← Ελλάδα

ΑΠ 2670/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2670 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Πλαστογραφία, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Πλαστογραφία, με τη μορφή της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου μετά χρήσεως. Στοιχεία. Ορθή και αιτιολογημένη καταδίκη, για πλαστογραφία μετά χρήσεως του αναιρεσείοντος, ο οποίος σε ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, που κατήρτισε με εκμισθωτή τον ίδιο, έθεσε κατ’ απομίμηση χωρίς δικαίωμα την υπογραφή του εγκαλούντος ως εκπροσωπούντος τον φερόμενο ως μισθωτή αντισυμβαλλόμενό του. Χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται ή μη ειδική μνημόνευση μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, της αναγνωσθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και η εκ τούτου έλλειψη αιτιολογίας, αφού η πραγματογνωμοσύνη αυτή δεν σχετίζεται με την πλαστογραφία για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Πολιτική αγωγή. Πότε υπάρχει απόλυτη ακυρότητα από παρά τον νόμο παράσταση πολιτικής αγωγής. Ποιος δικαιούται σε τέτοια παράσταση γενικώς και επί πλαστογραφίας ειδικότερα. Ποιο είναι το περιεχόμενο της δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Απορρίπτεται ο περί απολύτου ακυρότητας, λόγω παράνομης παραστάσεως του πολιτικού ενάγοντος, λόγος αναιρέσεως, αφού η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξεως και ηθικής βλάβης και η εντεύθεν ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή προκύπτει αυτονοήτως από τη φύση του εγκλήματος της πλαστογραφίας. Απορρίπτεται ο περί απολύτου ακυρότητας λόγω λήψεως υπόψη εγγράφων που αναγνώσθηκαν και δεν προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, λόγος αναιρέσεως, διότι ο τρόπος προσδιορισμού των συγκεκριμένων εγγράφων είναι επαρκής, ώστε να μην προκύπτει αμφιβολία με το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ανάγκη ειδικής αιτιολογίας για απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών. Δεν είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός ότι υπάρχει έλλειψη των στοιχείων της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξεως της πλαστογραφίας. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 2670/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπρόεδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο (ορισθέντα με την υπ'αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 75/2008 πράξη), Βιολέττα Κυτέα (ορισθείσα με την υπ'αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κυριάκου Καρούτσου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαργαρίτη, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 454/2007 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τεντολούρη. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Μαΐου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 ΚΠοινΔ, η πολιτική αγωγή με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ. Η σχετική δήλωση, από το περιεχόμενο της οποίας κρίνεται η νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος, πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα παραστάσεως, από τους οποίους πρέπει να προκύπτει και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης, εκτός αν η βλάβη αυτή προκύπτει αυτονοήτως από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αξιόποινη πράξη ή αποτελεί άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων στην κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο γεγονότων. Η δήλωση αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέρος που έγινε δεκτή απ'αυτό. 