Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2549 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει. Αριθμός 2549/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Σαραντινού), ο οποίος ορίσθηκε με την 57/1-4-2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια-Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αιτούσας Χ, η οποία παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αιτούσα ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 51/2008 Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου με αριθμό 104/25-2-2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Eισάγω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 εδ. β', 527 παρ. 3, 528 παρ. 1 και 529 Κ.Π.Δ. την υπ'αριθμόν πρωτ. 2/2.1.2008 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας της Χ, κατά της υπ'αριθμόν 8111/1999 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών που ανεστάλη επί 3ετία για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό πορισμού οφέλους προς βλάβη τρίτου σε βαθμό πλημμελήματος άρθρ. 216 παρ. 1 Π.Κ και εκθέτω τα ακόλουθα: Α) Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασθέντος για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις..... 2) αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα-άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν-γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επίσης κατά το άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ. "Η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκαν από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο εισαγγελέας στον οποίον παραδόθηκε η αίτηση, οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο τη βασιμότητά της είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα κατόπιν εισάγει την αίτηση στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όπου υπηρετεί". Εξ'άλλου, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης είναι, κατά τις διακρίσεις της παρ. 3 του άρθρου 527, το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αίτησης. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση και αν κρίνει ότι η επανάληψη στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που καταδίκασε δικαστήριο και στη περίπτωση του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανωτέρω από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση". Τέλος, κατά το άρθρο 529 Κ.Π.Δ. "Μόλις υποβληθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, το συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να την κρίνει, αποφασίζει μέσα σε τρεις ημέρες, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα, για την αναστολή η μη της εκτέλεσης της ποινής που εκτίει ο καταδικασμένος". Β) Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: α) κατ'αρχήν η ανωτέρω προθεσμία των τριών ημερών δεν τάσσεται επί ποινή ακυρότητος (Εφετ. Θεσσαλονίκης 197/91) αλλά αποτελεί υπόδειξη προς το δικαστή για επίσπευση, ιδίως αν προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι αλλιώς, δηλαδή τα "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του αιτούντος, δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής εκτελέσεως της ποινής (ΑΠ 6/85, 79/83). β) Νέες αποδείξεις, κατά τη νομολογία, είναι εκείνες που δεν έχουν υποβληθεί στο καταδικάσαν δικαστήριο (Α.Π. 919/90, 1147/91) καθώς και εκείνες που δημιουργήθηκαν μεταγενέστερα (Α.Π. 201/90, 1040/84, 1703/89). Εάν λοιπόν υποβλήθηκαν ρητώς ή εμμέσως, πλην σαφώς και απορρίφθηκαν από το δικαστήριο, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, δεν είναι νέες αποδείξεις κατά την έννοια του νόμου (Α.Π. 322/82, ΑΠ 1061/90). γ) Τα νέα έγγραφα ή οι νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε π.