← Ελλάδα

ΑΠ 257/2015 — Αντίσταση κατά της αρχής

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 257 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αντίσταση κατά της αρχής. Περίληψη: Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων Αριθμός 257/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Μαρία Γαλάνη Λεοναρδοπούλου, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 41/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Χ. Φ. του Λ., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθανασία Χαλβαντζή, για αναίρεση της υπ'αριθ. 3794/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Οκτωβρίου 2014 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2014. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρ. 167 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της αντίστασης, στην περίπτωση που η ενεργεία του δράστη τείνει στην παράλειψη νόμιμης πράξης της αρχής ή του υπαλλήλου, απαιτείται η πράξη, σε παράλειψη της οποίας τείνει ο εξαναγκασμός, να είναι νόμιμη, δηλαδή να βρίσκεται μέσα στον κύκλο της κατά νόμο αρμοδιότητας της αρχής ή του υπαλλήλου και να συντρέχουν οι ουσιώδες τύποι που τάσσονται γι' αυτήν. Προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσον και η ψυχολογική, αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που να μπορεί να διεγείρει στον υπάλληλο φόβο και να τον παρεμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής πράξης. Συνεπώς, εμπίπτει στην έννοια αυτή της βίας και η βίαιη απώθηση του υπαλλήλου, η οποία είναι τρόπος ασκήσεως σωματικής βίας. Εξάλλου, Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3794/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κηρύχθηκε αθώα φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (περιπολικού της ΕΛΑΣ) και ένοχη, αντίστασης κατά της αρχής και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τρία έτη. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, εκτίθεται ότι, από τα αναφερόμενα σε αυτή κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: " Στις 5.4.2008 στο διαμέρισμα της κατηγορουμένης που βρίσκεται στον 1ο όροφο πολυόροφης οικοδομής στην Αγία Παρασκευή Αττικής επί της οδού ..., εμφανίσθηκε διαρροή ύδατος από το σύστημα θερμάνσεως της οικοδομής, ίδια δε διαρροή εμφανίσθηκε και στα διαμερίσματα του 2ου και 3ου ορόφου. Όταν η κυρία του διαμερίσματος του 2ου ορόφου Ά. Μ. διαπίστωσε την διαρροή, κάλεσε την άμεση δράση, φοβούμενη ότι λόγω των τεταμένων σχέσεων της με την κατηγορουμένη η τελευταία, για την αντιμετώπιση του προβλήματος, δεν θα συνεργαζόταν μαζί της, ούτε επίσης και με την ένοικο του διαμερίσματος του 3ου ορόφου, Π. Α., με την οποία επίσης η κατηγορουμένη δεν είχε καλές σχέσεις. Περί ώρα 14.20 της αυτής ημέρας, αφίχθησαν στην πολυώροφη οικοδομή οι αστυνομικοί Γ. Γ. και Σ. Φ. και όταν οι ως άνω ένοικοι των διαμερισμάτων του 2ου και 3ου ορόφου της οικοδομής διαμαρτυρήθηκαν στους αστυνομικούς ότι η κατηγορουμένη δεν συνεργαζόταν μαζί τους για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διαρροής, οι αστυνομικοί ζήτησαν από την κατηγορουμένη να προβούν σε έλεγχο της ταυτότητας της, πλην η τελευταία αρνήθηκε, όταν δε οι αστυνομικοί της ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο αστυνομικό τμήμα και να επιβιβασθεί στο περιπολικό αυτή επίσης αρνήθηκε. Στην συνέχεια ο αστυνομικός Γ. Γ. προσπάθησε να την επιβιβάσει στο περιπολικό, αλλά η κατηγορουμένη δυστρόπησε και οργισμένη αντιστάθηκε στην επιβίβαση, προσπαθώντας να απωθήσει τον αστυνομικό. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη προκάλεσε με λακτίσματα φθορές- εκδορές στα καθίσματα και στο εσωτερικό της πίσω δεξιάς πόρτα του περιπολικού .Ενόψει των ανωτέρω η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί αθώα της πράξεως της φθοράς πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος και ένοχη για την πράξη της αντιστάσεως κατά της αρχής, να αναγνωρισθεί, όμως, σε αυτή η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παραγρ. 