← Ελλάδα

ΑΠ 2633/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2633 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Απόρριψη έφεσης ως απαράδεκτης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης. Απορρίπτει αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προηγείται η έρευνα του τύποις παραδεκτού της έφεσης και μετέπειτα επακολουθεί η ουσιαστική έρευνα. Αριθμός 2633/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της 862/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 828/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων και όταν ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατά δε της απόφασης που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στις διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη αιτιολογίας, με την προϋπόθεση ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο λόγω εκπρόθεσμης άσκησής του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο της επίδοσης στον εκκαλούντα της προσβαλλομένης με την έφεση απόφασης και εκείνου της άσκησης αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επίδοσης, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επίδοσης ή ανωτέρας βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία (του άρθρου 473 παρ.1 ΚΠΔ), οπότε, η αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ποιν.Ολομ. ΑΠ 6 και 7/1994, 4/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 862/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η δίκη κατά την οποία ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο βάση πληρεξουσίου, με αυτήν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 22-2-2006 έφεσή του κατά της υπ'αριθ. 472/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς, με την οποία είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλάκισης ένδεκα

(11)μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, της χρήσης πλαστών εγγράφων και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως κατ'εξακολούθηση. 'Όπως, περαιτέρω προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και συγκεκριμένα του περιεχομένου της ως άνω έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης, ερήμην του εκδοθείσας, καταδικαστικής απόφασης, αυτός, προκειμένου να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο του ως άνω ένδικου μέσου, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι, ναι μεν του επεδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (προφανώς εννοώντας στη διεύθυνση που ο ίδιος είχε δηλώσει κατά το στάδιο της προδικσίας και στη συνέχεια ακολουθήθηκε η διαδικασία του άρθρου 156 ΚΠΔ) πλην, όμως, η επίδοση αυτή ήταν άκυρη, διότι η απόφαση ήταν συντεταγμένη στην Ελληνική γλώσσα, την οποία αυτός δεν γνώριζε, καθόσον ομιλεί και κατανοεί μόνο τη Ρωσική γλώσσα. Ως αιτιολογία για την απόρριψη της ρηθείσας έφεσης η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε τα εξής: "ο κατηγορούμενος δικάσθηκε ερήμην και με την υπ'αριθ. 472/4-5-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης ένδεκα
(11)μηνών. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 28-9-2004 ως αγνώστου διαμονής, όπως αυτό προκύπτει από το από 28-9-2004 αποδεικτικό επιδόσεως του αστυφύλακα ..... που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του αποδεικτικού αυτού επιδόσεως προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος, προκειμένου να γίνει προς αυτόν η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, αναζητήθηκε από τον πιο πάνω αστυφύλακα στον τόπο της κατοικίας που είχε δηλώσει κατά την προδικασία ο ίδιος (κατηγορούμενος) (οδός .....). Αυτός (κατηγορούμενος) απουσίαζε απ'αυτήν (διεύθυνση κατοικιας του) και η διαμονή του ήταν άγνωστη, δεν βρέθηκε δε σύζυγος, γονείς ή αδέλφια ή άλλοι συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό. Γι'αυτό ο επιδίδων αστυφύλακας, κατ'εφαρμογή του άρθρου 156 παρ.2 ΚΠΔ, επέδωσε την ανωτέρω απόφαση στο δημοτικό υπάλληλο του Δήμου ..... που ορίσθηκε από το Δήμαρχο Κιλκίς για το σκοπό αυτό. Ο υπάλληλος αυτός, Α, κλητήρας του Δήμου, του οποίου τα στοιχεία αναγράφονται στο πιο πάνω αποδεικτικό επιδόσεως, προέβη σε νομότυπη τοιχοκόλληση της επιδοθείσης σ'αυτόν αποφάσεως, όπως αυτό προκύπτει από την από 28-9-2004 βεβαίωση τοιχοκόλλησης αυτού που υπάρχει στη δικογραφία και αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η από παραδρομή μη διαγραφή της φράσεως "στον Δήμαρχο του Δήμου" αφού η επίδοση έγινε στον αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, δεν επέγεται ακυρότητα, όπως δεν επάγεται ακυρότητα και η από προφανή παραδρομή μη διαγραφή των εντύπων φράσεων του αποδεικτικούν επίδοσης, που δεν έχουν σχέση με τον συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω εγκύρως στον κατηγορούμενο επιδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως άγνωστης διαμονής, αφού συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις. 