Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2552 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Όταν η απόφαση είναι εκκλητή, η αναίρεση απαράδεκτη (άρθρ. 504 παρ. 1, 489 παρ. 1 ΚΠΔ). Προθεσμία αναιρέσεως από της καταχωρίσεως στο ειδικό βιβλίο (άρθρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ) της τελεσιδίκου αποφάσεως. Όταν η απόφαση εκδόθηκε με απόντα τον κατηγορούμενο, διαμένοντα εις ημεδαπή, η αναίρεση με δήλωση στον γραμματέα ασκείται μέσα σε δέκα
(10)ημέρες από την επίδοση. Εάν αυτή έγινε μετά την άνω καταχώριση, από την καταχώριση δε εάν η επίδοση προηγήθηκε. Απορρίπτει αναίρεση ως απαράδεκτη, διότι το μεν ασκήθηκε κατ’ αποφάσεως, η οποία υπόκειται εις έφεση, το δε κατ’ αποφάσεως τελεσιδίκου, μετά την πάροδο της δεκαημέρου προθεσμίας από της επιδόσεως, η οποία έγινε μετά την καταχώριση. Αριθμός 2552/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που δεν παρέστη στο Συμβούλιο, περί αναιρέσεως των αποφάσεων 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Τα ως άνω Δικαστήρια με τις εν λόγω αποφάσεις τους διέταξαν όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτών, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 799/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη με αριθμό 299/5.6.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό Σας, (σε Συμβούλιο) σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 53/10-4-2008 αίτηση αναίρεσης του ..., η οποία ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρ. Πουλή του Πολυχρονίου, κάτοικο ..., κατά των ερήμην αυτού εκδοθεισών αποφάσεων με αριθμούς (α) 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο τον κήρυξε ένοχο για παράβαση του άρθρ. 79 Ν. 5960/33 "περί επιταγών" και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ και (β) 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η εμπροθέσμως ασκηθείσα έφεσή του κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη ή κήρυξε αυτήν απαράδεκτη". Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 168 παρ. 1, 473, 474 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η προθεσμία για άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης με δήλωση στο Γραμματέα του Δικαστηρίου που εξέδωσε τη προσβαλλομένη απόφαση είναι δεκαήμερη και αρχίζει εάν ο δικαιούμενος είναι παρών από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι
(30)ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης (αρ. 473 παρ. 1 ΚΠΔ). Στη προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αίτησή του ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση (α) της υπ'αρ. 116517/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία το εν λόγω δικαστήριο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για παράβαση του άρθρ. 79 Ν. 5960/33. Η απόφαση όμως αυτή, κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της, ήταν εκκλητή (άρθρ. 489 παρ. 1β' ΚΠΔ) από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και επομένως κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ δεν υπόκειται σε αναίρεση και (β) της υπ'αριθμ. 697/2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η ασκηθείσα έφεση του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) κατά της 116517/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αυτή που ασκήθηκε νομοτύπως, καθό μέρος στρέφεται κατά της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη καθόσον ασκήθηκε την 10/4/2008, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε την 10/1/2005 απόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πλημμελειοδικείου Αθηνών την 21/2/2005 και επιδόθηκε στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος την 16/3/2007 και στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 21/11/2006, ημέρα Τρίτη και όχι την 7/11/2006 που εκ παραδρομής ανεγράφη στο αποδεικτικό επίδοσης (βλ. συνημμ. υπ'αρ. πρωτ. 1016/23/147-α/15-1-2007 έγγραφο του Α/Τ Κερκύρας και την από 15/1/2007 βεβαίωση του αρχιφύλακα ...). Ήτοι ασκήθηκε μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρ. 473 ΚΠΔ, χωρίς να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτηση αναίρεσής του, ότι από ανωτέρα βία ή άλλο ανυπέρβλητο κώλυμα εμποδίστηκε να ασκήσει την αναίρεση εμπροθέσμως. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 - 583 παρ. 1 ΚΠΔ). Τέλος, η προβλεπομένη από τις διατάξεις των άρθρων 484 παρ. 3 και 511 ΚΠΔ, αυτεπάγγελτη από τον 'Αρειο Πάγο έρευνα αναιρετικών λόγων, τελεί υπό την προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 19/2001 και ΑΠ 2/2002). Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω (Α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ'αρ. 53/2008 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ... κατά των αποφάσεων
(1)116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και
