← Ελλάδα

ΑΠ 2610/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2610 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική. Περίληψη: Πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση. Απορρίπτει αναίρεση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. ΑΡΙΘΜΟΣ 2610/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 839/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με κατηγορούμενο τον Χ, που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ζήση Κωνσταντίνου και Σταύρο Χούρσογλου. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κατρούγκαλο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 41/29.7.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ελένης Γιαννέλη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1316/

  1. Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ., μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητα, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ν.δ. 57/74), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, είτε όταν δεν αιτιολογεί το Δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά: Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 839/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση. Ως αιτιολογία δε της απαλλακτικής του κρίσης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η μονοπρόσωπη ΕΠΕ "..... ΕΠΕ", της οποίας μοναδικό μέλος και εκπρόσωπος είναι ο κατηγορούμενος, εκμεταλλεύεται στην κοινότητα ..... ένα ξενώνα δυναμικότητας 9 δωματίων, από τα οποία εκμισθώνονται τα 8 και το 9ο διατίθεται για τη διαμονή του προσωπικού. Στο δωμάτιο αυτό διέμενε από την αρχή του 1999 ο μάρτυρας κατηγορίας Α, πρώτος εξάδελφος του κατηγορουμένου, με τον οποίο διατηρούσαν πολύ στενές σχέσεις. Σ' αυτόν ο κατηγορούμενος είχε αναθέσει την εκτέλεση ενός μεγάλου έργου καλλιτεχνικής διακόσμησης του ξενώνα που απαιτούσε την επί μακρό χρόνο συνεχή παρουσία του καλλιτέχνη. Λόγω των στενών σχέσεών τους και την για το ανωτέρω λόγο αναγκαία παρουσία του Α στον ξενώνα, ο εξάδελφός του (κατηγορούμενος) του ανέθετε και πράξεις διευθύνσεως αυτού, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μεταξύ τους σχέση εξαρτημένης εργασίας (βλ. σχετικές αποφάσεις ΕφΛαρ 893/2005 και ΑΠ 542/2008) διότι ο ίδιος έλειπε συχνά σε επαγγελματικά ταξίδια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μετά από λίγο χρονικό διάστημα ο Α επέβαλε τη διαμονή στο ίδιο δωμάτιο και της συντρόφου του Ψ (πολιτικώς ενάγουσας), με την οποία διατηρούσε από καιρό σχέσεις. Ετσι μεταξύ των τριών αυτών προσώπων (κατηγορουμένου, Α και πολιτικώς ενάγουσας) αναπτύχθηκε μία στενή σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης. Την ίδια εποχή, η προαναφερόμενη εταιρία του κατηγορουμένου είχε ενταχθεί σε ένα επιδοτούμενο πρόγραμμα του Ο.Α.Ε.Δ. διαρκείας 18 μηνών για μία θέση καμαριέρας. Στη θέση αυτή είχε προσληφθεί νόμιμα η Β, η οποία όμως για λόγους δικούς της αποχώρησε ξαφνικά από τη θέση της το Σεπτέμβριο
