά των μη ταπεινών αιτίων πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την βεβαίωση της οφειλής του μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφλησή του και δεν προέβη σε αίτηση ρύθμισης. Επίσης, δεν προέκυψε η ύπαρξη προβλημάτων οικογενειακών ή προσωπικών, στα οποία να οφείλεται η μη καταβολή των ποσών αυτών. Από την επισκόπηση δε του αντιγράφου του δελτίου ποινικού μητρώου, που βρίσκεται εντός της δικογραφίας, η οποία έγινε μετά την λήψη της απόφασης περί ενοχής και πριν από την απαγγελία της, λόγω του ισχυρισμού του συνηγόρου του περί του ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε καταδίκη του μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει καταδικασθεί και άλλες φορές για το ίδιο αδίκημα. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα αναγνώρισης ελαφρυντικών". Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της παράβασης του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 86/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ.1 του ΠΚ, και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης επτά
(7)μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς 4, 40 ευρώ για κάθε ημέρα, και χρηματική ποινή 400 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, με αναφορά γενικά στο είδος τους, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του Π.Κ, και άρθρο 1 παρ.1-2 του Α.Ν 86/1967, σε συνδ. Με άρθρο 375 παρ.1 του Π.Κ, και 34 παρ. 4 και 36 του καταστατικού του ΤΕΑΥΕΚ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα και σε σχέση με τις προβαλλόμενες με τους λόγους αναιρέσεως αιτιάσεις ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν: α) ο αριθμός των απασχοληθέντων απ' αυτήν μισθωτών, και τα ποσά των αμοιβών που καταβλήθηκαν σ' αυτούς, β) πότε κατέστησαν απαιτητές οι επί μέρους εισφορές, γ) ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αποτελεί πιστή αντιγραφή του διατακτικού, δ) ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τελέσεως, είναι αβάσιμες, η πρώτη γιατί όπως προαναφέρθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, κρίσιμα περιστατικά είναι η, σε συγκεκριμένο χρόνο, απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΤΕΑΥΕΚ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος να καταβάλει στο ως άνω Ταμείο, ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δεύτερη, γιατί, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς του τι προέκυψε από το καθένα, αλλά αρκεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται μνεία όλων έστω κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη. Επίσης, η τρίτη αιτίαση είναι αβάσιμη, γιατί δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται, όπως εν προκειμένω στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση, ως προς το χρόνο τελέσεως των πράξεων, είναι επίσης αβάσιμη, γιατί το γεγονός ότι υφίσταται σύμπτωση του χρόνου τελέσεως με το χρόνο απασχολήσεως των εργαζομένων και του απαιτητού των εισφορών, ήτοι από Ιανουάριο του 2001 έως Μάϊο του 2001, ενώ ο χρόνος τελέσεως αυτών αρχίζει από την πάροδο των 30 ημερών από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, δεν ασκεί έννομη επιρροή, γιατί αναφέρεται σε στοιχείο που δεν είναι ουσιώδες και κρίσιμο στην υπόθεση, αφού δεν ανακύπτει θέμα παραγραφής των πράξεων. Κατά συνέπεια, οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ, το δελτίο Ποινικού Μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγουμένου εδαφίου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου Ποινικού Μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου, αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης, που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου Ποινικού Μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση όμως του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως, για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξ αιτίας της οποίας ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και την επί της ενοχής του κατηγορουμένου πρόταση του εισαγγελέως, ο συνήγορος υπεράσπισής του, υπέβαλε το αίτημα της μετατροπής της ποινής σε χρηματική. Επομένως, η διακρίβωση της βασιμότητας του αιτήματος του αυτού δεν μπορούσε να γίνει χωρίς την ανάγνωση του Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, η οποία έλαβε χώρα μετά την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου και κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, όπως ο ίδιος ζήτησε και δεν αξιολογήθηκε για την ενοχή του, όπως αυτός ισχυρίζεται. Επομένως, δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και κατά συνέπεια, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα. Αλλά και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι το ποινικό μητρώο λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο χωρίς να αναγνωσθεί, η μη ανάγνωσή του δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά σε σχέση με την αναγνώριση ή μη στο πρόσωπό του τυχόν ελαφρυντικής περιστάσεως. Επίσης, η αιτίαση του αναιρεσείοντος με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ελεγχόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε εκπροσωπηθεί στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, για να προβεί στο τέλος της διαδικασίας, σε συμπληρώσεις και διευκρινίσεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όταν ο κατηγορούμενος εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο τελευταίος ούτε απολογείται για λογαριασμό του κατηγορουμένου, ούτε δίδεται σ' αυτόν ο λόγος στο τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 368 Κ.Π.Δ, για συμπληρώσεις και διευκρινίσεις, σε κάθε δε περίπτωση δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, που τον εκπροσώπησε υπέβαλε προς το Δικαστήριο ανάλογο αίτημα και ότι το Δικαστήριο αρνήθηκε να του δώσει το λόγο. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και συνακολούθως, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 30-1-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμό 7937/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.