← Ελλάδα

ΑΠ 2602/2008 — Υπέρβαση εξουσίας, Απόφαση αθωωτική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2602 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπέρβαση εξουσίας, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Έφεση Εισαγγελέως. Πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη στρεφόμενη κατά αθωωτικής αποφάσεως. Πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως και τα περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία και ένεκα των οποίων συντρέχουν τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της πράξεως. Εάν η έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως δεν έχει αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη χωρίς να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως. Η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει την έφεση του Εισαγγελέα ως απαράδεκτη δι’ έλλειψη αιτιολογίας, εξετάσει την ουσία της υποθέσεως και καταδικάσει τον κατηγορούμενο, υπερβαίνει την εξουσία του. Αναιρεί διότι η εισαγγελική έφεση ήτο απαράδεκτη και εφόσον η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής κατ’ άρθρ. 519 ΚΠΔ για νέα συζήτηση. Αριθμός 2602/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων

  1. Χ1,
  2. Χ2 και
  3. Χ3, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της 60191/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορουμένη την Χ
  4. Με πολιτικώς ενάγοντες τους
  5. Ψ1 και
  6. Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις 15 Φεβρουαρίου 2007 τρεις αυτοτελείς αιτήσεις τους καθώς και στα από 30 Μαΐου 2008, τρία αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1265/
  7. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρονται προς κρίση αι από 15-2-2007 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 30-5-2008 πρόσθετοι λόγιο των Χ1, Χ2 και Χ3 κατά της υπ'αριθμ. 60191/2006 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δι'ό και πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συναφείας των. Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ.2 και 498 ΚΠΔ προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει την δήλωση ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικώς, προκειμένου περί εφέσεως του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 486 παρ.3 ΚΠΔ, η οποία προσετέθη με το άρθρο 2 παρ.19 του Ν. 2408/1996 και ισχύει από 4 Ιουνίου 1996 (άρθρο 7 του Νόμου αυτού) "η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση (άρθρο 498), άλλως η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αξιουμένη αιτιολογία της ασκουμένης υπό του Εισαγγελέως εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου και απαιτείται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των λόγων του, δηλαδή πρέπει να εκτίθενται σ'αυτό με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση. 'Όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως, λόγω ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στη σχετική έκθεση, προβαίνει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και στην καταδίκη του κατηγορουμένου, υπερβαίνει την εξουσία του, οπότε ιδρύεται ο υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως. Εξ άλλου οι διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όμως δεν προϋποθέτουν συγκεκριμένους όρους ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Περαιτέρω με την απαγγελία της αθωωτικής αποφάσεως στο ακροατήριο, ο Εισαγγελεύς έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου. Ούτω μέσα στην ικανή προθεσμία των δέκα ημερών από την έκδοση της αποφάσεως (άρθρα 473 παρ.1 και 486 παρ.1 ΚΠΔ) ο Εισαγγελεύς μπορεί αποτελεσματικά να εκτελέσει τα καθήκοντά του και να κρίνει με ασφάλεια αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ή όχι προς άσκηση εφέσεως κατά της αθωωτικής αποφάσεως. Εξ όλων αυτών παρέπεται ότι η άνω διάταξη του άρθρου 486 παρ.3 ΚΠΔ δεν είναι αντίθετη προς τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και τούτο διότι με την απαιτουμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως δεν παραβιάζεται το δικαίωμά του για ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο και για χρηστή (δίκαιη) δίκη, ούτε καταλύεται στην πράξη το δικαίωμα αυτό του εισαγγελέως, με επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες για τους πολιτικώς ενάγοντες, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση κατά αθωωτικής αποφάσεως και να ζητήσουν την καταδίκη του κατηγορουμένου, αλλά υποβάλλουν συνήθως με τους συνηγόρους τους σχετική αίτηση στον αρμόδιο Εισαγγελέα για να την ασκήσει ο τελευταίος αυτός (Ολ.ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εδέχθη τυπικά την υπ'αριθμ. 8253/15-6-2004 έφεση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά της υπ'αριθμ. 8564/2004 αθωωτικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία, αφού εξήτασε την ουσία της υποθέσως, εκήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντας κατηγορουμένους για παράβαση του άρθρου 30 παρ.15 ΝΔ 136/1946, εις ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών έκαστον, την οποία ανέστειλε για τους Χ2 και Χ3 και μετέτρεψε για την Χ