  2. Υπήρχε, λοιπόν, κίνδυνος να ακυρωθεί η επιδότηση της θέσεως αυτής από τον ΟΑΕΔ (ποσού 5.000 δρχ. ημερησίως) εάν εντός μίας σύντομης προθεσμίας δεν προσλαμβάνονταν άλλος μισθωτός στη θέση αυτή. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ανεύρει εμπρόθεσμα αντικαταστάτη, για να μη χάσει την επιδότηση, ζήτησε - ενόψει των ανωτέρω σχέσεών τους - από το ζευγάρι Α και πολιτικώς ενάγουσας να δεχτεί η τελευταία να εμφανιστεί εικονικά προς τον ΟΑΕΔ ότι έχει προσληφθεί και εργάζεται ως καμαριέρα. Η πολιτικώς ενάγουσα δέχθηκε και υπέγραψε την 29.9.1999 τα σχετικά έγγραφα και δικαιολογητικά για την (εικονική και φυσικά απατηλή) πρόσληψή της δήθεν ως καμαριέρας από την εταιρία του κατηγορουμένου, προκειμένου ο τελευταίος να επιτύχει τον ανωτέρω σκοπό. Μάλιστα η πολιτικώς ενάγουσα φρόντισε και έλαβε από τον ΟΑΕΔ και "κάρτα ανεργίας", παρότι δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις, διότι νόμιμο προαπαιτούμενο για την επιδότηση ήταν να πρόκειται για πρόσληψη ανέργου. Ετσι "εντάχθηκε" η πολιτικώς ενάγουσα στο ανωτέρω πρόγραμμα, συνεργώντας στην εξαπάτηση του Ο.Α.Ε.Δ., που ενέκρινε την πρόσληψή της στο επιδοτούμενο πρόγραμμα. Δέχτηκε (η πολιτικώς ενάγουσα) τη συμβολή της αυτή στην εξαπάτηση του ΟΑΕΔ όχι μόνο χάριν των ανωτέρω σχέσεών τους, αλλά και γιατί έτσι εξασφάλιζε ασφαλιστική κάλυψη για το χρόνο που θα διαρκούσε το πρόγραμμα της δήθεν της εργασίας της. Η ίδια φυσικά ουδέποτε εργάστηκε ως καμαριέρα. Εξακολουθούσε να παραμένει στο ίδιο με το σύντροφό της δωμάτιο του ξενώνα και ανάλογα με τις περιστάσεις προσέφερε ποικίλες και χρήσιμες υπηρεσίες στη λειτουργία του ξενώνα (λ.χ. τηλεφωνικές κρατήσεις, προσφορά καφέ κ.α.), παράλληλα με το σύντροφό της που και αυτός αναπλήρωνε τον εξάδελφό του κατά καιρούς στη διεύθυνση του ξενώνα. Η ίδια, βέβαια, υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα είχε προσληφθεί από την εταιρία του κατηγορουμένου ήδη από την 1.4.1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πρόσφερε τις υπηρεσίες υπαλλήλου υποδοχής αντί των νομίμων αποδοχών, εργαζόμενη μάλιστα διπλή βάρδια. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η παροχή των υπηρεσιών αυτών διάρκεσε από 1.4.1999 μέχρι 5.3.2001 που η ίδια κατάγγειλε τη σύμβαση, δηλαδή επί 23 μήνες, χωρίς ωστόσο να λάβει ούτε ένα μισθό. Μάλιστα για τις αξιώσεις της αυτές άσκησε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Εφετείου Λάρισας. Ανεξάρτητα, όμως, από τη βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών της αυτών (πράγμα που αφορά την ανωτέρω αγωγή της και θα κριθεί από τα πολιτικά δικαστήρια), είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η ένταξη της πολιτικώς ενάγουσας στο προαναφερόμενο επιδοτούμενο πρόγραμμα ήταν εικονική και απατηλή, έγινε δε με την απόλυτη συναίνεσή της για το σκοπό και τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν. Αυτό, άλλωστε, το συνομολογεί και η ίδια. Ενώ, λοιπόν, το πρόγραμμα "λειτουργούσε" με τη συναίνεσή της, την 9.1.2001, χρόνο κατά τον οποίο οι σχέσεις των τριών προσώπων εξακολουθούσαν να είναι άριστες και αυτοί αγαπημένοι (τα Χριστούγεννα έκαναν από κοινού "ρεβεγιόν" και η διάρρηξη των σχέσεών τους άρχισε το Μάρτιο 2001), το λογιστικό γραφείο που εξυπηρετούσε την εταιρία του κατηγορουμένου, δηλαδή το γραφείο του μάρτυρα Γ, συνέταξε τα αναγκαία για την είσπραξη (από την εταιρία) της επιδοτήσεως από τον ΟΑΕΔ της θέσεως που δήθεν είχε η πολιτικώς ενάγουσα. Συγκεκριμένα, επί εντύπων εγγράφων που φέρουν τον τίτλο "ΕΝΤΥΠΟ Β' κατάσταση μισθωτών που επιδοτήθηκαν", τα οποία η εργοδότρια εταιρία απηύθυνε προς την υπηρεσία του ΟΑΕΔ Βόλου, ανέγραψε στο μεν πρώτο τα εξής: "ως ονοματεπώνυμο μισθωτού Ψ, ως χρονολογία γέννησης 1975, ως χρονολογία πρόσληψης 