χ. καταθέσεις νέων μαρτύρων, έγγραφα, δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά και γενικά κάθε αποδεικτικό στοιχείο νέο (Α.Π. 871/88, 1539/87) δ) Δεν αρκεί όμως η αποκάλυψη νέων αγνώστων στους δικάσαντες δικαστές γεγονότων ή αποδείξεων, αλλά απαιτείται επί πλέον τα νέα αυτά στοιχεία να κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε, καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε ή είναι τελείως αθώος (Α.Π. 148/77 και 736/77). ε) Τέλος αν η καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο, αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως είναι το συμβούλιο του Αρείου Πάγου, εν προκειμένω δε η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται, είναι ήδη αμετάκλητη, καθόσον η κατά της άνω αποφάσεως ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη με την υπ'αριθμόν 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Γ) Στη προκειμένη περίπτωση: Την 9-3-1995 η άνω αιτούσα Χ, ως πληρεξουσία δικηγόρος του Ξ και με εντολή αυτού, ζήτησε με αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την έκδοση διαταγής πληρωμής για τρεις συναλλαγματικές ύψους 500.000 δραχμών εκάστης, στις οποίες εκδότης ήταν ο άνω εντολέας της, αποδέκτης ο Μ και οπισθογράφος η κουνιάδα του αποδέκτη Θ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 5338/15-3-95 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του άνω Δικαστηρίου για την οποίαν εκδόθηκε το υπ'αριθμ. 5324/15-3-99 πρώτο απόγραφο, το οποίο αφού παρέλαβε αυθημερόν ακολούθως το παρέδωσε στον εντολέα της. Την 22-11-1995 η άνω αιτούσα υπέβαλε αίτηση προς τον πρόεδρο του άνω Δικαστηρίου, δια της οποίας του ζητούσε "να δώσει την έγκριση και την εντολή για την έκδοση β'απογράφου εκτελεστού, διότι το πρώτο εκ παραδρομής απωλέσθη από το γραφείο της. Η αίτηση έγινε δεκτή αυθημερόν και της χορηγήθηκε β'απόγραφο εκτελεστό, το οποίο κοινοποίησε στην Θ την 24-1-
- Στις 2-2-96 και ημέρα Παρασκευή εμφανίστηκε στο γραφείο της δικαστικής γραμματέως του άνω Δικαστηρίου Ζ ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μ Ψ, ο οποίος της επέδειξε την υπ'αριθμόν 5338/1995 Διαταγή πληρωμής την οποία του κοινοποίησε η δικηγόρος Αθηνών Χ και της ανέφερε ότι τόσο στην αίτηση όσο και στην απόφαση υπάρχουν στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις αναγραφόμενες συναλλαγματικές. Συγκεκριμένα της ανέφερε ότι έχει συμπληρωθεί δεύτερο όνομα διαδίκου στην αίτηση και στην απόφαση παρότι δεν προκύπτει από τους προσκομιζομένους τίτλους και μέχρι και την ημέρα της δημοσιεύσεως 15.3.95 δεν υπήρχε. Κατόπιν τούτου η άνω γραμματεύς την 6-2-96 υπέβαλε σχετική αναφορά προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου επισυνάπτοντας και φωτοτυπίες των υπαρχόντων εγγράφων καθώς και φωτοτυπίες των τηρουμένων βιβλίων (βλέπε την από 6-2-96 αναφορά της Ζ). Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και ούτω ασκήθηκε κατά της αιτούσας ποινική δίωξη για πλαστογραφία μετά χρήσεως και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανάκρισης. Κατ'αυτήν ο Ψ αρνήθηκε να καταθέσει διότι δεν του χορήγησε την απαιτουμένη άδεια ο Δ.Σ.Α. Η Ζ εξετασθείσα ενόρκως την 19-6-97 κατέθεσε ότι "τη συγκεκριμένη υπόθεση τη πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού Ψ". Η κατηγορουμένη δεν προσήλθε να απολογηθεί και ούτω παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς, για πλημμελήματα, Εφετείου Αθηνών. Επί της κατηγορίας, ερήμην της κατηγορουμένης, δημοσιεύθηκε η υπ'αριθμόν 8111/99 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, δια της οποίας η Χ κηρύχθηκε ένοχη της αποδιδομένης σ'αυτήν πράξεως και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 2 ετών που ανεστάλλει επί 3ετία. Το Δικαστήριο δέχτηκε ότι "η κατηγορουμένη κατά το χρόνο που είχε στα χέρια της τη δικογραφία, που εμπίπτει στις 22-11-1995 μετέβαλε το περιεχόμενο 1) του πρωτοτύπου της αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής με τη προσθήκη ως καθής και της Θ β) του πρωτοτύπου της υπ'αριθμό 5338/1995 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με τη προσθήκη του ονόματος της ως άνω Θ και 3) του πρωτοτύπου του βιβλίου δημοσιεύσεως διαταγών πληρωμής και απογράφων με τη προσθήκη των ενδεικτικών γραμμάτων "κ.