2ε ΠΚ, διότι αυτή για ικανό χρονικό διάστημα μετά την πράξη της συμπεριφέρθηκε καλά.". Στη συνέχεια η κατηγορούμενη κηρύχθηκε ένοχη του ότι: " Στην Αθήνα την 5/4/2008 α) μεταχειρίσθηκε βία για να εξαναγκάσει την αστυνομική αρχή να παραλείψει νόμιμη πράξη που ανάγονταν στα καθήκοντα της. Συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο όταν οι αστυνομικοί Γ. Γ. και Σ. Φ., που υπηρετούν στην Άμεση Δράση Αττικής και εκτελούσαν εποχούμενη περιπολία, έλαβαν εντολή από το κέντρο της Άμεσης Δράσης να μεταβούν στην οδό ... στην Αγία Παρασκευή για πλημμύρα σε διαμέρισμα και κατά τη διάρκεια της επίλυσης του προβλήματος, προσπάθησαν να συλλάβουν την κατηγορούμενη διότι αρνούνταν να υποβληθεί σε έλεγχο για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας της, αυτή αντιστάθηκε προσπαθώντας να απωθήσει τον Αστυνομικό Γ. Γ., σπρώχνοντας τον προκειμένου να μπει στο δωμάτιο που βρισκόταν δίπλα στο κατάστημα ψιλικών που διατηρεί." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της αντίστασης κατά της αρχής, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 167 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εκτίθενται δε στην απόφαση όλα τα αναγκαία στοιχεία που αιτιολογούν και θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 167 παρ.1 ΠΚ, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, για το εν λόγω έγκλημα προσαπαιτείται η χρήση βίας ή απειλή βίας ή βιαιοπραγία κατά του υπαλλήλου, στην έννοια δε της βίας περιλαμβάνεται τόσον η σωματική όσον και η ψυχολογική αλλά και κάθε είδους ενέργεια, που μπορεί να προκαλέσει στον υπάλληλο φόβο και να τον εμποδίσει στην εκτέλεση της υπηρεσιακής του ενέργειας, στην έννοια δε αυτή της βίας, εμπίπτει και η βίαιη απώθηση και το σπρώξιμο του αστυνομικού υπαλλήλου, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα με σαφήνεια στην απόφαση. Στο άνω αιτιολογικό προσδιορίζεται επαρκώς η νομιμότητα της ενέργειας των αστυνομικών, οι οποίοι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν φιλονικία της κατηγορουμένης με άλλη ένοικο της ίδιας πολυκατοικίας, λόγω πλημύρας υδάτων στο διαμέρισμά της, και λόγω άρνησής της να τους ακολουθήσει και να επιβιβαστεί στο περιπολικό αυτοκίνητο, επιχείρησαν να επιβιβάσουν την αναιρεσείουσα στο περιπολικό αυτοκίνητο, προκειμένου να την οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα, προς διακρίβωση των στοιχείων της ταυτότητας αυτής που ήταν άγνωστη και αυτή αρνήθηκε να δώσει σε σχετική πρόσκλησή τους(νομιμότητα της ενέργειας των αστυνομικών, βρισκόμενη μέσα στον κύκλο της κατά νόμον αρμοδιότητάς τους- άρθρο 157 Οργανισμού Αστυνομίας Πόλεων), χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη διάπραξη αδικήματος για να διακριβώσει η αστυνομία τα στοιχεία ταυτότητας κάποιου πολίτη, ενώ ουδεμία ασάφεια ή αντίφαση προκύπτει από την αναφορά, στο μεν αιτιολογικό ότι " η κατηγορουμένη δυστρόπησε και οργισμένη αντιστάθηκε στην επιβίβαση, προσπαθώντας να απωθήσει τον αστυνομικό κ.λπ.", στο δε διατακτικό ότι "η κατηγορουμένη αντιστάθηκε στην επιβίβαση προσπαθώντας να απωθήσει τον αστυνομικό Γ. Γ., σπρώχνοντάς τον προκειμένου να μπει στο δωμάτιο που βρισκόταν δίπλα στο κατάστημα ψιλικών που διατηρεί". Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ συναφείς λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, πλήττεται η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών απαραδέκτως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ'ακολουθίαν, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 196/23-10- 2014 αίτηση της Χ. Φ. του Λ. για αναίρεση της με αρ. 3794/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα

(250)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2015 . Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2015. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.