29-9-09, πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια κατά μήνα Σεπτέμβριο 2, ως ποσό ημερήσιας επιχορήγησης 5.000 δρχ., ως ποσό που καταβάλει ο ΟΑΕΔ 10.000 δρχ. και ως σύνολο ακαθάριστων αποδοχών 15492 δρχ.". Στο δε δεύτερο τα εξής: "ως ονοματεπώνυμο μισθωτού Ψ, ως χρονολογία γέννησης 1975, ως ειδικότητα Καμαριέρα, ως χρονολογία πρόσληψης 29-9-2000, πραγματοποιηθέντα ημερομίσθια ΟΚΤ. 25, ΝΟΕ 25, ΔΕΚ 25, ως σύνολο ημερών επιχορήγησης 75, ως ποσό ημερήσιας επιχορήγησης 5.000, ως ποσό που καταβάλει ο ΟΑΕΔ 375.000, ως σύνολο ακαθάριστων αποδοχών 622.761". Δηλαδή η εργοδότρια εταιρία δήλωνε στον ΟΑΕΔ τα στοιχεία του επιδοτούμενου εργαζομένου για τα δύο αυτά τρίμηνα. Φυσικά για τις δηλώσεις αυτές του εργοδότη, ανεξάρτητα από το ψευδές και απατηλό του περιεχομένου τους, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πλαστογραφία γιατί αποτελούν δηλώσεις του εργοδότη και όχι της "εργαζόμενης" και δεν υπογράφονται από αυτήν. Ωστόσο, αναγκαίο δικαιολογητικό για την είσπραξη της επιδοτήσεως ήταν η εξοφλητική απόδειξη ή δήλωση της "εργαζόμενης" ότι απασχολήθηκε πράγματι και έλαβε το μισθό της για το ενδιαφέρον διάστημα. Γι' αυτό στα ανωτέρω έντυπα, δίπλα από τα στοιχεία του μισθωτού, υπήρχε έντυπη δήλωση με περιεχόμενο "Δηλώνω υπεύθυνα ότι απασχολήθηκα και πληρώθηκαν για το διάστημα για το οποίο ζητείται η επιχορήγηση". Κάτω από το κείμενο αυτό υπήρχε η υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας, για την οποία αυτή υποστηρίζει ότι είναι πλαστή και σε κάθε περίπτωση ότι τέθηκε χωρίς την εξουσιοδότησή της, αποδίδοντας την πλαστογραφία στον κατηγορούμενο. Ωστόσο, από τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διεξήχθη, τις καταθέσεις των γραφολόγων μαρτύρων με ειδικές γνώσεις (της ..... στον πρώτο βαθμό και ..... στον παρόντα βαθμό), προέκυψαν τα ακόλουθα: Είναι βέβαιο ότι οι υπογραφές δεν είναι γνήσιες της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά ούτε και έχουν τεθεί δια χειρός του κατηγορουμένου, ο οποίος βέβαια τις χρησιμοποίησε για τον προαναφερόμενο ιδιοτελή σκοπό του. Το δικαστήριο δέχεται ως βάσιμο το συμπέρασμα των ανωτέρω ειδικών ότι οι υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκαν από το ίδιο χέρι που συμπλήρωσε και τα στοιχεία της "εργαζόμενης" στα δύο αυτά έντυπα και στις οπίσθιες όψεις των σελίδων του βιβλιαρίου αγοράς ενσήμων της επιχείρησης. Αν λάβει κανείς υπόψη ότι αυτά αποτελούσαν έργο του λογιστικού γραφείου που υποστήριζε την εταιρία του κατηγορουμένου, καταλήγει αβίαστα στο περαιτέρω συμπέρασμα ότι τα επίμαχα έντυπα και οι υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκαν από άνθρωπο του λογιστικού γραφείου είτε από υπάλληλο είτε από τον ίδιο τον λογιστή Γ. Ο τελευταίος, για να αποφύγει τις όποιες ευθύνες του, συσκοτίζει την αλήθεια υποστηρίζοντας άλλοτε ότι τα συμπλήρωσε κάποια υπάλληλός του "....." και άλλοτε ότι τα άφησε στο ξενώνα και τα συμπλήρωσαν ο κατηγορούμενος η άλλοι αντ' αυτού άνθρωποί του. Η αλήθεια, όμως, είναι αυτή που ήδη εκτέθηκε: Οι υπογραφές της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκαν από το ίδιο χέρι που συμπλήρωσε τα στοιχεία της "εργαζόμενης" στα δύο αυτά έντυπα και το πιθανότερο είναι από τον ίδιο το λογιστή Γ. Φυσικά ο τελευταίος δεν ενήργησε αυθαίρετα και χωρίς την άδεια του κατηγορουμένου, αφού ο τελευταίος του είχε αναθέσει