← Ελλάδα

ΑΠ 2640/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2640 / 2008 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Ερήμην. Απόρριψη αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. 1) η απόφαση που απορρίπτει την έφεση δεν είναι καταδικαστική. 2) ο λόγος που αφορά την μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό δεν είναι παραδεκτός. Αριθμός 2640/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ, που δεν παρέστη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκαν με τις αποφάσεις 248/1997 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 966/1990 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών και το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με τις ως άνω αποφάσεις του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτές, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2008. Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 117/11.03.2008 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω στο Συμβούλιό σας την από 19-11-2007 αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας του κρατουμένου των Φυλακών Αλικαρνασσού Χ και εκθέτω τα εξής: Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι απαράδεκτη, εφ' όσον στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης (ΑΠ 1656/2000 Ποιν. Χρ. ΝΑ. 717). Ως καταδικαστική χαρακτηρίζεται η απόφαση με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητικής της ελευθερίας ή χρηματική (ΑΠ 51/2003 Ποιν. Χρ. ΝΓ. 896). Δεν θεωρείται καταδικαστική απόφαση εκείνη με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως (ΑΠ 302/2000 Ποιν. Χρ. Ν. 887, ΑΠ 161/2006). Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής βαρύτερο έγκλημα υπάρχει, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξης και μεταβάλλεται το είδος της, όχι όμως και όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου, λόγω νέων κριτηρίων για την εκτίμηση της προσωπικότητάς του ή λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής (βλ. ΑΠ 84/2006). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο γίνεται δεκτό ότι δεν προβάλλεται παραδεκτώς ως λόγος επανάληψης διαδικασίας, το γεγονός ότι ο καταδικασθείς, κατά τον χρόνο τέλεσης βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένου καταλογισμού (βλ. ΑΠ 439/1976 Ποιν. Χρον. ΚΣΤ' 828). ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται, σύμφωνα με το περιεχόμενο της "....η επανάληψη της διαδικασίας της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που αντιστοιχεί εις την 966/90 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και δια επανάληψη της διαδικασίας της 966/90 Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Τα νέα στοιχεία που σας προσκομίζω είναι οι επισυναπτόμενες ιατρικές γνωματεύσεις, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να τύχω μειωμένου καταλογισμού ως ορίζει η σχετική νομοθεσία..." (βλ. αίτηση). Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση αίτηση είναι απαράδεκτη. Γιατί όσον αφορά την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που "αντιστοιχεί εις την 966/90", αυτή είναι η 248/26-2-97 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 966/1990 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Συνεπώς εφόσον αυτή η απόφαση δεν είναι "καταδικαστική", σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις, απαραδέκτως επιδιώκεται ως προς αυτήν η επανάληψη διαδικασίας. Αλλά και ως προς την 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο ήδη αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δρχ. και επί πλέον φυλάκιση 8 μηνών που εκτίεται αθροιστικώς, για απόπειρα ληστείας, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία και οπλοχρησία, η αίτηση επανάληψης είναι απαράδεκτη, αφού ο αιτών υποστηρίζει ότι με τα νέα στοιχεία που επικαλείται, έπρεπε να κριθεί ότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης το έτος 1989, είχε "μειωμένο καταλογισμό", δεδομένου ότι όπως παραπάνω αναφέρεται και αληθούς υποτιθεμένου του ισχυρισμού του, δεν προκύπτει ότι ο αιτών ήταν αθώος ή καταδικάστηκε για "βαρύτερη" πράξη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά απλώς έπρεπε να τύχει ενδεχομένως επιεικέστερης αντιμετώπισης ως προς την ποινή. Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω Ι. Να απορριφθεί η από 19-11-2007 αίτηση του Χ, κρατουμένου Φυλακών Αλικαρνασσού, για επανάληψη διαδικασίας, σχετικά με την 248/1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΙΙ. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα. Αθήνα 21 Φεβρουαρίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής" Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 ΚΠΔ η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι απαράδεκτη, όταν στρέφεται κατά μη καταδικαστικής απόφασης. Ως καταδικαστική χαρακτηρίζεται η απόφαση με την οποία κηρύσσεται ένοχος ο κατηγορούμενος και επιβάλλεται σ' αυτόν ποινή στερητικής της ελευθερίας ή χρηματική. Δεν θεωρείται καταδικαστική απόφαση εκείνη με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως ανυποστήρικτη γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως αλλά διαπιστώνει το τυπικώς απαράδεκτο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της εφέσεως. Περαιτέρω κατά την έννοια της διάταξης αυτής βαρύτερο έγκλημα υπάρχει, όταν τροποποιείται ουσιωδώς ο χαρακτήρας της πράξεως και μεταβάλλεται το είδος της όχι όμως και όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχείρισης του υπαιτίου, λόγω νέων κριτηρίων για την εκτίμηση της προσωπικότητας του ή λόγω συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ή άλλου λόγου μειώσεως της ποινής. Γι'αυτό δεν προβάλλεται παραδεκτά ως λόγος επανάληψης της διαδικασίας, το γεγονός ότι ο καταδικασθείς, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης βρισκόταν σε κατάσταση ελαττωμένου καταλογισμού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ ο οποίος, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 3 Ιουνίου 2008 αποδεικτικό επιδόσεως του γραμματέα Κ.Φ. Αλικαρνασσού ....., όμως δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο), δηλώσας εγγράφως ότι δεν επιθυμεί τούτο, με την από 19-11-2007 αίτησή του, ζητεί, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, "την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που αντιστοιχεί εις την 966/90 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και την επανάληψη της διαδικασίας της 966/1990 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων". Περαιτέρω, προκειμένου να θεμελιώσει την αίτησή του, επικαλείται με αυτήν, ως νέα κρίσιμα στοιχεία, τις επισυναπτόμενες ιατρικές γνωματεύσεις σύμφωνα με τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, έπρεπε να τύχει, μειωμένου καταλογισμού. Με το περιεχόμενο αυτό η αίτηση είναι απαράδεκτη. Ειδικότερα: 1) όσον αφορά την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που "αντιστοιχεί εις την 966/90 απόφαση" αυτή είναι η 248/26-2-1997 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 966/1990 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, δοθέντος δε ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν είναι καταδικαστική, απαραδέκτως επιδιώκεται ως προς αυτήν η επανάληψη της διαδικασίας και 2) όσον αφορά την 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία ο ήδη αιτών καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως 11 ετών και 6 μηνών και χρηματική ποινή 50.000 δρχ. και επιπλέον φυλάκιση 8 μηνών που εκτίει αθροιστικώς, για απόπειρα ληστείας, επικίνδυνη σωματική βλάβη, οπλοφορία και οπλοχρησία, αφού ο αιτών ισχυρίζεται ότι με τα στοιχεία, που επικαλείται, έπρεπε να κριθεί ότι κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων, δηλαδή κατά το έτος 1989, είχε "μειωμένο καταλογισμό", απαραδέκτως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, επιδιώκεται και ως προς αυτήν η επανάληψη της διαδικασίας, γιατί δεν καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Συνεπώς, πρέπει, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ, να απορριφθεί, στο σύνολο της, η αίτηση ως απαράδεκτη και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-11-2007 αίτηση του Χ για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 248/1997 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και την 966/1990 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ εις βάρος του αιτούντος. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.