Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2614 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Περίληψη: Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος. Πλαστογραφία με χρήση. Απορρίπτει το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, με τις αβάσιμες αιτιάσεις ότι το σκεπτικό είναι αντιγραφή του διατακτικού και ότι δεν αιτιολογείται ο σκοπός του δράστη στη διάπραξη των ως άνω αξιοποίνων πράξεων και τέλος ότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις. Αριθμός 2614/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπαταγιάννη, για αναίρεση της με αριθμό 3.081/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.118/2007 Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, όταν δεν εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης υπ' αρ. 3.081/2007 αποφάσεως, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύει, εκήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αδίκων πράξεων α) της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και β) της πλαστογραφίας με χρήση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ
(18)μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, δεχθέν ειδικότερα, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος, στην ... στις 3-4/1/2001, αφού είχε παραλάβει στην κατοχή του από τον πρωτόδικα συγκατηγορούμενό του Θ την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, που συρόταν από τον υπ' αριθμό ... λογαριασμό που ανήκε στον εγκαλούντα Ψ, η οποία ήταν λευκή και ασυμπλήρωτη ως προς όλα τα μη έντυπα στοιχεία της, συμπλήρωσε αυτή ως προς τα μη έντυπα αυτά στοιχεία της, χωρίς σχετικό δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεση του νόμιμου δικαιούχου αυτής - κυρίου, Ψ και συγκεκριμένα, έθεσε ως τόπο εκδόσεως αυτής τη ..., ως χρόνο εκδόσεως την 10.5.2001, σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία ".... Ο.Ε.", ως πληρωτέο ποσό 8.102.000 δραχμές, ενώ στη θέση του εκδότη έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του νόμιμου δικαιούχου, εγκαλούντος, καθώς και σφραγίδα με τα στοιχεία "Ψ και στη συνέχεια έκανε χρήση της πλαστής αυτής επιταγής, παραδίδοντάς την στον μάρτυρα Ζ, προκειμένου να εξοφλήσει εμπορικές του οφειλές, με σκοπό να τον παραπλανήσει ως προς τη γνησιότητα και τη δήθεν νόμιμη κυκλοφορία αυτής. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, αποδεικνύεται ότι η ως άνω επιταγή προερχόταν από μπλόκ επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο είχε αφαιρέσει προηγουμένως ο συγκατηγορούμενός του πρωτόδικα Θ από το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του εγκαλού-ντος Ψ, μαζί με άλλα κινητά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, παρέλαβε δε την επιταγή αυτή από τον ως άνω συγκατηγορούμενό του τελώντας εν γνώσει ότι αυτή ήταν προϊόν κλοπής. Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, απολογούμενος πρωτόδικα, ισχυρίσθηκε ότι παρακλήθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες Φ και τον πατέρα της Ζ να παραλάβει την εν λόγω επιταγή από τον συγκατηγορούμενό του, για να τον διευκολύνει απλώς, όπως και έγινε και ότι ουδεμία οικονομική (επαγγελματική) συναλλαγή είχε με τον Ζ. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός αναιρείται από τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, οι οποίοι, αν και προσπάθησαν τόσο πρωτόδικα, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου να απαλλάξουν τον κατηγορούμενο των κατηγοριών που του αποδίδονται, παραποιώντας τις προανακριτικές καταθέσεις τους, σε τρόπο ώστε να εκκρεμεί εναντίον τους ποινική δίωξη για το αδίκημα της ψευδορκίας, καταθέτουν ότι δεν γνώριζαν τον Θ και ότι στον τελευταίο (Σκοπιανό) πώλησαν εμπορεύματα με τη μεσολάβηση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ο οποίος, τελικά, τους κατέβαλε το ποσό της επιταγής. Αλλά και πάλι η Φ, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι με τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο είχαν οικονομικές συναλλαγές και ότι όσα είπε στην Ασφάλεια, στην Αστυνομία στη Λάρισα (τελείως διαφορετικά από τα κατατεθέντα απ' αυτά στο Δικαστήρια) είναι αλήθεια, προσπαθώντας να διορθώσει τα αδιόρθωτα. Τα παραπάνω αποδειχθέντα και δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και πρέπει, ενόψει της σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως βεβαιότητας για την αλήθεια των κατηγοριών, να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος και της πλαστογραφίας με χρήση, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 324 παρ. 1 και 216 παρ. 1α του Π.Κ. που εφάρμοσε. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, α) παρατίθενται στην απόφαση περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αξιόποινη προέλευση της υπ' αυτού παραληφθείσας από τον Θ και στη συνέχεια συμπληρωθείσας παρανόμως από τον ίδιο υπ' αρ. 7187526-3 επιταγής και β) προσδιορίζεται επίσης επαρκώς ο σκοπός του αναιρεσείοντος να παραπλανήσει με τη χρήση της κατά τα άνω πλαστής επιταγής τον Ζ, αναφορικά με τη γνησιότητα αυτής και τη δήθεν νόμιμη κυκλοφορία της. Προσθέτως, με βεβαιότητα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του: α) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... και β) τις από 13.7.2001 τρείς υπεύθυνες δηλώσεις, οι οποίες αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και τα οποία (ένορκη κατάθεση και υπεύθυνες δηλώσεις) συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, παρότι αυτά δεν εξαίρονται ειδικώς στην απόφαση. Συνεπώς, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος, και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. 235/2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αρ. 3.081/2007 αποφάσεως του Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι
(220)Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου
- Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