Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 258 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αναιρέσεως απαράδεκτο, Αοριστία λόγου αναιρέσεως. Περίληψη: Πότε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Όταν υπό την επίκληση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, βάλλεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου, απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως. Δεν απαιτείται, εις το επικυρούν το πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, η παράθεση του άρθρου του Π.Κ. ΑΡΙΘΜΟΣ 258/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2007 προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...... που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 158/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 210/1.6.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την εμπροθέσμως, προσηκόντως και νομοτύπως ασκηθείσα υπ' αρ. 159/6-12-2006 αίτηση αναίρεσης του ...... κατά του υπ'αρ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από έφεσή του (υπ'αρ. 10/2006) κατά του υπ'αρ. 3209/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμπεται δε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου κακουργημάτων Αθηνών για κακουργηματική απάτη, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Επ' αυτής εκθέτω τα εξής: Με την υπό κρίση αναίρεσή του επικαλείται, γενικά και αόριστα, α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, β) εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης περί απάτης, διότι δεν αποδείχτηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου το απαιτούμενο εκ του νόμου στοιχείο του δόλου και γ) μη αναγραφή στο αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα των σχετικών άρθρων του Π.Κ., για παράβαση των οποίων παραπέμπεται σε δίκη. Η εν λόγω όμως αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι δεν διατυπώνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κάποιο συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, παραθέτοντας απλώς τις διατάξεις του νόμου περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 462, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2 και 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναίρεσης πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Δεν αρκεί όμως απλή αναφορά του λόγου που προβλέπεται από το νόμο, όπως μεταξύ άλλων είναι η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Συγκεκριμένα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, όταν κατ' αρχήν υπάρχει αιτιολογία στο προσβαλλόμενο βούλευμα, πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται, σε σχέση με τις παραδοχές του βουλεύματος, η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία του βουλεύματος ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτού ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστικό συμβούλιο (Α.Π. 2297/2003, 208/2004, Πράξη και Λόγος Π.Δ. 04, σελ. 30-34). Ομοίως ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένα ποια διάταξη παραβιάσθηκε ευθέως ή εμμέσως, ώστε να υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση, πράγμα που συμβαίνει, όπως και επί ελλείψεως αιτιολογίας, επί ασαφούς, μη πλήρους ή αντιφατικής έκθεσης των πραγματικών περιστατικών στο βούλευμα, ώστε να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 252/2004 και 2200/2002, Π.Χ. ΝΓ/762). Εξάλλου, κατ' άρθρ. 463 εδ. α' Κ.Π.Δ., ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα, ενώ κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει ή εναντίον αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, κηρύσσεται αυτό απαράδεκτο. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω εκτεθέντα δεν διευκρινίζεται με την υπό κρίση αίτηση σε τι ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος (Ολομ. Α.Π. 19/2001), καθώς επίσης και σε τι ακριβώς συνίσταται η επικαλούμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κατά τα προαναφερθέντα, η δε άρνηση του δόλου αποτελεί άρνηση υποκειμενικού στοιχείου της κατηγορίας και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ενώ αόριστος είναι επίσης και ο τελευταίος λόγος, που δεν θεμελιώνεται σε καμιά από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στο άρ. 484 ΚΠΔ περιπτώσεις, οι οποίες μπορεί να στοιχειοθετήσουν συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης κατά βουλεύματος. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης κατά του υπ' αρ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, καθώς και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, εφ' όσον δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κανένας συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' άρθρ. 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. ως απαράδεκτη και να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (ΑΠ 1468/1998, ΠΧ ΜΘ/827). Για τους ανωτέρω λόγους Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) Ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αρ. 159/6-12-2006 αίτηση αναίρεσης του ..... κατά του υπ' αρ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του ως άνω αναιρεσείοντος. Αθήνα, 4-5-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Ανδρ. Καίσαρης Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 484 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτόν της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς τους να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διατάξεως που προβλέπει τον λόγον αναιρέσεως, χωρίς αναφορά περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή εις άλλα έγγραφα ή με την άσκηση προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι προϋποθέτουν σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ την ύπαρξη παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως (Ολομ. ΑΠ 2/2002). Ειδικότερα για το ορισμένο του από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, δι' έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 139, πρέπει α) εάν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να διαλαμβάνεται εις τον σχετικόν λόγον, ή ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος και β) εάν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επί πλέον σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα κεφάλαια του βουλεύματος, δεν αντίκειται δε στο τεκμήριο αθωότητος του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., η απαίτησή του να είναι σαφής και ορισμένος ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ' αριθμ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ' αριθμ. 3209/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικασθεί για απάτη από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται διά του πρώτου λόγου της αναιρέσεως αυτής ότι "το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και κατέστη αναιρετέο κατ' άρθρο 464 παρ. 1 περ. δ'" και ουδέν άλλο πέραν αυτού. Ούτως όμως διατυπούμενος ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού δεν αναφέρει εις τι συνίσταται ή απλώς κατά τον ορισμό του νόμου επικαλουμένη έλλειψη αιτιολογίας και προβάλλεται χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα περιστατικά και ουσιαστικές παραδοχές του βουλεύματος. Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' λόγου αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφηρμόσθη στο βούλευμα, πρέπει στην έκθεση να διαλαμβάνεται συγκεκριμένα η ουσιαστική ποινική διάταξη που (φέρεται ότι) παρεβιάσθη, η μορφή της παραβιάσεώς της, η έννοια που εδόθη εις αυτήν από το συμβούλιο κατά την ερμηνεία της ή τα σχετικά πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη το συμβούλιο κατά την γενομένη υπαγωγή τους σ' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αναφέρει κατά λέξη ότι: "το αναιρεσιβαλλόμενο βούλευμα εσφαλμένα εφήρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη περί απάτης και τον παρέπεμψε να δικασθεί για απάτη σε βαθμό κακουργήματος ενώ δεν υπήρξε εκ μέρους του ούτε αποδείχθηκε το εκ του νόμου στοιχείο του δόλου". Ούτως όμως οι επικαλούμενες ως λόγοι αναιρέσεως πλημμέλειες υπό την επίκληση της κακής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της απάτης σε βαθμό κακουργήματος δηλ. άρθρου 386 παρ. 3 β' Π.Κ. βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανελέγκτου περί τα πράγματα κρίσεως του Συμβουλίου και συνεπώς ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος και, εντεύθεν, απορριπτέος. Η διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ που προέβλεπε λόγον αναιρέσεως δια μη παράθεση του σχετικού άρθρου του ποινικού νόμου, κατηργήθη με την παρ. 1 του άρθρου 42 Ν. 3160/2003 (από 30/6/2003). Γι' αυτό και όταν το Συμβούλιο Εφετών, δεχθέν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις προς παραπομπή του κατ/νου εις το ακροατήριον, επεκύρωσε το προσβληθέν δια της εφέσεως πρωτόδικο παραπεμπτικό βούλευμα, του Συμβουλίου Πλημ/κών, δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν οι εφαρμοσθείσες υπό του τελευταίου ποινικές διατάξεις εις το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών. Συνεπώς ο συναφής τρίτος λόγος της κρινομένης αναιρέσεως κατά τον οποίον εις το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν αναγράφονται "τα σχετικά άρθρα του Π.Κ. για παράβαση των οποίων τον παραπέμπει σε δίκη" είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές ποινικές διατάξεις περιέχονται στο πρωτόδικο παραπεμπτικό. Μετά ταύτα, απορριπτομένων όλων των λόγων αναιρέσεως και μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6/12/2006 αίτηση του ..... για αναίρεση του υπ' αριθμ. 744/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.