← Ελλάδα

ΑΠ 2562/2008 — Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2562 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Παραγραφή. Περίληψη: Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Έναρξη παραγραφής από την ημερομηνία θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου. Ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από την απόφαση που απέρριψε ένσταση παραγραφής. Απορρίπτει. ΑΡΙΘΜΟΣ 2562/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:

  1. Χ και
  2. Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μπαρμπαγιάννη, περί αναιρέσεως της 916/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε η Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 7 Ιουνίου 2008 και 7 Ιουλίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1309/
  3. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Η από 7 Ιουνίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ και η ομοία κατά τους αναιρετικούς λόγους και το περιεχόμενο αυτών από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του Ζ, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, να ερευνηθούν κατ' ουσίαν. ΙΙ.- Στις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 έως 4 του ν. 2523/1997 "περί διοικητικών και ποινικών κυρώσεων στη φορολογική νομοθεσία", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτού με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, ορίζονται τα επόμενα. " Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. (παρ.1). Το αδίκημα του άρθρου αυτού είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τα αδικήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται με τις λοιπές ποινικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ.2). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι η παραγραφή των αδικημάτων του παρόντος νόμου, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκησή της. Η διάταξη αυτή του άρθρου 21 παρ. 10 για το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν κάνει διάκριση και επί των εγκλημάτων του άρθρου 19 του νόμου έστω και αν για τα εγκλήματα αυτά, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 εδ. 3 του ν. 2523/1997, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά και δεν είχε προϋπόθεση, όπως ισχύει για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18, την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσης προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής (άρθρο 21 παρ. 2 εδ. 1 ν. 2523/1997). Από το γεγονός ότι στην περί παραγραφής διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 εδαφ. α' ο νόμος θέτει ως αφετηρία της παραγραφής την τελεσιδικία της αποφάσεως επί της ασκηθείσης προσφυγής κ.λ.π. και κατά τούτο εναρμονίζεται με τη τιθέμενη στο άρθρο 21 παρ.2 εδαφ.α' δικονομική προϋπόθεση της άσκησης ποινικής διώξεως για τα αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του νόμου, δεν προκύπτει ότι για το αδίκημα του άρθρου 19 για το οποίο τίθεται διάφορη προϋπόθεση για την άσκηση ποινικής δίωξης, ο νόμος με ηθελημένο κενό αφήκε αρρύθμιστο το θέμα της παραγραφής του τελευταίου αυτού αδικήματος, ώστε επί αυτού, αναφορικά με τον χρόνο τέλεσης, να ισχύουν οι γενικές περί παραγραφής διατάξεις του ΠΚ. Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2954/2001 ''περί φορολογικών ρυθμίσεων κ.λ.π.'', στην παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997, προστέθηκε διάταξη (δεύτερο εδάφιο) κατά την οποία, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου, η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου, από τον προϊστάμενο της Αρχής που ενήργησε τον έλεγχο. Η τελευταία όμως αυτή μεταγενέστερη ρύθμιση, που δεν ήρθε να καλύψει, κατά τα προεκτεθέντα, νομικό κενό, είναι ευμενέστερη εκείνης του προηγούμενου δικαίου, κατά την οποία η παραγραφή άρχιζε από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε σχετικά και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού καθορίζει προγενέστερο χρόνο για την έναρξη αυτής και επομένως θα τύχει εφαρμογής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα που τελέσθηκαν προ της ισχύος της την 2α Νοεμβρίου
  4. Εξάλλου η παραγραφή της πράξεως, η οποία είναι θεσμός ουσιαστικού ποινικού δικαίου και η χρονική διάρκεια της οποίας ορίζεται για τα πλημμελήματα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 111 του Π.Κ., πενταετής, αρχίζει κατά τη διάταξη του άρθρου 112 του ίδιου Κώδικα, από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, εκτός αν ορίζεται άλλως (όπως στα εγκλήματα του άρθρου 19 του ν. 2523/1997) και αναστέλλεται κατά τη διάταξη του άρθρου 113 του Κώδικα, κατά τη διάρκεια της κύριας διαδικασίας, που αρχίζει με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος, λαμβάνεται δε υποχρεωτικά υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο συνήγορος των κατηγορουμένων πρότεινε την ένσταση τις παραγραφής της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορούνται και ζήτησε να παύσει οριστικά η κατ' αυτών ποινική δίωξη, δεδομένου ότι κατά την επίδοση σ' αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος είχε παρέλθει πενταετία. Επί του ζητήματος αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η θεώρηση του πορίσματος φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο του ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας έλαβε χώρα την 25-5-2005, με χρονική δε αφετηρία την ημερομηνία αυτή για την έναρξη της παραγραφής και μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος που έγινε στον αναιρεσείοντα Ζ την 21-2-2007 και στον αναιρεσείοντα Χ την 24-2-2007 δεν παρήλθε πενταετία κατά την ενώπιον αυτού συζήτηση της υποθέσεως για την κατά το άρθρο 111 του ΠΚ παραγραφή της πράξεως. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη χρονική αφετηρία της παραγραφής για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής από τους κατηγορουμένους εικονικών φορολογικών στοιχείων, που είναι εκείνη της ημερομηνίας θεώρησης του πορίσματος φορολογικού ελέγχου και με την παραδοχή δεν εξαλείφθηκε το αξιόποινο της πράξης λόγω παραγραφής,σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και με το να χωρήσει στην κήρυξη ενόχων των κατηγορουμένων και στην καταδίκη αυτών, δεν υπερέβη την εξουσία του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειόντων με τους οποίο, εν σχέσει με την απόρριψη της ενστάσεως της παραγραφής, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος ΙΙΙ.- Από συνδυασμό των άρθρων 329, 358, 364 και 365 του Κ.Π.Δ προκύπτει, ότι απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επέρχεται και όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του έγγραφο και το εκτιμά προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, χωρίς τούτο να αναγνωσθεί προηγουμένως κατά την ακροαματική διαδικασία, παραβιάζοντας έτσι την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια όμως ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου και μνημονεύεται στο επιδιδόμενο σ' αυτόν κλητήριο θέσπισμα. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση πλήττεται η απόφαση για ακυρότητα της επ' ακροατηρίου διαδικασίας, η οποία επήλθε από το ότι το δικαστήριο, για σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ενοχής των κατηγορουμένων, έλαβε υπόψη του και χωρίς να αναγνώσει το αναφερόμενο στο διατακτικό υπ' αριθμ. 60/31-7-2000 τιμολόγιο πώλησης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το ως άνω έγγραφο δεν ήσαν άγνωστο σ' αυτούς, περιέχονταν στο κατηγορητήριο ως στοιχείο της πράξεως της παράβασης του άρθρου 19 παρ.1.εδ.α και 4 του Ν.2523/
  5. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως και καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο το διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χ και την από 7 Ιουλίου 2008 αίτηση του Ζ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 916/2008 αποφάσεως αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών. Και. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι

(220)ευρώ για καθένα απ' αυτούς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 28 Νοεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.