'Αλλωστε, ο κατηγορούμενος, σε κανένα σημείο του δικογράφου της εφέσεως δεν επικαλείται ότι η επίδοση προς αυτόν της πρωτόδικης απόφασης ακύρως έγινε ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής. Η μόνη ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως την οποία επικαλετίαι ο κατηγορούμενος με την έφεσή του είναι ότι η απόφαση αυτή του επιδόθηκε γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα, χωρίς μετάφραση στη Ρωσική γλώσσα, την οποία και μόνο γνωρίζει αυτός. Ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου (περί άγνοιας της Ελληνικής γλώσσας) δεν αποδείχθηκε βάσιμα στην ουσία του. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα και μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της επιδοθείσης σ'αυτόν αποφάσεως. Αυτό προκύπτει: α) από τα αναγνωστέα έγγραφα, δηλαδή τις από 20-1-1999 δύο και από 2-4-1999 μία, υπογεγραμμένες από τον ίδιο και απευθυνόμενες προς τη Νομαρχία Κιλκίς τρεις
(3)συνολικά αιτήσεις για καθορισμό Ελληνικής ιθαγένειας, εγγραφή στο μητρώον αρρένων και έκδοση διαβατηρίου, που φέρονται να γράφονται ή συμπληρώνονται δια χειρός του, φέρουν ελληνικά στοιχεία, πράγμα που σημαίνει ότι αυτός γνώριζε το περιεχόμενο του κειμένου και το υπέγραφε ο ίδιος. Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος γνώριζε την ελληνική γλώσσα συνάγεται και από το γεγονός ότι αυτός διέμενε στην Ελλάδα από το έτος 1991 (βλ. κατάθεση μάρτυρα Β) και δεν μπορεί επί 13 χρόνια να μη έχει μάθει την Ελληνική γλώσσα, πολύ περισσότερο που είναι ομογενής (η μητέρα του είναι πόντια) και θα ήταν παράδοξο να μη γνωρίζει την ελληνική γλώσσα κάποιος που μένει στην Ελλάδα 12-13 χρόνια και ζητεί να αποκτήσει την Ελληνική Ιθαγένεια και Ελληνικό διαβατήριο. Επομένως, όλοι οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί του αντιθέτου είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Συνεπώς, αφού η επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εγκύρως στις 28-9-2004 η κρινόμενη έφεση, που ασκήθηκε στις 22-2-2006, είναι εκπρόθεσμη και πρέπει γι'αυτό να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά τα ανωτέρω". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την αιτίαση ακυρότητας της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία ήταν συντεταγμένη στην ελληνική γλώσσα και όχι στη ρωσική, διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη, πείσθηκε απόλυτα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ελληνική γλώσσα και ως εκ τούτου το περιεχόμενο της κοινοποιηθείσας σ'αυτόν απόφασης και συνεπώς, ήταν σε θέση, να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι δεν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για το σχηματισμό της εξανεχθείσας κρίσης, αφού στο σκεπτικό της γίνεται μνεία, τόσο των αναγνωσθέντων εγγράφων όσο και της ένορκης κατάθεσης του μοναδικού μάρτυρα που εξετάσθηκε Β, το ότι δε εξαίρονται ορισμένα έγγραφα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα. Δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει το Εφετείο στον περιεχόμενο στην έφεση ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το κλητήριο θέσπισμα που του επιδόθηκε ήταν άκυρο, διότι ήταν συντεταγμένο στην Ελληνική γλώσσα και όχι στη ρωσική που αυτός γνώριζε, αφού προηγείται πάντοτε το τύποις παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης, όπως συνέβη εν προκειμένω, που απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, συνεπεία εκπρόθεσμης άσκησής της. Συνεπώς, ο μοναδικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ'αριθ. 13/2007 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 862/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2008.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.