Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2657 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Λαθρεμπορία. Περίληψη: Λαθρεμπορία (τσιγάρων) (άρθρο 100 παρ. 1 του Ν. 1165/1918 και 155 παρ. 1α΄ και β΄ του Ν. 2960/2001). Προσδιορισμός ταυτότητας εγγράφων με την αναφορά ότι αναγνώστηκαν «και τα έγγραφα που προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου». Εφόσον δε τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεν τίθεται, ως προς αυτόν, ζήτημα προσδιορισμού ταυτότητας, προκειμένου να ασκήσει τα από το άρθρ. 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, αφού αυτός γνωρίζει το περιεχόμενό τους. Κατοχή και εξαγωγή λαθρεμπορευμάτων (τσιγάρα) κατά συναυτουργία. Αδίκημα και κατά τους δύο νόμους. Επιεικέστερος ο Ν. 2960/01 μόνο ως προς την επιβολή χρηματικής ποινής. Νόμος 2127/1993 “Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις”, με το άρθρο του οποίου επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης. Είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα (οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά), ειδικού φόρου καταναλώσεως, χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται από ποια χώρα έγινε η εισαγωγή στην Ελλάδα, δεν προκύπτει ποια από τις εναλλακτικώς αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις δέχεται η απόφαση ότι συντρέχει (κατοχή ή εξαγωγή ή και τα δυο), δεν προκύπτει η γνώση της ιδιότητας του λαθρεμπορεύματος, δεν αιτιολογείται ο κοινός δόλος και εσφαλμένα υπολογίζει το ύψος του Φ.Π.Α. Απόρριψη λόγων. Ο προσδιορισμός της Χώρας εισαγωγής (των τσιγάρων) δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτήρα της πράξεως της κατοχής, αφού σε κάθε περίπτωση αυτή είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη. Η εξειδίκευση, του ύψους και του είδους των δασμών και φόρων, τους οποίους στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, δεν είναι συστατικός όρος της αντικειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας στην βασική της μορφή. Δεν συνιστά χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου η εσφαλμένη κρίση ότι τέλεσε την πράξη από κοινού. Ισχυρισμός για ελαφρυντικά άρθρ. 84 παρ. 2ε΄ ΠΚ. Αοριστία ισχυρισμού. Απόρριψη λόγων αναιρέσεως. ΑΡΙΘΜΟΣ 2657/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σιδέρη, περί αναιρέσεως της 1398/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Καρακώστα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1374/
- Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ.2 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περίπτωση δ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από τα άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Εφόσον δε τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, δεν τίθεται, ως προς αυτόν, ζήτημα προσδιορισμού ταυτότητας, προκειμένου να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου ότι αυτός, ως επικαλούμενος και προσκομίζων αυτά, γνωρίζει το περιεχόμενό τους και μπορεί, έτσι, να προβαίνει, κατ άρθρο 358 ΚΠΔ, σε δηλώσεις και εξηγήσεις, αναφορικά με τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1398/2008 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, εκτός από άλλες αποδείξεις και σε όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, προσδιοριζόμενα κατ' αύξοντα αριθμό, ως εξής : "....8)....και τα έγγραφα που προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου ...". Με την πιο πάνω αναφορά των εγγράφων αυτών, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, προεχόντως, διότι τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων και, επομένως, γνώριζε την ταυτότητα και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τα οποία, όπως βεβαιώνεται στα πρακτικά, όλα ανεξαιρέτως αναγνώσθηκαν. Με την γενόμενη δε ανάγνωση του κειμένου τους, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα, έγινε γνωστό και σε όλους τους παράγοντες της δίκης το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, περιεχόμενο το οποίο ήδη ο κατηγορούμενος αναιρεσείων γνώριζε, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα έγγραφα αυτά, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης. Το Τριμελές, συνεπώς, Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι παραβιάσθησαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα καθώς οι αρχές της δημοσιότητας και προφορικότητος της διαδικασίας διότι το Δικαστήριο της ουσίας, προς στήριξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω έγγραφα που αναγνώσθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και κατά τα αναφερόμενα στην αίτησή του επιπλέον στοιχεία, είναι αβάσιμες. Κατ' ακολουθία, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αίτησης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ.1 Δ ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙ. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 του ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικος, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Α.Ν. 2081/1939, λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο στα τελωνεία, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον, παρά τον ορισμένο απ' αυτήν τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη και δικαιώματα που εισπράττονται από αυτό, επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή, ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο διαφορετικό από εκείνο που ορίζεται από το νόμο. Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 περ γ και .θ του ίδιου άρθρου, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952, θεωρείται η εξαγωγή εμπορευμάτων των οποίων κατά νόμο ή κατ` απόφαση της αρμόδιας αρχής, είναι απηγορευμένη η εξαγωγή, εκτός εάν με έγγραφο άδεια επιτράπηκε αυτή κατ` εξαίρεση καθώς και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά τη διατύπωση του άρθρο 155 παρ. 1α και β, του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου 155 περ. γ και ζ, πλην άλλων, θεωρείται και η εξαγωγή εμπορευμάτων των οποίων κατά νόμο ή κατ` απόφαση της αρμόδιας αρχής, είναι απηγορευμένη η εξαγωγή, εκτός εάν με έγγραφο άδεια επιτράπηκε αυτή κατ` εξαίρεση καθώς και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στη κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή μορφή καθιδρύεται, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα, όσο και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπα, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο, δικαίωμα, που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου, ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την πιο πάνω έννοια, καθώς και τη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει την λαθρεμπορική του προέλευση, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Περαιτέρω, με βάση την ευχέρεια που παρείχε το άρθρο 3 παρ. 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ της 25ης Φεβρουαρίου 1992 στα κράτη-μέλη, να διατηρήσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα ρητώς αναφερόμενα στο άρθρο αυτό προϊόντα, εκδόθηκε ο νόμος 2127/1993 "Εναρμόνηση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά το άρθρο 2 παρ. 1 "στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά το άρθρο 51 παρ. 1 "Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στο πακέτο ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. Η επικόλληση της ταινίας γίνεται μέσα στους χώρους παραγωγής τους......". Κατ' άρθρ. 67 "
- ...
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 89 και επόμενα του Τελωνειακού Κώδικα και επισύρει πρόστιμο μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δρχ. για κάθε παράβαση, δυνάμενο να αναπροσαρμόζεται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Οικονομικών.
- Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 περί Τελωνειακού Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας". Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (οι οποίες έχουν περιληφθεί αυτούσιες στον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρ.53 επ., 118 παρ.
- ν.2960/2001), και επομένως, είτε πρόκειται για πράξεις τελεσθείσες πριν την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, από 1-1-1992, είτε μετά, οι ρυθμίσεις είναι ίδιες, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ και των οποίων και για τα τσιγάρα, ειδικού φόρου καταναλώσεως, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 100 και 102 του Τελωνειακού Κώδικα. Από τις αυτές δε διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του ν.2960/2001, που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του πιο πάνω νέου τελωνειακού κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα τσιγάρα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττόμενου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρία πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1398/2008 απόφασής