'Ετσι, από το έγκλημα της πλαστογραφίας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίσταση, νομιμοποιούμενος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 82-84 και 87 ΚΠοινΔ, να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία είναι εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή ο οποίος είναι ο εκδότης του νοθευθέντος εγγράφου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 454/2007 απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, όπως είχε συμβεί και με την πρωτόδικη 1357/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Ειδικότερα κηρύχθηκε ένοχος για το ότι κατήρτισε τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, σύμφωνα με τα οποία εφέρετο να εκμισθώνει στο Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Νομαρχιακής Επιτροπής Λαΐκής Επιμόρφωσης (ΚΕΚ-ΝΕΛΕ) Καρδίτσας τρία γραφεία και έθεσε επ'αυτών, υπό την ένδειξη "ο μισθωτής" την υπογραφή του Ψ, αναπληρωτή νομάρχη Καρδίτσας, ως νομίμου εκπροσώπου του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας. Κατά την έναρξη της διαδικασίας στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, εμφανίσθηκε ο Ψ, ο οποίος δήλωσε προφορικώς προς το Δικαστήριο, ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων κατά του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος και ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει 10 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της παραστάσεως αυτής, όμοιας με εκείνη που είχε δηλωθεί και είχε γίνει δεκτή και πρωτοδίκως, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας και τα πρακτικά της, αντέλεξε ο κατηγορούμενος, ισχυρισθείς αφενός ότι δεν ενομιμοποιείτο προς τούτο ο Ψ ατομικά αφού η επί των συμφωνητικών, φερομένη ως τεθείσα απ'αυτόν (κατηγορούμενο), υπογραφή του τέθηκε με την ιδιότητα του αναπληρωτή νομάρχη και όχι ατομικά και αφετέρου ότι η οικεία δήλωση ήταν αόριστη ως προς την έκθεση των αναγκαίων στοιχείων για την ενεργητική νομιμοποίηση του ανωτέρω ως πολιτικώς ενάγοντος. Το Εφετείο, απέρριψε την αντίρρηση αυτή του κατηγορουμένου και δέχθηκε τη δήλωση του Ψ ως πολιτικώς ενάγοντος, στον οποίο επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη, το αιτηθέν ποσόν που του είχε επιδικασθεί και πρωτοδίκως. Η ανωτέρω δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ήταν σύννομη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθόσον ο Ψ είναι εκείνος του οποίου η υπογραφή φέρεται ότι πλαστογραφήθηκε και επομένως ενομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, ενώ, εξάλλου, ναι μεν δεν εξέθεσε αυτός ειδικότερα περιστατικά για την ενεργητική του νομιμοποίηση ως πολιτικώς ενάγοντος, πλην, όμως, δεν ήταν αναγκαία τέτοια έκθεση, ενόψει του ότι από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου, προς το οποίο συνδυάζεται η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής που γίνεται στο ακροατήριο, εξυπακούεται αυτονοήτως, λόγω του ότι η φερομένη ως πλαστογραφηθείσα υπογραφή έχει τεθεί επ'ονόματί του, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αξιόποινης πράξεως και της ηθικής βλάβης που ισχυρίσθηκε ότι υπέστη ο ανωτέρω πολιτικώς ενάγων και η εντεύθεν ενεργητική του νομιμοποίηση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΟινΔ, με τον οποίο προβάλλει ο αναιρεσείων απόλυτη ακυρότητα από την κατά τα άνω παράσταση του Ψ ως πολιτικώς ενάγοντος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση. Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, είναι, όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, υπάρχει η ίδια ως άνω ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα, με τους αντίστοιχους αύξοντες αριθμούς, "2) τρία συμφωνητικά μίσθωσης ... 4) κατάλογος αγοράς διαφόρων ειδών ... 7) τα από 28-11-2000 τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης μεταξύ Α και Χ, 8) το από 1-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό .... 10) το με αρ. ..... έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας προς το Πταισματοδικείο Καρδίτσας που περιλαμβάνει τις με αριθμ. ....., ....., ....., ..... και ..... αποφάσεις του Νομάρχη Καρδίτσας, σημείωμα καταθέσεως εισφορών για την έκδοση οικοδομικής άδειας του Β ως και δήλωση ανάληψης μελετών επιβλέψεων, 11) υπεύθυνη δήλωση της Γ, 12) υπεύθυνη δήλωση της Δ, 13) υπεύθυνη δήλωση της Ε, 14) έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ΣΤ, ειδικής δικαστικής γραφολόγου, 15) το με αρ. πρωτ. ..... έγγραφο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας προς Ε.