λ.π." παραπλεύρως του ονόματος του Μ, που υποδηλούν την ύπαρξη περισσοτέρων καθών........'Ετσι η κατηγορουμένη πέτυχε να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα ότι η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί και σε βάρος της Θ και απέκτησε τη δυνατότητα εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής και σε βάρος αυτής...." (βλέπε σκεπτικό άνω αποφάσεως). Κατά της αποφάσεως αυτής η άνω κατηγορουμένη άσκησε έφεση η οποία απορρίφθηκε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την υπ'αριθμό 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής υπέβαλε αίτηση αναίρεσης η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την υπ'αριθμ. 2158/2004 απόφαση του Α.Π. Ήδη δια της υπό κρίση αιτήσεως αιτείται την επανάληψη της διαδικασίας, προς υποστήριξη δε της αιτήσεώς της επικαλείται τις ένορκες βεβαιώσεις των Ψ, Κ και Λ. Ο πρώτος εξ αυτών βεβαιώνει ότι το χρέος προς τον κ. Ξ τακτοποιήθηκε και από τις εξηγήσεις που του έδωσε η κ. ... πείσθηκε ότι δεν είχε διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη από αυτές που κατηγορήθηκε και αδίκως εκδόθηκε η απόφαση και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας (βλέπε άνω βεβαίωση). Όμως ουδέν αναφέρει για τη καταγγελία που έκανε προς τη γραμματέα Ζ και δεν δικαιολογεί τη καταγγελία αυτή, η οποία αποτέλεσε και τη βάση της καταδικαστικής αποφάσεως. Ο Κ που εργάζεται στο γραφείο της αιτούσας βεβαιώνει ότι η γραμματέας Ζ που φαίνεται να έκανε αναφορά στον Εισαγγελέα για δήθεν πλαστότητα του απογράφου, ουδέποτε επιβεβαιώσε με κατάθεσή της την αναφορά αυτή. Όμως από την εσφαλμένη αναφορά της προχώρησε εναντίον της δικηγόρου μια άδικη αυτεπάγγελτη διαδικασία που οδήγησε σε μία άδικη και ανυπόστατη απόφαση (βλέπε άνω βεβαίωση). Ο Λ στην ένορκη βεβαίωσή του βεβαιώνει ότι η αιτούσα δεν έχει κάνει τίποτα από αυτά που αδίκως και αυτεπαγγέλτως κατηγορήθηκε και η διαδικασία που κινήθηκε εναντίον της είναι άδικη και ανυπόστατη και η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί με επανάληψη της διαδικασίας και η γραμματέας αδίκως την έμπλεξε". Από τις άνω ένορκες βεβαιώσεις προκύπτει ότι οι ανωτέρω, μόνο κρίσεις εκφράζουν περί της αδίκου και ανυπόστατης απόφασης, πλην όμως από τις κρίσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν καθίσταται φανερή η αθωότητα της αιτούσας για το άνω αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε με την υπ'αριθμ. 8111/99 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η υπό κρίση αίτησή της για επανάληψη προς το συμφέρον της της ποινικής διαδικασίας. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω 1) να απορριφθεί η υπ'αριθμ. πρωτοκ. 2/2.1.08 αίτηση επανάληψης της διαδικασίας της Χ κατά της υπ'αριθμ. 