του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος Χ μετά από συναπόφαση με τον Ζ κατείχαν από κοινού 596.000 τεμάχια τσιγάρα, τα οποία δεν έφεραν την ειδική ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης και είχαν εισαχθεί στην Ελλάδα, από άγνωστη χώρα και σε άγνωστο χρόνο, από άγνωστο άτομο, χωρίς την γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής και χωρίς να καταβληθούν οι αναλογούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, τους οποίους στερήθηκε το Ελληνικό δημόσιο και ανέρχονται αυτοί στο συνολικό ποσό των 13.655,43 ευρώ. Ειδικότερα από το συνολικό ποσό των 150732,36 ευρώ που καταλογίσθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου, ποσό 41196,48 ευρώ αφορά εισαγωγικούς δασμούς που αποτελούν ίδιους πόρους της Ευρωπαϊκής "Ενωσης εγγραφόμενους στον Κοινοτικό προϋπολογισμό και εισπραττόμενους για λογαριασμό της, αφού το κράτος μέλος παρακρατήσει ποσοστό 10% για τα έξοδα είσπραξης αυτών ενώ το υπόλοιπο ποσό των 9535,78 ευρώ αντιστοιχεί σε ΦΠΑ. Συνεπώς από το ανωτέρω συνολικό ποσό των 50732,36 ευρώ το Ελληνικό δημόσιο στερήθηκε το ποσό των 9535,78 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσό του ΦΠΑ συν 4119,65 ευρώ που είναι το 10% επί του ποσού των εισαγωγικών δασμών που είχε δικαίωμα να παρακρατήσει. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την ίδια ημέρα (25-8-2000) και στον ίδιο τόπο, από κοινού, εξήγαγαν τα ανωτέρω εμπορεύματα εκτός του τελωνειακού εδάφους της Χώρας και συγκεκριμένα στην ..., χωρίς την γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής. Τις εν λόγω πράξεις τέλεσαν μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα. Ειδικότερα αφού απέκρυψαν την παραπάνω ποσότητα τσιγάρων σε ογδόντα
(80)χαρτοκιβώτια, τα επικάλυψαν επιμελώς με ρουχισμό και τα τοποθέτησαν σε πέντε
(5)παλέτες καθεμία από τις οποίες περιείχε δεκαέξι χαρτοκιβώτια, ώστε να παραπλανήσουν τις τελωνειακές αρχές σε γενόμενο έλεγχο ως προς τα μεταφερόμενα εμπορεύματα, επιπλέον δε, για να προσδώσουν αληθοφάνεια στην ως άνω μεταφορά, κατήρτισαν και χρησιμοποίησαν το από 25-8-2000 πλαστό έγγραφο, που έφερε την επωνυμία της ελληνικής επιχείρησης "..." ΙΜΡΟΡΤ-ΕΧΡΟΡΤ- ..., ΑΦΜ ..., αρμοδιότητας Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το οποίο τα μεταφερόμενα και ευρισκόμενα εντός των χαρτοκιβωτίων εμπορεύματα ήταν 8.000 τεμάχια μπλούζες από βαμβάκι, που δήθεν η παραπάνω επιχείρηση είχε πωλήσει στην Γερμανική επιχείρηση "Ing.Jodanow & co CmbH"", αντί τιμήματος 2 $το κάθε τεμάχιο και συνολικού τιμήματος 16.000 $, και τα οποία (τεμάχια μπλούζες) ήταν τοποθετημένα σε πέντε παλέτες, καθεμία από τις οποίες περιείχε 16 χαρτοκιβώτια, βάρους του καθενός χαρτοκιβωτίου 16 κιλών και συνολικού βάρους 1.280 κιλών, και τα απέστειλαν, μέσω της εταιρίας Διεθνών Μεταφορών με την επωνυμία "SCENKER - ΒΤL, Α,Ε." με προορισμό την .... Το εν λόγω έγγραφο ήταν πλαστό καθόσον ουδέποτε εκδόθηκε από εκπρόσωπο της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας ή εξουσιοδοτημένο από τα όργανα της εταιρίας για την έκδοση του πρόσωπο, αλλά είχε καταρτιστεί από τον κατηγορούμενο χωρίς ο εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας να το γνωρίζει και να συναινεί προς τούτο. Στη συνέχεια δε έκαναν χρήση του πλαστού εγγράφου προσκομίζοντας αυτό ως δικαιολογητικό για την αποστολή στη ... των παραπάνω εμπορευμάτων, μέσω της εταιρίας Διεθνών μεταφορών με την επωνυμία "SCENKER - ΒΤL, Α,Ε." με σκοπό με τη χρήση του να παραπλανήσουν τις αρμόδιες αρχές ως προς το είδος των μεταφερόμενων εμπορευμάτων. Τα παραπάνω κατέθεσαν μεταξύ των άλλων και οι εξετασθέντες στο ακροατήριο μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι είχαν άμεση γνώση αυτών και δεν επαναλαμβάνουν οι εν λόγω μάρτυρες την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του νυν κατηγορουμένου Ζ, όπως ισχυρίζεται ο πληρεξούσιος του κατηγορουμένου, και γι' αυτό το λόγο πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του εν λόγω πληρεξουσίου περί του ότι δεν αρκεί η κατάθεση των μαρτύρων τελωνειακού υπαλλήλου και αστυνομικού για τη θεμελίωση της καταδικαστικής κρίσης καθόσον, αφενός μεν, γιατί η καταδικαστική κρίση δεν θεμελιώθηκε μόνο στις εν λόγω καταθέσεις, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, αφετέρου δε, γιατί οι εν λόγω μάρτυρες δεν επανέλαβαν τις καταθέσεις του συγκατηγορουμένου του νυν κατηγορουμένου. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν με το κατηγορητήριο και με το διατακτικό της παρούσας αδικημάτων. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (άρθρο 84 § 2α' Π.Κ.), γενομένου δεκτού του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του, απορριπτομένου όμως του άλλου ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο του και της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ καθόσον αρκεί η αναγνώριση μια μόνον ελαφρυντικής περίπτωσης". Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Εφετείο κήρυξε ενόχο τον κατηγορουμένο, για από κοινού κατοχή και εξαγωγή αντικειμένου λαθρεμπορίας, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και για από κοινού κατάρτιση με χρήση του αναφερομένου στο σκεπτικό από 25-8-2000 πλαστού εγγράφου, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου. Για τη τέλεση των πράξεων αυτών, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τα άρθρα 26 παρ.1α, 27, παρ.1, 45, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, 216 παρ.1 ΠΚ και άρθρα 155 παρ.1α, β, 2ζ,157 παρ.1 εδ. περ.γ,δ, 160 παρ.1,2, 1161,162,164-167, 169, 172 και 174 του Ν.2960/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1α,β, 2θ, 102 παρ.1 περ.Β εδ. γ,δ, 105, 107, 111 και 122 παρ.1 Ν. 1165/1918 "περί Τελωνειακού Κώδικα, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε μηνών, για την πράξη της λαθρεμπορίας και πέντε μηνών για την πράξη της πλαστογραφίας και καθόρισε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαεπτά μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης στην προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, της λαθρεμπορίας κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και της πλαστογραφίας με χρήση πλαστού, για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. IV. Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη στερείται της από το νόμο και το Συντάγμα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι: 1) Δεν αναφέρεται από ποια χώρα έγινε η εισαγωγή στην Ελλάδα, της ανωτέρω ποσότητας τσιγάρων, αν, δηλαδή, έγινε από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε δεν καταβάλλονται εισαγωγικοί δασμοί κ.λ.π. 2) Δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια από τις εναλλακτικώς αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις της παρ. 1 εδ α και β και παρ. 2 εδ θ του άρθρου 100 του Ν. 1165/1918 (όπως ισχύει κατά τον χρόνο τελέσεως) δέχεται η απόφαση ότι συντρέχει (κατοχή ή εξαγωγή ή και τα δυο), και ότι σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη δεν αναφέρει για την γνώση του αναιρεσείοντος, ως προς την λαθρεμπορική προέλευση των παραπάνω σιγαρέττων κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μνημονεύει το χρονικό διάστημα της κατοχής των ανωτέρω σιγαρέττων από αυτόν και δεν διευκρινίζει, αν πρόκειται για μία αξιόποινη πράξη ή για περισσότερες πράξεις ενός κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. 3) Δέχεται ανέλεγκτα η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις με συναπόφαση και κοινό δόλο με τον Ζ, χωρίς να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει αυτό. Και 4) εσφαλμένα δέχεται ότι το ΦΠΑ, που δεν καταβλήθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 9.535,78 ευρώ. Οι αιτιάσεις αυτές, είτε είναι αβάσιμες, είτε προβάλλονται αλυσιτελώς. Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές της απόφασης, οι αναφερόμενες σε αυτήν ποσότητες τσιγάρων έχουν εισαχθεί από άγνωστη Χώρα, πλην όμως όχι από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωση, αφού, όπως στην απόφαση αναφέρεται, δεν καταβλήθηκαν εισαγωγικοί δασμοί κ.λ.π. Στην προκειμένη δε περίπτωση ο προσδιορισμός της Χώρας εισαγωγής δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στον χαρακτήρα της πράξεως της κατοχής, αφού σε κάθε περίπτωση αυτή είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη, χαρακτηριζόμενη ως λαθρεμπορία και τιμωρούμενη με τις προβλεπόμενες γι` αυτήν από τον πιο πάνω νόμο σχετικές ποινές, σύμφωνα με τις σκέψεις που έχουν αναπτυχθεί πιο πάνω. Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων κατείχε τις παραπάνω ποσότητες τσιγάρων "τα οποία δεν έφεραν την ειδική ταινία ειδικού φόρου κατανάλωσης", και, επομένως, δεν είχε καταβληθεί ο ειδικός αυτός φόρος, χωρίς να είναι απαραίτητο στη συγκεκριμένη περίπτωση τα προϊόντα αυτά να έχουν εισαχθεί από το εξωτερικό, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Η εξειδίκευση, άλλωστε, του ύψους και τους είδους των δασμών και φόρων, τους οποίους στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, δεν είναι συστατικός όρος της αντικειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας στην βασική της μορφή και εντεύθεν, για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την ενοχή, δεν είναι απαραίτητη η μνεία του ύψους των διαφυγόντων δασμών και φόρων. Συνεπώς είναι αδιάφορο, αν το ύψος του διαφυγόντος ειδικού φόρου κατανάλωσης, δεν ταυτίζεται με το ύψος των διαφυγόντων δασμών και φόρων, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή, αν το ύψος του ΦΠΑ δεν ανέρχεται στο ποσό των 9.535,78 ευρώ, όπως αναφέρει ο αναιρεσείων με την πιο πάνω με αρ. 4 αιτίασή του. Περαιτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι η απόφαση, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τόσο την πράξη της κατοχής λαθρεμπορευμάτων, όσο και της παράνομης εξαγωγής αυτών από την Χώρα, εντούτοις, εκτίμησε ότι έλαβε χώρα μία πράξη λαθρεμπορίας και επέβαλε μία ποινή και, συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει αιτίαση για την παραδοχή αυτή. Χρόνος δε τελέσεως της πράξεως της κατοχής είναι ο ίδιος με εκείνο της εξαγωγής (25-8-2000), όπως αυτό ρητώς αναφέρεται, τόσο στο σκεπτικό ,όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως. Επίσης η προσβαλλόμενη απόφαση με το πιο πάνω σκεπτικό, όπως αυτό συμπληρώνεται και από το διατακτικό, με σαφήνεια αναφέρει τα περιστατικά βάση των οποίων το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της λαθρεμπορίας και της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία, δεχόμενο ότι ενήργησε "μετά από συναπόφαση με τον Ζ" και ότι, "από κοινού, εξήγαγαν τα ανωτέρω εμπορεύματα..." και ότι "μετά από συναπόφασή του με τον Ζ και έχοντας κοινό δόλο, στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατείχαν από κοινού... στη συνέχεια, την ίδια ημέρα και στον ίδιο τόπο, από κοινού, εξήγαγαν τα εμπορεύματα αυτά εκτός του τελωνειακού εδάφους της Χώρας...". Ως προς το αδίκημα της πλαστογραφίας αναφέρεται στο διατακτικό που συμπληρώνει την αιτιολογία της αποφάσεως, ότι ο αναιρεσείων ενήργησε "...μετά από κοινή απόφαση με τον Ζ και έχοντας κοινό δόλο, με σκοπό με τη χρήση του να παραπλανήσουν κάθε τρίτο στον οποίο αυτό θα επιδεικνύονταν....". Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα τις παραδοχές της ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τα πιο πάνω εγκλήματα ως συναυτουργός, δεχόμενη ότι αυτός μαζί με τον Ζ ενήργησε με κοινό δόλο και κατόπιν συναποφάσεως. Ομοίως η γνώση του αναιρεσείοντος για την λαθρεμπορική προέλευση των εμπορευμάτων, σαφώς συνάγεται από τα περιστατικά που έγινα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, και από το ότι τα ανευρεθέντα τσιγάρα δεν έφεραν ταινία φορολογίας καπνού, αλλά και από τις πιο αλληλοσυμπληρούμενες παραδοχές σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου ειδικώς αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων διέπραξε το αδίκημα της κατοχής λαθρεμπορευμάτων, μεταχειριζόμενος ιδιαίτερα τεχνάσματα, μεθοδεύοντας, κατά τον περιγραφόμενο στην απόφαση τρόπο, την εξαγωγή τους και αποσκοπώντας στο να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τα τέλη και τα λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εισαγομένων από την αλλοδαπή εμπορευμάτων, ενέργειες οι οποίες προϋποθέτουν την γνώση αυτή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ του ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά οι προβαλλόμενες αιτιάσεις, σχετικά με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, καθόσον με την επίφαση της λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. V. Κατά το άρθρο 470 εδ.α ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, προκύπτει, ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου και όταν το δικαστήριο που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, τον καταδίκασε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, για το οποίο είχε καταδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, έστω και αν δευτεροβαθμίως επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποινή από εκείνη που καταταγνώσθηκε πρωτοδίκως. Χειροτερεύει επίσης η θέση του κατηγορουμένου και όταν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, δέχεται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν είχε δεχτεί το πρωτόδικο δικαστήριο, που προσδίδουν στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία, καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου, ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 79 παρ.1 του ΠΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι , το Δικαστήριο δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τον τρόπο τέλεσης των παραπάνω εγκληματικών πράξεων και συμμετοχής του σ' αυτές, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με συνέπεια να επιβαρυνθεί η νομική του μεταχείριση, καθόσον ο Ζ, παραπέμθηκε μεν στο ακροατήριο μαζί του για από κοινού τέλεση των πιο πάνω πράξεων (λαθρεμπορίας και πλαστογραφίας με χρήση), πλην όμως η υπόθεση χωρίσθηκε ως προς τον αναιρεσείοντα και τελικά ο Ζ "με την 2564/2006 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος για τις πιο πάνω πράξεις ...πράγμα βέβαια που έπρεπε να ερευνήσει το Δικαστήριο προτού καταλήξει στην καταδίκη μου για από κοινού τέλεση των ανωτέρω πράξεων". Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος για χειροτέρευση της θέσεως αυτού, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 470 εδ.α ΚΠΔ, είναι απορριπτέες, κυρίως, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού αυτός δεν ισχυρίζεται, ότι αυτός καταδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο για πράξη βαρύτερη από εκείνη που είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως. Επομένως, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η του ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας του Δικαστήριου, διότι αυτό παρέβη τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 470 του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι διαλαμβανόμενες στον αυτό λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις, κατά τις οποίες "....αυθαίρετα και ανέλεγκτα... το Δικαστήριο δέχτηκε πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τον τρόπο τέλεσης των παραπάνω εγκληματικών πράξεων και συμμετοχής σ' αυτές τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, με συνέπεια να επιβαρυνθεί η νομική μου μεταχείριση...", είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, καθόσον με την επίφαση της υπερβάσης εξουσίας του Δικαστηρίου, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. VI. O αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεώς του, προβάλλει την αιτίαση ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι η πράξη της λαθρεμπορίας τελέσθηκε την 25.08.2000 επομένως προ της ισχύος του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα (ν. 2960/2001), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 01.01.2002, παρόλα αυτά εντελώς ασαφώς και αναιτιολόγητα το Δικαστήριο φέρεται να εφάρμοσε τόσο τις προηγούμενες διατάξεις του ν. 1165/1918 όσο και τις μεταγενέστερες του ν. 2960/2001, αφού αναφέρεται σε συνδυασμό των διατάξεων των πιο πάνω νόμων, με συνέπεια να μην είναι σαφές ποιος νόμος και ποιες διατάξεις εφαρμόσθηκαν. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Ως λαθρεμπορία, θεωρείται, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω (παρ. ΙΙ), τόσο κατά τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, όσο και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.1165/1918, πλην άλλων, η εξαγωγή εμπορευμάτων των οποίων κατά νόμο ή κατ' απόφαση της αρμόδιας αρχής, είναι απηγορευμένη η εξαγωγή, εκτός εάν με έγγραφο άδεια επιτράπηκε αυτή κατ' εξαίρεση καθώς και η κατοχή εμπορευμάτων που εισήχθηκαν ή τέθηκαν σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Επίσης τόσο οι διατάξεις του ν. 1165/1911, όσο και οι αντίστοιχες του ν. 2960/01 προβλέπουν την ίδια ποινή, δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όταν η πράξη διαπράχθηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση (άρθρα 102 παρ.1 στοιχ. Β δ του ν. 1165/18 και 157 παρ.1 στοιχ. β , περ. δ του ν. 2960/01). Μόνο ως προς την επιβολή χρηματικής ποινής στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε καταστεί αδύνατη η δήμευση των αντικειμένων της λαθρεμπορίας ο Ν. 2960/01 είναι επιεικέστερος (αφού επιβάλλεται χρηματική ποινή, ίση μόνο με την αξία cif των δημευθέντων, χωρίς τις προσαυξήσεις), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού δεν επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Στην συγκεκριμένη, επομένως, υπόθεση το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε τον νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, αφού οι διατάξεις του μεταγενέστερου Ν. 2960/01 δεν ήταν ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα, η αναφορά δε και των ταυτοσήμων κατά περιεχόμενο διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου, ουδεμία ακυρότητα ή ασάφεια προκαλεί και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, με τις πιο πάνω περί του αντιθέτου αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VII. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει, να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ' άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, και ότι "ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του" (περ.ε). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε, για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, στις πιο πάνω ποινές, κατέθεσε εγγράφως τους εξής ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των πιο κάτω ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς: α) Του πρότερου εντίμου βίου, κατ' άρθρο 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, και β) του ότι συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, κατ' άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ. Ο ισχυρισμός δε αυτός είχε ως εξής: Ο κατηγορούμενος μετά την φερόμενη τέλεση της παραπάνω πράξης έζησε υπό καθεστώς ελευθερίας και επέδειξε καλή συμπεριφορά. Η παραπάνω καλή συμπεριφορά μάλιστα εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα γεγονός που υποδηλώνει αναγνώριση της προηγούμενης επιλήψιμης δραστηριότητας του και ταυτόχρονα ενστέρνιση των κανόνων της νόμιμης κοινωνικής συμβίωσης. Αφού έκτοτε ο κατηγορούμενος συνέχισε την ζωή του και την φροντίδα της πολυπληθής οικογένειας του, ενώ δεν τέλεσε οποιαδήποτε εγκληματική πράξη. Κατά ακολουθία τούτων, πρέπει το Δικαστήριο Σας να κάνει αποδεκτή και την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση και κατά συνεκτίμηση να επιβάλει στον κατηγορούμενο μειωμένη ποινή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 Π.Κ.". Με αυτό το περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός για τη αναγνώριση και του ελαφρυντικού του άρ. 84 παρ.2 περ.ε του ΠΚ, δεν ήταν σαφής και ορισμένος, αφού δεν γινόταν επίκληση πραγματικών περιστατικών που να τον θεμελιώνει και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε την υποχρέωση να απαντήσει και να παραθέσει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση του ισχυρισμού αυτού. Ειδικότερα, τα περιστατικά που εκτίθενται για την θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων μετά την τέλεση των πιο πάνω πράξεων επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο χρονικό διάστημα, "αφού έκτοτε ο κατηγορούμενος συνέχισε την ζωή του και την φροντίδα της πολυπληθής οικογένειας του, ενώ δεν τέλεσε οποιαδήποτε εγκληματική πράξη", δε αρκεί για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό αυτό. Εν προκειμένω, απαιτείται όχι μόνο η αρνητική αναφορά ότι δεν τέλεσε ο αναιρεσείων άλλες αξιόποινες πράξεις, αλλά, κυρίως, και η θετική αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η καλή αυτού συμπεριφορά, χωρίς να αρκεί η αόριστη αναφορά ότι ο αναιρεσείων "συνέχισε την ζωή του και την φροντίδα της πολυπληθής οικογένειας του". Επομένως, εφόσον το Τριμελές Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, λόγω της αοριστίας του ισχυρισμού, και ως εκ περισσού απάντησε, απορρίπτοντας αυτόν (με την εσφαλμένη μεν, πλην όμως περιττή αιτιολογία ότι "....αρκεί η αναγνώριση μια μόνον ελαφρυντικής περίπτωσης"), οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Β και Δ' ΚΠΔ, τρίτος (με στοιχείο 5) και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας στην απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, περί συνδρομής των πιο πάνω ελαφρυντικών περιστάσεων, και για σχετική ακυρότητα λόγω του ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό αυτό (έλλειψη ακροάσεως) πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7/7/2008 (με αριθμό πρωτ. 6170/14-7-2008) αίτηση αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση της 1398/18.03.08 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα: α) στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ και β) στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ανέρχεται σε διακόσια ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου
- Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου
- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