← Ελλάδα

ΑΠ 2667/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης, Ανώνυμη εταιρία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2667 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Χρόνος τέλεσης πράξης, Ανώνυμη εταιρία. Περίληψη: Μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών εισφορών ΤΑΤΤΑ. Παραβάσεις άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/

  1. Στοιχεία του αδικήματος. Αιτιολογία του δόλου. Μη αναφορά ιδιότητας κατηγορουμένου στην Α.Ε. Χρόνος που επιδρά στην παραγραφή. Στοιχεία εγκλήματος. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζεται ο αριθμός των μισθωτών, ο χρόνος που εργάστηκε ο καθένας από αυτούς και το ύψος των αποδοχών τους. Αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία. Δεν προκύπτει, η ιδιότητα και η θέση και η εμπλοκή του ενός αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου στην ανώνυμη αυτή εταιρεία. Δεν αρκεί η αναφορά ότι αυτός ήταν εργοδότης και νόμιμος εκπρόσωπός της. Επίσης δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος τέλεσης των επί μέρους πράξεων ο οποίος επί του προκειμένου έχει επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αναιρεί και παραπέμπει. ΑΡΙΘΜΟΣ 2667/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Kωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων:
  2. Χ1 και
  3. Χ2, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου, περί αναιρέσεως της 33426/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2008 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1245/
  4. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Πρόκειται, δηλαδή, για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα

(30)ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του α. ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του αν. ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση, δηλαδή, καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών εργοδότη, που απασχολεί προσωπικό, προς υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς ή ειδικούς λογαριασμούς, προϋποθέτει την αναφορά των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού ασφαλισμένου, σε υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας ασφαλιστικούς οργανισμούς με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, εκ της ασκήσεως επιχείρησης, πρέπει να προσδιορίζεται και η μορφή του νομικού προσώπου, και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική αυτής μορφή, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορούμενου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπρόσωπου της εταιρικής επιχείρησης. Ειδικότερα δε, σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, η αναφορά του είναι αναγκαία, εφόσον ο χρόνος αυτός ασκεί επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Οσον αφορά το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ.1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που συνίσταται, σύμφωνα με το άρ. 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα , στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως ,δεν υπάρχει ανάγκη ,κατά τούτο ,ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ,διότι αυτός ενυπάρχει στη παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν μάλιστα ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου. II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 33426/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, σε δεύτερο βαθμό, για καθυστέρηση καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθήνας (ΤΑΤΤΑ), σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής, κατά το καταδικαστικό μέρος της, που προκύπτει από την άλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα έγγραφα, των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Ειδικότερα προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι στην Αθήνα από το Μάιο του έτους 2000 έως το Μάιο του έτους 2004, ως Διοικητές και νόμιμοι εκπρόσωποι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΜΦΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, παρότι απασχόλησαν με σχέση εξαρτημένης εργασίας προσωπικό ασφαλισμένο στο Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθήνας (Τ.Α.Τ.Τ.Α.), δηλαδή σε Οργανισμό Κοινωνικής Ασφάλισης, και είχαν νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς το εν λόγω Ταμείο για την ασφάλιση του προσωπικού τους ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ύψους 33.453 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία, δεν έχουν καταβάλει μέχρι σήμερα τις εισφορές αυτές και συγκεκριμένα: 1) καθυστέρησαν να καταβάλουν εργοδοτικές εισφορές ποσού 9.392 ευρώ, τις οποίες δεν κατέβαλαν στο Τ.Α.Τ.Τ.Α. μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, και 2) ενώ παρακράτησαν εργατικές εισφορές των εργαζομένων στην ίδια εταιρεία ύψους 24.061 ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσουν στον παραπάνω Οργανισμό (Τ.Α.Τ.Τ.Α.), δεν τις κατέβαλαν μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές και έτσι έγιναν υπαίτιοι υπεξαίρεσης του ποσού αυτού. Για τη μη καταβολή των ανωτέρω ποσών καθώς και άλλων οφειλών της εταιρείας των κατηγορουμένων συντάχθηκε η υπ' αριθμ. ..... πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Α.Τ.Τ.Α. Σχετικά με τους προβληθέντες από τους κατηγορουμένους αυτοτελείς ισχυρισμούς επισημαίνονται τα εξής: α) ως προς την ένσταση παραγραφής των οφειλών τους του από Μαρτίου 1999 έως και Απριλίου 2000 χρονικού διαστήματος ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απορριπτέος, αφού με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 45836/2006 απόφαση του Μον. Πλημ/κείου Αθηνών διατάχθηκε η οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής για το διάστημα αυτό, για το οποίο επομένως δεν κατηγορούνται, β) Ο ισχυρισμός των κατ/νων ότι η υπ' αριθμ. ..... πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου του Τ.Α.Τ.Τ.Α. εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της προηγούμενης ακρόασης δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η πράξη αυτή παραμένει σε ισχύ και δεν έχει ανακληθεί διοικητικά ούτε ακυρωθεί δικαστικά. Πράγματι με την υπ' αριθμ. 11190/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής της εταιρείας "ΜΕΜΦΙΣ ΑΕ", δεν ακυρώθηκε η ..... πράξη αλλά μόνο η ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου ΦΑΒΕ Αθηνών, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακώς η συνολική οφειλή της εταιρείας των κατ/νων ύψους 412.036,77 ευρώ. Αντίθετα με την ίδια ανωτέρω απόφαση κρίθηκε, ότι απαραδέκτως η ανακόπτουσα εταιρεία ζήτησε με την ανακοπή της την ακύρωση της ..... πράξης του ΔΣ του Τ.Α.Τ.Τ.Α., αφού η πράξη αυτή δεν αποτελεί πράξη εκτέλεσης επιδεκτική ακύρωσης με ανακοπή αλλά συνιστά νόμιμο τίτλο που προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή επειδή η υπ' αριθμ. ..... πράξη του ΔΣ του Τ.Α.Τ.Τ.Α. παραμένει σε ισχύ, είναι χωρίς έννομη επιρροή και επομένως απορριπτέος ο ισχυρισμός των κατ/νων ότι η πράξη αυτή εκδόθηκε χωρίς νόμιμη αιτιολογία και δη χωρίς να προκύπτουν από την πράξη ποιοί και πόσοι εργαζόμενοι απασχολήθηκαν, με ποιες αποδοχές, ποιο χρονικό διάστημα αφορά το καθένα από τα επιμέρους οφειλόμενα ποσά καθώς και αν είναι εκκαθαρισμένη η απαίτηση του ασφαλιστικού οργανισμού. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν στοιχείο προς θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από το αρθρ. 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 86/1967 σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη και γ) δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι έχουν εξοφλήσει ολικά ή εν μέρει τις επίδικες οφειλές τους προς το Τ.Α.Τ.Τ.Α., ενώ οι επιμέρους καταβολές τους συνολικού ποσού 102.160,73 ευρώ, τις οποίες επικαλούνται, έχουν καταλογιστεί σε παλαιότερες οφειλές τους ... Πρέπει όμως να τους αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. β του ΠΚ, διότι αποδείχθηκε ότι τέλεσαν τις πράξεις τους από μη ταπεινά αίτια και συγκεκριμένα εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής δυσπραγίας της εταιρείας τους συνεπεία της οποίας δεν κατόρθωσαν να εξοφλήσουν την επίδικη οφειλή τους παρά τις προσπάθειες τους, λαμβανομένου υπόψη του ότι έχουν προβεί σε επιμέρους καταβολές σημαντικών χρηματικών ποσών προς τον ανωτέρω Ασφαλιστικό Οργανισμό, τα οποία καταλογίστηκαν σε παλαιότερα χρέη της εταιρείας τους έναντι της συνολικής οφειλής τους ...". Με τις σκέψεις αυτές οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι των δύο πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων (με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ), οι οποίες, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνιστούν παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ,94 παρ.1 του ΠΚ και του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ΑΝ 86/67, σε συνδυασμό με τα άρθρα 375 παρ.1 του ΠΚ και 26 παρ.3 του ΑΝ 1846/51, που κυρώθηκε από τον Ν.2113/52 και του επιβλήθηκε η ποινή φυλακίσεως που έχει αναφερθεί πιο πάνω. ΙΙΙ. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αυτό δε, γιατί δεν αναφέρονται στην αιτιολογία, μολονότι η αναφερόμενη πιο πάνω επιχείρηση αφορά εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρία, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση των αναιρεσειόντων -κατηγορούμενων στην ανώνυμη αυτή εταιρία, δεδομένου ότι κατά νόμο η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο, ότι αυτοί ήταν "Διοικητές και νόμιμοι εκπρόσωποι" της εταιρείας, επιπλέον δε στο διατακτικό αναφέρεται ότι απασχόλησαν το αναφερόμενο την απόφαση προσωπικό και "ως εργοδότες". Και ο μεν πρώτος από τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους δεν προβάλλει οποιαδήποτε αιτίαση, ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αυτός ήταν κατά το νόμο ο υπεύθυνος για την καταβολή των οφειλόμενων στον ΤΑΤΤΑ ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού της εταιρείας που νομίμως εκπροσωπούσε, η πρώτη, όμως, εξ αυτών ειδικώς αμφισβητεί την ενεργό εμπλοκή της στην εταιρεία. Επίσης δεν αναφέρεται στην απόφαση, ο ακριβής χρόνος τέλεσης κάθε μερικότερης πράξεως, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση έχει επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής των δύο εγκλημάτων. Ειδικότερα τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, φέρονται τελεσθέντα, κατά το διατακτικό " κατά το χρονικό διάστημα από Μάϊο 2000 μέχρι Μάιο 2004", χρονικό διάστημα, όμως, κατά το οποίο, κατά το σκεπτικό, οι κατηγορούμενοι αναιρεσείοντες φέρονται να απασχόλησαν το αναφερόμενο στην απόφαση προσωπικό. Είχαν δε, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς το Τ.Α.Τ.Τ.Α. για την ασφάλιση του προσωπικού αυτού τις πιο ασφαλιστικές εισφορές συνολικού ύψους 33.453 ευρώ μέχρι το τέλος του επομένου μήνα, μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία και δεν τις κατέβαλαν μέσα σ' ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, ημερομηνία η οποία αποτελεί και το χρόνο τελέσεως του αδικήματος. Συνεπώς δημιουργείται εκ τούτου ασάφεια και ως προς το χρονικό διάστημα εντός του οποίου τελέστηκαν οι επί μέρους πράξεις. Κατ' ακολουθία, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως, η ελλιπής, δηλαδή, αιτιολογία της, με τον οποίο προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, με τις εμπεριεχόμενες, πλην άλλων, στις, με στοιχεία Α2 και Β του δικογράφου της αιτήσεως, σχετικές αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων. ΙV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του Κ.Π.Δ., για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και το οποίο (δικαστήριο) θέλει κρίνει και περί της τυχόν επελθούσης παραγραφής μερικότερων πράξεων, τις οποίες ειδικώς πρέπει να εξειδικεύσει. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 33426/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών . Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.