(2)697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και (Β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μιλτιάδης Ανδρειωτέλλης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ "όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 489 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ " εκείνος που καταδικάστηκε .......... έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης του μονομελούς πλημμελειοδικείου αν με αυτήν καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος σε φυλάκιση πάνω από εξήντα ημέρες ή σε χρηματική ποινή πάνω από χίλια ευρώ ....................". Εξ αυτών προκύπτει ότι κατά της άνω αποφάσεως δεν χωρεί αναίρεση έστω και αν αυτή κατέστη τελεσίδικος δια της παρόδου απράκτου της προς έφεση προθεσμίας, αφού στον δικαιούχο παρέχεται η δυνατότης να επιτύχει την εκ νέου και δη κατά νόμον και κατ' ουσίαν εξέταση της υποθέσεως και σ' αυτή (έφεση) οφείλει να προσφύγει και όχι απ' ευθείας στον Άρειο Πάγο. Περαιτέρω στην προστεθείσα με το άρθρο 9 του Ν. 969/1979 παρ. 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ ορίζεται ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης" που είναι δέκα ημέρες κατά το άρθρο 473 παρ. 1, "αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Ο όρος τελεσίδικη απόφαση, που απαντάται στον ΚΠΔ μόνο στην ανωτέρω διάταξη, χρησιμοποιείται με τη γνωστή έννοια της αποφάσεως που δεν μπορεί να προσβληθεί με τα προβλεπόμενα από τον νόμο τακτικά ένδικα μέσα, όπως προβλεπόμενο από τον ΚΠΔ είναι μόνο η έφεση. Ο σκοπός της ανωτέρω διατάξεως συνίσταται στην ανάγκη να έχει λάβει ο ενδιαφερόμενος διάδικος πλήρη γνώση του αιτιολογικού της αποφάσεως, ώστε να είναι σε θέση να θεμελιώσει προβλεπομένους από το άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναιρέσεως, και ιδίως αυτόν της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, να αποφεύγεται δε η άσκηση ματαίως αιτήσεως αναιρέσεως όταν δεν προκύπτει νόμιμος λόγος, ώστε να αποτρέπεται η εντεύθεν ταλαιπωρία και οικονομική επιβάρυνση του διαδίκου (Ολ. ΑΠ 6/2002). Το ότι, εξ άλλου, η άνω προθεσμία αρχίζει από της καταχωρίσεως και όχι από της δημοσιεύσεως δεν έρχεται σε αντίθεση με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, αντιθέτως δε εάν η προθεσμία αρχίσει από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως φαλκιδεύεται το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και τότε παραβιάζεται το άνω άρθρο της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, κατά συναγομένη από το άρθρο 255 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, ο αναιρεσείων μπορεί να επικαλεσθεί στην αίτηση αναιρέσεως τον λόγον εξ αιτίας του οποίου κατέστη αδύνατη η εμπρόθεσμη άσκησή της καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που τον στηρίζουν. Έτι περαιτέρω, από την άνω διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις των άρθρων 168 παρ. 1, 474, 476 παρ. 1 και 507 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η προθεσμία για άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως η οποία εξεδόθη με απόντα τον κατηγορούμενο και έχει αυτός γνωστή διαμονή στην ημεδαπή, αναιρέσεως, η οποία ασκείται με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση μεν της αποφάσεως, αν αυτή έγινε μετά την καταχώρισή της καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο, από την καταχώριση δε αυτή, εάν η επίδοσή της προηγήθηκε, το εκπρόθεσμο δε της αιτήσεως επιφέρει το απαράδεκτο αυτής. Τέλος, κατ' άρθρον 513 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, όταν η αναίρεση ησκήθη ...... εναντίον απόφασης ...... για την οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη δια της υπ' αριθ. 116517/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για παράβαση του νόμου περί επιταγής (άρθρο 79 Ν. 5960/1933 εις ποινή φυλακίσεως τριών
(3)ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή ήτο εκκλητή δι' ό και ήσκησε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ' αριθ. 697/2005 απόφασή του, την απέρριψε ως ανυποστήρικτη. Νυν δια της κρινομένης αιτήσεως (από 10.4.2008) αναιρέσεως ο άνω καταδικασθείς ..., δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ζητεί την αναίρεση τόσο της άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όσο και της υπ' αριθ. 697/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ούτως η αναίρεση, καθ' ό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης αποφάσεως, η οποία, κατά τα άνω, δεν υπόκειται εις αναίρεση, είναι απαράδεκτη και πρέπει, εντεύθεν, να απορριφθεί. Καθ' ό μέρος στρέφεται κατά της δευτέρας (εφετειακής) αποφάσεως, η αναίρεση αυτή ησκήθη δια δηλώσεως στο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάσαν κατ' έφεση) την 10.4.2008, όπως εκ της σχετικής εκθέσεως αναιρέσεως προκύπτει, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη αυτή απόφαση κατεχωρίσθη καθαρογεγραμμένη στο ειδικό βιβλίο του δικαστηρίου την 21.2.2005, όπως εκ της σχετικής επισημειώσεως του αρμοδίου Γραμματέως επ' αυτής προκύπτει, και επεδόθη εις μεν τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 21 Νοεμβρίου 2006 (και όχι την 7.11.2006, όπως εκ παραδρομής ανεγράφη στο αποδεικτικό επιδόσεως του Αρχιφύλακα ..., της τοιαύτης παραδρομής βεβαιουμένης στο υπ' αριθ. 1016/23/147-α/15 Ιανουαρίου 2007 έγγραφο του Διοικητού του Αστυνομικού Τμήματος Κερκύρας), εις δε τον διορισθέντα δια της εφέσεώς του αντίκλητο δικηγόρο του την 16 Μαρτίου 2007, όπως προκύπτει από το υπό την αυτήν ημερομηνία αποδεικτικό επιδόσεως του Αστυφύλακος του Α.Τ. Εξαρχείων .... Εντεύθεν και η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα μετά την πάροδον της νομίμου δεκαημέρου προθεσμίας, από της δευτέρας ως άνω επιδόσεως, χωρίς να εκτίθεται στην έκθεση αναιρέσεως λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Συνεπώς, μετά πάντα ταύτα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1, 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αριθ. 53 από 10 Απριλίου 2008 αίτηση του ... για αναίρεση των αποφάσεων υπ' αριθ. 116517/2002 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 697/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
(220). Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου
- Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