8111/1999 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα έξοδα της διαδικασίας αυτής στην αιτούσα. Αθήνα 19 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΚυριάκος Καρούτσος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και την αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ως δικηγόρο ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκα στο δικαστήριο και ως εκ τούτου, ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις συμπληρωματικές, ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές, που την εξέδωσαν, εφ' όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την 8111/1999 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (με την οποία η αιτούσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, που ανεστάλη για τρία έτη για το αδίκημα της πλαστογραφίας, με χρήση, με σκοπό πορισμού οφέλους, προς βλάβη τρίτου σε βαθμό πλημμελήματος), στηριζόμενη (η αίτηση) σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, που αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη της αιτούσας, από τα οποία, κατά το περιεχόμενο της αιτήσεως, καθίσταται φανερό ότι η αιτούσα είναι αθώα για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, είναι νόμιμη σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (σε συμβούλιο), κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και πρέπει να εξεταστεί και κατ' ουσίαν. Επειδή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα Χ καταδικάστηκε με την 8111/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη και συνεπώς απαράδεκτη με την 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, η οποία ανεστάλη επί μία τριετία, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη. Η κατηγορία συνίσταται στο ότι η αιτούσα στις 9 Μαρτίου 1995, ως πληρεξουσία δικηγόρος του Ξ και με εντολή αυτού, ζήτησε με αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την έκδοση διαταγής πληρωμής για τρεις συναλλαγματικές, ύψους 500.000 δραχμών εκάστης, στις οποίες εκδότης ήταν ο άνω εντολέας της, αποδέκτης ο Μ και οπισθογράφος η κουνιάδα του αποδέκτη, Θ. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 5338/15.3.1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του άνω Δικαστηρίου για την οποία εκδόθηκε το 5324/15.3.99 πρώτο απόγραφο, το οποίο, αφού παρέλαβε αυθημερόν, ακολούθως το παρέδωσε στον εντολέα της. Στις 22 Νοεμβρίου 1995, η άνω αιτούσα υπέβαλε αίτηση προς τον Πρόεδρο του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία του ζητούσε "να δώσει την έγκριση και την εντολή για την έκδοση β' απογράφου εκτελεστού, διότι το πρώτο από παραδρομή χάθηκε από το γραφείο της. Η αίτηση έγινε δεκτή αυθημερόν και της χορηγήθηκε β' απόγραφο εκτελεστό, το οποίο κοινοποίησε, στην Θ στις 24 Ιανουαρίου
- Στις 2 Φεβρουαρίου 1996, ημέρα Παρασκευή, εμφανίστηκε στο γραφείο της δικαστικής Γραμματέως Ζ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μ, Ψ, ο οποίος της υπέδειξε την 5338/1995 διαταγή πληρωμής, την οποία του κοινοποίησε η δικηγόρος Αθηνών Χ και της ανέφερε ότι τόσο στην αίτηση, όσο και στην απόφαση υπάρχουν στοιχεία τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις αναγραφόμενες συναλλαγματικές. Συγκεκριμένα, της ανέφερε ότι έχει συμπληρωθεί δεύτερο όνομα διαδίκου στην αίτηση και στην απόφαση, παρότι δεν προκύπτει από τους προσκομιζόμενους τίτλους και μέχρι και την ημέρα της δημοσιεύσεως 15.3.95 δεν υπήρχε. Κατόπιν τούτου η άνω γραμματεύς, στις 6 Φεβρουαρίου 1996 υπέβαλε σχετική αναφορά προς τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, επισυνάπτοντας και φωτοτυπίες των υπαρχόντων εγγράφων, καθώς και φωτοτυπίες των τηρουμένων βιβλίων. Η αναφορά αυτή διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και έτσι ασκήθηκε κατά της αιτούσας ποινική δίωξη για πλαστογραφία με χρήση και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανακρίσεως. Κατ' αυτήν ο Ψ αρνήθηκε να καταθέσει, διότι δεν του χορήγησε την απαιτούμενη άδεια ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών. Η Ζ εξετασθείσα ενόρκως στις 19 Ιουνίου 1997 κατέθεσε ότι "τη συγκεκριμένη υπόθεση την πληροφορήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του καθού Ψ". Η κατηγορουμένη δεν προσήλθε να απολογηθεί και έτσι παραπέμφθηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (πλημμελημάτων). Επί της κατηγορίας, ερήμην της κατηγορουμένης, δημοσιεύθηκε η 8111/1999 του άνω Δικαστηρίου, με την οποία η Χ κηρύχθηκε ένοχη της αποδιδόμενης σ' αυτή πράξεως και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δύο ετών, που ανεστάλη επί τριετία. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "η κατηγορουμένη κατά το χρόνο που είχε στα χέρια της τη δικογραφία, που εμπίπτει στις 22.11.1995 μετέβαλε το περιεχόμενο 1) του πρωτοτύπου της αιτήσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής με την προσθήκη ως καθής και της Θ, 2) του πρωτοτύπου της υπ' αριθμό 5338/1995 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την προσθήκη του ονόματος της ως άνω Θ και 3) του πρωτοτύπου του βιβλίου δημοσιεύσεως διαταγών πληρωμής και απογράφων με την προσθήκη τω ενδεικτικών γραμμάτων "κ.λ.π." παραπλεύρως του ονόματος του Μ, που υποδηλούν την ύπαρξη περισσοτέρων καθών...'Ετσι η κατηγορουμένη πέτυχε να παραπλανήσει τα αρμόδια όργανα ότι η διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί και σε βάρος της Θ και απέκτησε τη δυνατότητα εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής και σε βάρος αυτής...". Κατά της αποφάσεως αυτής, η κατηγορουμένη άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 1532/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ως ασκηθείσα εκπροθέσμως. Η αιτούσα υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως και κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 2158/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα επικαλείται τις ένορκες βεβαιώσεις των Ψ, Κ και Λ. Ο πρώτος απ' αυτούς βεβαιώνει ότι το χρέος προς τον Ξ τακτοποιήθηκε και από τις εξηγήσεις που του έδωσε η αιτούσα, πείσθηκε ότι δεν είχε διαπράξει καμία αξιόποινη πράξη απ' αυτές που κατηγορήθηκε και αδίκως εκδόθηκε η απόφαση και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας. Όμως, δεν αναφέρει τίποτε για την καταγγελία που έκανε προς τη γραμματέα Ζ και δεν δικαιολογεί την καταγγελία αυτή, η οποία αποτέλεσε την αφετηρία της ποινικής διώξεως και τη βάση της καταδικαστικής αποφάσεως εις βάρος της αιτούσας. Ο Κ, που εργάζεται στο γραφείο της αιτούσας, βεβαιώνει ότι "η γραμματεύς Ζ, που φαίνεται να έκανε αναφορά στον Εισαγγελέα για δήθεν πλαστότητα του απογράφου ουδέποτε επιβεβαίωσε με κατάθεσή της την αναφορά αυτή και όμως από την εσφαλμένη αναφορά της προχώρησε εναντίον της δικηγόρου μία άδικη αυτεπάγγελτη διαδικασία, που οδήγησε σε μία άδικη και ανυπόστατη απόφαση". Ο Λ στην ένορκη βεβαίωσή του βεβαιώνει ότι "η αιτούσα δεν έχει κάνει τίποτα από αυτά που αδίκως και αυτεπαγγέλτως κατηγορήθηκε και η διαδικασία που κινήθηκε εναντίον της είναι άδικη και ανυπόστατη και η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί με επανάληψη της διαδικασίας και η γραμματέας αδίκως την έμπλεξε". Από τις ένορκες βεβαιώσεις προκύπτει ότι οι ανωτέρω μάρτυρες, μόνο κρίσεις εκφράζουν για την άδικη και ανυπόστατη, κατ' αυτούς, απόφαση, πλην όμως από τις κρίσεις αυτές, σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει ότι η αιτούσα αδίκως καταδικάστηκε και ειδικότερα ότι καταδικάστηκε, ενώ ήταν αθώα ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πράγματι αυτή τέλεσε. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθμό πρωτοκόλλου 2/2/1/2008 αίτηση της Χ για επανάληψη της διαδικασίας, που περατώθηκε με την 8111/1999 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αιτούσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου
- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