  1. Στην άνω έκθεση εφέσεως του Εισαγγελεώς Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία συνετάγη ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του πρωτοδικείου και την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, για την εξέταση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, αναφέρεται ότι ο άνω εισαγγελεύς ασκεί έφεση κατά της υπ'αριθμ. 85641/8-2-2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν εκηρύχθησαν αθώοι οι αναιρεσείοντες και η Χ4, για παράβαση του άρθρου 30 παρ.15 Ν.Δ 136/1946 σε συνδ. με άρθρο 330 της 14/89 Αγορ. Διατάξεως και ζητεί, κατά πιστήν εδώ μεταφορά (εκ της εφέσεως), "την παραδοχή της παρούσας έφεσης, την εξαφάνιση της απόφασης κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση κατά το μέρος που αφορά τους ανωτέρω κατηγορουμένους την κήρυξη των ως άνω κατηγορουμένων ενόχων της ανωτέρω πράξεως και την καταδίκη αυτών σε ανάλογη ποινή, γιατί δεν έγινε ορθά η εκτίμηση από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης όπως αυτά προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και έτσι κηρύχθηκαν αθώοι οι ως άνω κατηγορουμένοι, ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, προέκυψε ότι στην Αθήνα την 8-11-2002 ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2 ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας "CHICCO B.&N. ΣΚΑΡΜΟΥΤΣΟΣ ΑΕ", η δεύτερη κατηγορουμένη Χ1 ως Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. και ο τρίτος κατηγορούμενος Χ3ς ως Δ/νων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας και η τέταρτη κατηγορουμένη Χ4 ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας "JUMPO A.E.E" κατείχαν και διέθεσαν πιπίλες μάρκας Chicco με κωδικό παραγωγής LOT 0060511 και κωδικό προϊόντος 67243 σε συσκευασία των δύο τεμαχίων οι οποίες ήταν άκρως επικίνδυνες για την σωματική υγεία των βρεφών που θα τις χρησιμοποιούσαν καθώς λόγω της προχειρότατης και όλως ακατάλληλης κατασκευής τους το κομμάτι της πιπίλας από καουτσούκ πολύ εύκολα καθώς το βρέφος τη χρησιμοποιούσε αποκοπτόταν από το υπόλοιπο μέρος της πιπίλας που έμενε εκτός στόματος, με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεσος κίνδυνος να πνιγεί το βρέφος από την κατάποσή του, γεγονός που συνέβη στο μόλις 7 μηνών ανήλικο τέκνο των Ψ1-Ψ
  2. Ο δόλος δε των κατηγορουμένων καταδεικνύεται από το γεγονός ότι παρόλο που ο Ψ1 ενημέρωσε αμέσως τους υπεύθυνους της εταιρείας "JUMPO A.E.E" από όπου αγόρασε την πιπίλα, οι ως άνω κατηγορούμενοι συνέχισαν την διάθεση των προϊόντων αυτών γεγονός που διαπίστωσε ο Ψ1 την 13-11-2002 και 18-11-2002 που επισκέφτηκε το ίδιο κατάστημα "JUMPO". Η αιτιολογία αυτή της εισαγγγελικής εφέσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθ'όσον δεν εκτίθενται σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια οι συγκεκριμένες πραγματικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη αθωωτική απόφαση και επιπλέον τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και ένεκα των οποίων υφίσταται η συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών όρων της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως της αγορανομικής παραβάσεως των κατηγορουμένων, για την οποία, ούτοι έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι και ούτω να δικαιολογείται η άσκηση της εφέσεως' μόνη δε η παράθεση στην έκθεση εφέσεως "των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο", από τις οποίες προκύπτει ενοχή των άνω κατηγορουμένων και, εντεύθεν, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκεί κατά το νόμο για την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της εφέσεως του εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως, αφού δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα άνω αποδεικτικά μέσα την εξενεχθείσα από το ως άνω δικαστήριο κρίση του περί της αθωότητας των εν λόγω κατηγορουμένων. Επομένως το ως Εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με το να δεχθεί ως παραδεκτή την ανωτέρω έφεση και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και να κηρύξει ενόχους τους κατηγορουμένους -νυν αναιρεσείοντας, υπερέβη την εξουσία του. Πρέπει, μετά ταύτα, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός, των προσθέτων, λόγος όλων των εφέσεων, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Η' ΚΠΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Εφ'όσον δε η απόφαση αυτή αναιρείται λόγω του απαραδέκτου της εφέσεως του Εισαγγελέως και η πρωτόδικη απόφαση είναι αθωωτική, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως για νέα συζήτηση κατ'άρθρο 519 ΚΠΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθμ. 60191/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.