Κ.Ε.Π.Ι.Σ. Αθήνας ... 18) το από 11-10-2000 χρηματικό ένταλμα πληρωμής δρχ. 808.080 της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας (ΝΕΛΕ Καρδίτσας), 19) φωτοτυπία πρακτικών της ..... από 29-3-2002 συνεδρίασης του Συμβουλίου της ΝΕΛΕ και 20) ο Κανονισμός Λαϊκής Επιμόρφωσης του αρ. 794/2β/31-12-1985 ΦΕΚ". Επίσης περιλαμβάνονται και τα εξής έγγραφα, τα οποία φέρονται ότι προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους ήτοι "
  2. έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Ζ ειδικού δικαστικού γραφολόγου, 2) η υπ'αριθ. 90/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (τακτική διαδικασία), 3) η υπ'αριθ. 33/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας. 4) Το με αριθ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρδίτσας Νικ.Βαλταδώρου, 5) Η υπ'αριθ.πρωτ. 286/12-12-2000 απόφαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Καρδίτσας, 6) Η υπ'αριθ. πρωτ. 229/24-11-2000 απόφαση του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας ...". Ο κατ'αυτόν τον τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, αν και ελλιπής στην περίπτωση των υπό τους αριθμούς 2 και 4 της πρώτης ομάδας, είναι εντούτοις επαρκής και ως προς αυτά, όπως επαρκής και πλήρης είναι ως προς όλα τα υπόλοιπα, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιά έγγραφα αναγνώσθηκαν, ενόψει μάλιστα της αριθμήσεως αυτών και του ότι άλλα έγγραφα με τον ίδιο αυτό προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν, με την ανάγνωση δε αυτών κατέστησαν γνωστά κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ'αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Τα υπό τον αριθμό 2, άλλωστε, τρία ιδιωτικά συμφωνητικά, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχουν άλλα συμφωνητικά πλην αυτών και των ανωτέρω υπό τους αριθμούς 7 και 8, αποτελούν το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας στη συγκεκριμένη δίκη, τα οποία δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο, λαμβανόμενα υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη στήριξη της κρίσεώς του, και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με τη μορφή της καταρτίσεως πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η εξ αρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού εγγράφου, άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν η παραπλάνηση επιτεύχθηκε. Το έγγραφο, στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ.γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία. Τέτοιο γεγονός είναι εκείνο το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Χρήση του πλαστού εγγράφου αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίησή του, αμέσως ή εμμέσως, από τον πλαστογράφο. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 134 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για πλαστογραφία με χρήση αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ'αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του, τα ακόλουθα: "Στην Καρδίτσα, στις 28-11-2000 καταρτίσθηκε μεταξύ του Α και του κατηγορουμένου, που ενεργούσε ως διευθυντής, υπεύθυνος και νόμιμος εκπρόσωπος του ΚΕΚ - ΝΕΛΕ Καρδίτσας, τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης ακινήτων, δυνάμει των οποίων ο πρώτος εκμίσθωνε και παραχωρούσε τη χρήση στο ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας, για το χρονικό διάστημα από 1.12.2000 έως 1.12.2004, τρία γραφεία ιδιοκτησίας του, ήτοι τα με στοιχεία Β1, Β2 και Β3 γραφεία του δευτέρου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στην Καρδίτσα και στη συμβολή των οδών ..... και ..... . Τα γραφεία αυτά εκμισθώθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως χώροι στέγασης του ως άνω ΚΕΚ - ΝΕΛΕ με τους όρους που αναφέρονται σ' αυτά. Το Νοέμβριο του έτους 2001 ο κατηγορούμενος έγινε αποκλειστικός κύριος αυτών και με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαιοπαρόχου του εκμισθωτή στις ανωτέρω συμβάσεις. Στις 9.10.2003 συζητήθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αίτηση του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ. Καρδίτσας κατά του κατηγορουμένου με την οποία ζητείτο να απαγορευθεί στον τελευταίο η είσοδός του στα ανωτέρω τρία γραφεία, διαφορετικά να διαταχθεί η αποβολή του από αυτά. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ο κατηγορούμενος με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του ισχυρίστηκε ότι έχουν συναφθεί μεταξύ αυτού ως εκμισθωτή και του αντιδίκου ως μισθωτή συμβάσεις μίσθωσης των τριών ως άνω γραφείων, οι οποίες είναι εικονικές και καλύπτουν χρησιδάνειο. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του αυτού προσκόμισε στο Ειρηνοδικείο τα αναφερόμενα στο διατακτικό τρία ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης ακινήτων. Τα συμφωνητικά αυτά, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ομολογεί, τα κατήρτισε ο ίδιος το Νοέμβριο του έτους 2001 και επαναλαμβάνουν τους όρους των αρχικών συμφωνητικών που έχουν καταρτιστεί μεταξύ του ΚΕΚ- ΝΕΛΕ και του δικαιοπαρόχου του με μόνη τη διαφορά στη διάρκεια που ορίζεται από 28.12.2001 έως 28.12.2004 και ότι ως νόμιμος εκπρόσωπος του ΚΕΚ - ΝΕΛΕ που υπογράφει στη θέση "Ο ΜΙΣΘΩΤΗΣ" αναφέρεται ο πολιτικώς ενάγων. Η υπογραφή όμως που τέθηκε στη θέση του μισθωτή ως υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος δεν είναι γνήσια. Ουδέποτε ο τελευταίος υπέγραψε τα επίμαχα τρία ιδιωτικά συμφωνητικά. Την ύπαρξη δε αυτών έμαθε για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας στις 9-10-2003 και ούτε είχε δώσει εντολή σε άλλο πρόσωπο να υπογράψει αντ'αυτού. Την υπογραφή του στα τρία επίμαχα μισθωτήρια συμβόλαια την έθεσε κατ' απομίμηση και εν αγνοία του και χωρίς τη συναίνεσή του ο κατηγορούμενος. Αυτός άλλωστε ήταν ο μόνος που είχε άμεσο συμφέρον για την έκδοση των ανωτέρω εγγράφων. Ο κατηγορούμενος προέβη στην κατάρτιση των επίμαχων ιδιωτικών συμφωνητικών μίσθωσης ακινήτων κι έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του πολιτικώς ενάγοντος με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τρίτου σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες σχετικά με την κατάρτιση αυτών και τους όρους και ειδικότερα αποκτώντας έγγραφα με τα οποία αποδεικνύονταν τα δικαιώματά του ως εκμισθωτή των γραφείων από τις συμβάσεις μίσθωσης αυτών του ΚΕΚ - ΝΕΛΕ Καρδίτσας. Για το σκοπό δε αυτό τα χρησιμοποίησε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας στις 9.10.2003 με σκοπό να αποδείξει τις ενστάσεις του κατά της αίτησης του αντιδίκου του, άσχετα εάν η παραπλάνηση αυτή δεν επιτεύχθηκε. Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν από τη σαφή και πειστική κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, Ψ, ο οποίος κατέθεσε με τρόπο κατηγορηματικό ότι η υπογραφή δεν είναι δική του και δεν μπορούν να συνταχθούν μισθωτήρια χωρίς απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και ότι τέτοια απόφαση δεν υπήρχε. Τα περιστατικά αυτά ενισχύονται και από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Η και Θ, οι οποίοι επιβεβαιώνουν ότι η υπογραφή δεν είναι του πολιτικώς ενάγοντος και ο μόνος που είχε συμφέρον να θέσει αυτήν ήταν ο κατηγορούμενος. Τα περιστατικά αυτά δεν αποκρούονται με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος συνομολογεί την κατάρτιση των επίμαχων τριών συμφωνητικών και δεν αρνείται το συμφέρον του από τη σύνταξη και υπογραφή αυτών. Δεν αποκρούονται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρος υπεράσπισης, Ζ, ειδικού γραφολόγου, ο οποίος καταθέτει ότι οι υπογραφές στα μισθωτήρια δεν είναι του πολιτικώς ενάγοντος, αλλά κατά τη γνώμη του ούτε του κατηγορουμένου. Δεν μπόρεσε όμως να εξηγήσει πως είναι δυνατό άλλο πρόσωπο να είναι αυτός που φέρνει πλαστά έγγραφα κι άλλο αυτός που πλαστογραφεί αυτά. Τα περιστατικά αυτά ενισχύονται και από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και ιδίως τα τρία επίμαχα συμφωνητικά. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης που του αποδίδεται και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθόσον αποδείχθηκε ότι έως τον ως άνω χρόνο έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, αφού εκθέτει σ'αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές στο πόρισμά της, Ειδικότερα και σε σχέση με τις μερικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος λεκτέα τα εξής: α) το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν αποτελεί, προδήλως, απλή επανάληψη του διατακτικού της, η οποία, άλλωστε, αρκεί όταν με το περιεχόμενο του διατακτικού πληρούται, όπως και εν προκειμένω, η απαίτηση αιτιολογήσεως της αποφάσεως, β) δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, ειδική αξιολόγηση, συσχετισμός και συγκριτική στάθμιση μεταξύ τους, των επί μέρους αποδεικτικών μέσων, ούτε και αναφορά της παραδοχής που προέκυψε από το καθένα, γ) από τις ρητές παραδοχές που περιέχονται στο ανωτέρω σκεπτικό, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο, ως χρόνο τελέσεως της πράξεως, ο ποίος αποτελεί πραγματικό γεγονός και απόκειται στην ανέλεγκτη εκτίμηση και κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δυναμένου να καθορίσει διαφορετικό τέτοιο χρόνο από εκείνον που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, δέχθηκε τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2001, διότι τότε δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε και τα τρία υπόψη ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και όχι στις 28-11-2000, που φέρονται στο διατακτικό ότι καταρτίστηκαν τα δύο εξ αυτών, από προφανές γραφικό σφάλμα στο σημείο αυτό, μη δημιουργουμένης εντεύθεν ασάφειας ή αντιφάσεως ως προς την ταυτότητα της πράξεως, δ) αναφέρεται ρητώς στην απόφαση το γεγονός ως προς το οποίο ο κατηγορούμενος αποσκοπούσε να παραπλανήσει τρίτον με τη χρήση των τριών πλαστών ιδιωτικών συμφωνητικών, ήτοι η ύπαρξη σε ισχύ συμβάσεων μισθώσεως, των σ'αυτά γραφείων για τη στέγαση του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας, με εκμισθωτή τον ίδιο και με τους στα συμφωνητικά αυτά όρους, καθώς και οι εκ τούτου έννομες συνέπειες, με την άντληση δικαιωμάτων υπέρ αυτού ως εκμισθωτή, ενώ στην έκθεση όλων των ως άνω περιστατικών ενυπάρχει η παραδοχή ότι σκόπευε να παραπλανήσει περί των ανωτέρω κάθε τρίτον, στον οποίο θα περιήρχοντο τα συμφωνητικά αυτά και το δικαστήριο, ε) ανεξάρτητα από το εάν θα ήταν δεσμευτικές αντιστοίχου περιεχομένου, προς τις αναφερόμενες στα υπόψη τρία αυτά συμφωνητικά, γνήσιες συμβάσεις μισθώσεως, τα τρία αυτά συμφωνητικά δεν στερούνται εννόμων συνεπειών λόγω της ακυρότητας αυτών που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την έλλειψη αυτοτελούς νομικής προσωπικότητας του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας και την έλλειψη της αναγκαίας για την κατάρτιση τέτοιων συμβάσεων αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας, καθόσον και οι άκυρες συμβάσεις δεν παράγουν μεν τα ηθελημένα υπό των μερών έννομα αποτελέσματα, παράγουν, όμως, τουλάχιστον έννομες συνέπειες εκ του νόμου, στ) τα αυτά συμφωνητικά δεν στερούνται εννόμων συνεπειών εκ του γεγονότος ότι προϋπήρχε η μίσθωση των αυτών γραφείων, στην οποία είχε υπεισέλθει ο κατηγορούμενος, καθόσον με τα πλαστά συμφωνητικά ηδύνατο να αποδειχθεί άλλη έννομη σχέση, διαφορετική της προϋπάρχουσας μεταξύ του αρχικού ιδιοκτήτη των μισθίων Α και του ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας, δηλαδή νέες μισθώσεις, ζ) η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, την οποία δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθείσα, συνιστά πλαστογραφία όχι με τη μορφή της νοθεύσεως αλλά με τη μορφή της εξ υπαρχής καταρτίσεως πλαστών εγγράφων, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, για τη