← Ελλάδα

ΑΠ 2579/2008 — Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2579 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία συνιστά και η συμπλήρωση κατά το δοκούν υπεύθυνης δήλωσης του Ν. 1599/1986 που φέρει την υπογραφή τρίτου (κατάχρηση υπογραφής). Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ λόγος αναιρέσεως. Είναι αδιάφορο αν το περιεχόμενο του πλαστογραφηθέντος εγγράφου είναι αληθές ή όχι. Απορρίπτεται ως αλυσιτελής ο ίδιος λόγος αναίρεσης. Αριθμός 2579/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κροκίδα, για αναίρεση της με αριθμό 2.532/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγλαΐα Μυλωνοπούλου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Οκτωβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2.028/2007. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, χωρίς να εξετάζεται αν είναι ή όχι αληθές το περιεχόμενο του εγγράφου ή νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης (βλ. σχετ. Ολ.ΑΠ 3/2008). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ1 του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 2.532/2007 απόφασή του δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τα κατά το είδος τους σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στη ..... στις 13.8.2001 ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή επί εντύπου υπευθύνου δηλώσεως του Ν.1599/1986, στην οποία ο εγκαλών είχε θέσει την υπογραφή του, ανέγραψε στην οικεία θέση, χωρίς να έχει σχετική άδεια ή συναίνεση του εγκαλούντος, ότι αυτός (εγκαλών) έλαβε για την προσφερθείσα στην Α αγροτική εργασία ποσό 42.000 δρχ., ώστε να φέρεται ως εξοφληθείσα η σχετική απαίτηση απ' την εργασία αυτή και μετά ταύτα προσκόμισε την εν λόγω δήλωση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Το αναγραφέν ωστόσο επί της άνω δηλώσεως, ότι ο παθών εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες, ήταν ψευδές, γιατί αυτός εργαζόταν ως εργάτης, συναρμολογώντας παλέττες, στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, οι οποίες παλέττες έρχονταν απ' την ..... . Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ'αυτόν αξιοποίνου πράξεως της πλαστογραφίας με χρήση, γιατί αποδεικνύονται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την πράξη αυτή, κατά το αντικειμενικό και υποκειμενικό της στοιχείο, κατά τα αναφερόμενα ειδικώτερα στο διατακτικό. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικό που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του διωκόμενου εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ την οποία εφάρμοσε και την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της ως άνω αξιόποινης πράξης, αρκούσε η αναφορά ότι ο αναιρεσείων ανέγραψε στην οικεία θέση του εντύπου υπεύθυνης δήλωσης του Ν.1599/1986, στο οποίο υπήρχε η υπογραφή του εγκαλούντος, χωρίς τη θέλησή του, ήτοι κατά κατάχρηση της υπογραφής του, ότι έλαβε το σ'αυτή αναφερόμενο ποσό ώστε να φέρεται εξοφληθείσα σχετική απαίτηση του εγκαλούντος, ήτοι γεγονός το οποίο ήταν δυνατό να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση η απόσβεση του δικαιώματος του εγκαλούντος ... οφειλόμενες σ'αυτόν από τον κατηγορούμενο αποδοχές του. Συνακόλουθα ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ, με την αιτίαση ότι οι παραδοχές της δεν θεμελιώνουν την αντικειμενική υπόσταση της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη αξιόποινης πράξης αλλά μόνο της απάτης (άρθρ. 386 παρ. 1 ΠΚ) για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το περιεχόμενο της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αλυσιτελώς προβάλλεται δεδομένου ότι για την θεμελίωση της πλαστογραφίας είναι αδιάφορο αν το πλαστογραφηθέν κείμενο ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ψ και στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.10.2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 2532/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην δικαστική δαπάνη του σε σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων

(500)ευρώ και στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.