τη διεκπεραίωση του έργου από την αρχή μέχρι το τέλος του, δηλαδή πλήρη τη διαδικασία υποστηρίξεως της εντάξεως του εταιρικού ξενώνα στο επιδοτούμενο πρόγραμμα του ΟΑΕΔ. Αρα όχι μόνο την αναγγελία της πρόσληψης μισθωτού, αλλά και την είσπραξη της επιδοτήσεως. Το ζητούμενο και κρίσιμο είναι αν η πολιτικώς ενάγουσα συναινούσε ή όχι για τη θέση (από τον κατηγορούμενο ιδιοχείρως ή μέσω του λογιστή κατ' εντολήν του) της υπογραφής της κάτω από τις δύο αυτές δηλώσεις περί εξοφλήσεως των "μισθών" της του ενδιαφέροντος διαστήματος. Αν, λοιπόν, λάβει κανείς υπόψη του όσα ήδη εκτέθηκαν, δηλαδή ότι α) η πολιτικώς ενάγουσα την 29.9.1999 συναίνεσε και υπέγραψε ως δήθεν προσληφθείσα καμαριέρα του ξενώνα, συνεργώντας στην εξαπάτηση του ΟΑΕΔ, β) αποδέχθηκε την (λόγω της εικονικής πρόσληψης) ασφάλισής της ως καμαριέρα στο ΙΚΑ για όλο το διάστημα του προγράμματος, γ) μέχρι την 5.3.2001 ζούσε στο ξενώνα του κατηγορουμένου στο ίδιο δωμάτιο με τον εξάδελφό του, δ) μέχρι την 9.1.2001, που ο λογιστής υπέβαλε για λογαριασμό της εταιρίας του κατηγορουμένου τις επίμαχες δηλώσεις στον ΟΑΕΔ, είχε πολύ καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και σε κάθε περίπτωση δεν είχε εκδηλώσει σ' αυτόν με φανερό τρόπο την πρόθεσή της να μη συμμετέχει πλέον στην εξαπάτηση του ΟΑΕΔ που τελικό σκοπό είχε την ανά τρίμηνο είσπραξη της επιδοτήσεως, συνάγεται το συμπέρασμα ότι τουλάχιστον μέχρι και την 9.1.2001 συναινούσε σε ο,τιδήποτε συντελούσε στην προώθηση του σκοπού της εισπράξεως της επιδοτήσεως, άρα και της θέσεως της υπογραφής της ως δήθεν λαβούσας τους σχετικούς "μισθούς" της. Διότι, όποιος από την αρχή συναινεί για ένα πρόγραμμα με διάρκεια, αν με κάποιο τρόπο δεν εξωτερικεύσει στο μεσοδιάστημα την άρση της συναίνεσής του, εξακολουθεί να συναινεί και για κάθε μερικότερο μέτρο που πρέπει να ληφθεί για την προώθηση του επιδιωκόμενου σκοπού. Συνεπώς ο κατηγορούμενος, όταν έδωσε εντολή στο λογιστή του να θέσει αντ' αυτού την υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας στις επίμαχες δηλώσεις, είχε απαρχής εκπεφρασμένη τη συναίνεσή της για κάτι τέτοιο και σε κάθε περίπτωση εύλογα πίστευε ότι εξακολουθούσε να έχει τη συναίνεσή της, αφού ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε το αντίθετο. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η υπογραφή της πολιτικώς ενάγουσας τέθηκε από το λογιστή κατ' απομίμηση και όχι με απλή μονογραφή, αφού ο τρόπος θέσεως της υπογραφής και το είδος αυτής αποφασίσθηκε τυχαία από το λογιστή και δεν καταργεί την συναίνεση της υπογράφουσας. Ούτε είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι, αφού η πολιτικώς ενάγουσα δεν είχε ακόμη πληρωθεί, δεν θα συναινούσε στη αντ' αυτής θέση της υπογραφής, διότι από τη θέση της καμαριέρας δεν διατηρούσε αξίωση μισθών αφού η πρόσληψη ήταν εικονική, ενώ από την θέση της υπαλλήλου υποδοχής, και από την εκδοχή ότι παρείχε τέτοιες υπηρεσίες με καθεστώς εξάρτησης, εξακολουθούσε λόγω των καλών σχέσεων να μη τους αναζητεί και να παρέχει πίστωση χρόνου στον κατηγορούμενο. Επίσης, χωρίς ιδιαίτερη αξιολόγηση είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε τις φερόμενες ως πλαστές δηλώσεις εξοφλήσεως στην πολιτική δίκη του πρώτου βαθμού. Η δίκη εκείνη αφορούσε μισθούς από άλλη σύμβαση (υπαλλήλου υποδοχής) και η επίκλησή τους θα ήταν αλυσιτελής, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν είχε κανένα συμφέρον να τις επικαλεστεί αφού έτσι θα ομολογούσε απάτη σε βάρος του ΟΑΕΔ. Ας σημειωθεί ότι τελικά ο κατηγορούμενος δεν εισέπραξε καμία επιδότηση από τον ΟΑΕΔ και έτσι δεν υπήρξε ζημία αυτού, το δε ζήτημα ανακινήθηκε από την πολιτικώς ενάγουσα με μήνυσή της δύο έτη αργότερα, όταν οι σχέσεις αυτής και του συντρόφου της με τον κατηγορούμενο είχαν διαρραγεί και οξυνθεί με αντιδικίες. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν τέλεσε το αδίκημα της πλαστογραφίας που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί αθώος διότι δεν διαπράττει πλαστογραφία (άρα ούτε και χρήση πλαστού) αυτός που είτε ο ίδιος είτε μέσω άλλου συμπληρώνει έγγραφο ύστερα από εντολή του εκδότη του ή με συναίνεση αυτού (ενδεικτικά ΑΠ 623/1986 ΠοινΧρ ΛΣΤ σελ. 702)". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε και με τα οποία αιτιολογείται πλήρως, γιατί το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι η πολιτικώς ενάγουσα, έχοντας συναινέσει στο να εμφανισθεί εικονικά στον Ο.Α.Ε.Δ. ότι είχε προσληφθεί και εργάζονταν ως καμαριέρα στην επιχείρηση του κατηγορουμένου, προκειμένου να μη χαθεί η χορηγούμενη από τον ως άνω Οργανισμό επιδότηση και μάλιστα, για το σκοπό αυτό (εξαπάτηση Ο.Α.Ε.Δ.), η ίδια η πολιτικώς ενάγουσα είχε υπογράψει τη δήθεν πρόσληψή της και είχε αποδεχθεί την (λόγω εικονικής πρόσληψης) ασφάλισή της στο Ι.Κ.Α., στη συνέχεια, για την ευόδωση του ως άνω σκοπού, συναίνεσε στο να τεθεί η υπογραφή της και στις υπεύθυνες δηλώσεις που συνόδευαν τα έντυπα για την είσπραξη της επιδότησης από τον Ο.Α.Ε.Δ. Επίσης, πλήρως αιτιολογείται, γιατί η συναίνεση της πολιτικώς ενάγουσας δεν εξαντλήθηκε μόνο στη φερόμενη πρόσληψή της ως καμαριέρας και στη λήψη κάρτας ασφάλισης από το Ι.Κ.Α., αλλά επεκτάθηκε και στην υπογραφή των δηλώσεων που συνόδευαν τα έντυπα για την είσπραξη της επιδότησης. Προς το σκοπό δε αυτό, στην ενίσχυση δηλαδή της εξανεχθείσας κρίσης ότι η πολιτικώς ενάγουσα συναινούσε στο να τεθεί η υπογραφή της ή ότι, σε κάθε περίπτωση, μετέπειτα, μετά δηλαδή την αρχική εκδήλωση της συναίνεσης, εύλογα πίστευε ο κατηγορούμενος ότι η συναίνεση αυτή εξακολουθούσε να ισχύει και για την υποβολή των εντύπων προς τον Ο.Α.Ε.Δ., άνευ της οποίας μάλιστα οι προηγηθείσες ενέργειες, θα ήταν άσκοπες, διότι έτσι δεν θα ήταν δυνατή η είσπραξη της επιδότησης, αναφέρονται πρόσθετα στοιχεία, όπως οι καλές σχέσεις των διαδίκων, οι από κοινού ψυχαγωγικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων του 2000, καθώς και η μόνιμη παραμονή της πολιτικώς ενάγουσας σε δωμάτιο του ξενώνα της επιχείρησης του κατηγορουμένου. Εφόσον, λοιπόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλήρως αιτιολογείται, ότι οι υπογραφές στα έντυπα που απευθύνθηκαν στην υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ., δεν ήταν μεν της πολιτικώς ενάγουσας (δεν τέθηκαν δια χειρός της), πλην, όμως, αυτές τέθηκαν έπειτα από συναίνεση της τελευταίας και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η άδικη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως και η ένδικη αίτηση αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 41/2008 αίτηση του Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 839/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Δεκεμβρίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.