συγκρότηση της οποίας αντικειμενικώς δεν απαιτείται να προϋπάρχει άλλο γνήσιο έγγραφο, του οποίου να παραποιείται το περιεχόμενο και επομένως η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ με το να δεχθεί τη συγκρότηση της υπόψη πλαστογραφίας καίτοι δεν υπήρχαν γνήσια "πρωτότυπα" των τριών συμφωνητικών είναι αβάσιμα, η) δεν ήταν αναγκαία η διάκριση των εγγράφων, που αναφέρονται στο προοίμιο του σκεπτικού ότι λήφθηκαν υπόψη, σε αναγνωσθέντα κατά την πρωτόδικη δίκη και αναφερόμενα στα οικεία πραγματικά και σε αναγνωσθέντα κατά την ενώπιον του Εφετείου δίκη, η έλλειψη της οποίας (διακρίσεως) δεν δημιουργεί καμία ασάφεια ως προς τα έγγραφα που λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και θ) η "'Εκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ΣΤ, ειδικής δικαστικής γραφολόγου", η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και αναφέρεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως υπό τον αριθμό 14 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, ως προς την οποία προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, αφού, καίτοι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο δεν μνημονεύεται ειδικώς ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού, μεταξύ των άλλων μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, ούτε σε άλλο σημείο της αιτιολογίας της αποφάσεως, με εντεύθεν συνέπεια την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν αφορά στην πλαστογραφία για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και συνεπώς χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλονται τα ανωτέρω. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για την έρευνα του τέταρτου λόγου της αιτήσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ αυτών υπάρχει μία μόνον "Έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ΣΤ, ειδικής δικαστικής γραφολόγου", η οποία αφορά γραφολογική εξέταση για τη γνησιότητα ή μη υπογραφής τρίτου (Ι επί του συνταγέντος περί της εκεί Συμβάσεως 'Εργου εγγράφου), ήτοι δεν σχετίζεται με την πλαστογραφία των ανωτέρω συμφωνητικών για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Κατ'ακολουθίαν, οι αντίθετοι προς τ'ανωτέρω τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, δηλαδή εκείνων που δεν είναι απλώς αρνητικοί της κατηγορίας και των στοιχείων της πράξεως, αλλά κατατείνουν αυτοτελώς στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή ασκούν επιρροή στη μείωση της ποινής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων παραπονείται με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε επί των "αυτοτελών ισχυρισμών" του, κατά τους οποίους υπάρχει έλλειψη του δόλου και του σκοπού παραπλανήσεως που απαιτεί το άρθρο 216 ΠΚ, καθόσον τα υπόψη συμφωνητικά δεν μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και να παραπλανήσουν τρίτους επειδή αφενός το ΚΕΚ-ΝΕΛΕ Καρδίτσας δεν έχει νομική προσωπικότητα και έτσι δεν μπορεί να είναι φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αφετέρου ο αναιρεσείων δεν υπεισήλθε στην προϋπάρχουσα της καταρτίσεως των ανωτέρω συμφωνητικών μίσθωση των αυτών γραφείων, η οποία συνεχίζετο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, προς απόρριψη των οποίων οφείλει το Δικαστήριο να διαλαμβάνει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά άρνηση των στοιχείων της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων και, συνεπώς, το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει επ'αυτών ειδικώς, απάντησε δε εκ του πράγματος με το να δεχθεί την τέλεση από τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω πράξεως. Μετά ταύτα η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσίαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18 Μαΐου 2007 αίτηση του Α περί αναιρέσεως της 454/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι

(220)ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος εκ πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.