← Ελλάδα

ΑΠ 2672/2008 — Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καταδολίευση δανειστών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2672 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Άρθρο 397 παρ. 1 ΠΚ. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για καταδολίευση δανειστών. Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρ. 397 ΠΚ. Στοιχεία αυτού. Κατ’ έγκληση δίωξη. Δεν απαιτείται η απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη ή δικαστικώς ανεγνωρισμένη. Χρόνος τελέσεως ο χρόνος μεταγραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου και όχι ο χρόνος συντάξεως αυτού. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 2672/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ---- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Νικόλαο Ζαΐρη (που ορίστηκε προς συμπλήρωση της συνθέσεως με τη με αριθμό 54/2008 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαΐου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Παναγιωτόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 9036/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ξ1 και 2) Ξ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 461/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η κατά το είδος τους αναφορά γενικώς χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο τινά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, όπου πρέπει να διαλαμβάνεται για έγκλημα που διώκεται κατ' έγκληση, εφ' όσον η έγκληση υπεβλήθη μετά την παρέλευση του τριμήνου από την τέλεσή του, ο χρόνος που ο δικαιούμενος στην υποβολή της εγκλήσεως έλαβε γνώση της πράξεως και του προσώπου που την ετέλεσε ή ενός από τους συμμετόχους της. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων ως και η από τον αναιρεσείοντα διαφορετική εκτίμηση και αποδεικτική αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, διότι ούτω πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 Π.Κ. "Ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη" και παρ. 3 "Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από έγκληση". Από την διάταξη της παρ. 1 προκύπτει ότι για τον απαρτισμό της εννοίας του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται αντικειμενικώς ή, ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποιήσεως του δανειστού με έναν από τους προαναφερομένους τρόπους, καθοριζομένους υπαλλακτικώς, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση έστω και με την έννοια του ενδεχομένου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία, επομένως απαιτήσεως, η οποία δεν απαιτείται να είναι εκκαθαρισμένη και δικαστικώς ανεγνωρισμένη ως και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως του δανειστού, με την γενομένη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα απαλλοτρίωση, πράγμα όπερ συμβαίνει οσάκις το κατά τ' άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά την γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστού. Απαλλοτρίωση, συνεπώς, είναι κάθε νομική διάθεση, με την οποία αποχωρίζεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, εφ' όσον με την διάθεση αυτή αποκλείεται ή μειώνεται η δυνατότης του δανειστού προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Ο αποχωρισμός αυτός και η μεταβίβαση του περιουσιακού στοιχείου επί εκποιήσεως ακινήτου, επέρχεται από την μεταγραφή της συμβάσεως (άρθρο 1033, 1192 αριθμ. 1 και 1198 Α.Κ.), στο χρόνο της οποίας τοποθετείται και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος, αφ' ότου το μεταβιβασθέν καθίσταται νομικώς απρόσιτο στην αναγκαστική εκτέλεση και όχι στο χρόνο καταρτίσεως της μεταβιβαστικής συμβάσεως με μόνη την οποία δεν αποξενώνεται ο οφειλέτης του περιουσιακού του στοιχείου, αφού ο δανειστής έχει την δυνατότητα να ικανοποιηθεί από αυτό ολικά ή μερικά με την επιβολή επ' αυτού αναγκαστικής εκτελέσεως, ενώ, περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 17 εδάφιο α' Π.Κ. "χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει". Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατ' έφεση, εδέχθη, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό του, σε συνδυασμό με το διατακτικό, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα τα εξής: "Ο 1ος των εγκαλούντων, Ξ1, με το από 10-7-1995 μισθωτήριο εκμίσθωσε στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, Χ, ένα ισόγειο κατάστημα με υπόγειο και αύλειο χώρο, πού βρίσκεται στο .... επί της οδού ...., το οποίο ο τελευταίος χρησιμοποιούσε μέχρι τις 19-7-2001 για την άσκηση επιχείρησης γενικού εμπορίου εύφλεκτων και αναφλέξιμων προϊόντων και υλικών, όπως μπαταρίες, βαρελάκια με ασετόν, φιάλες με αναφλέξιμο περιεχόμενο με ένδειξη "νεκροκεφαλή" και σήμανση "απαγορεύεται άνω των 20 βαθμών C" κλπ.. Στις 19-7-2001, ώρα 00.40', προκλήθηκε μεγάλης έκτασης πυρκαγιά με επαναλαμβανόμενες εκρήξεις, από την οποία καταστράφηκε πλήρως το ακίνητο των εγκαλούντων από το υπόγειο μέχρι το δώμα του Α' ορόφου πάνω από το ισόγειο. Η εν λόγω πυρκαγιά, όπως προκύπτει από τη συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, οφείλεται σε ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα που εκδηλώθηκε σε πρόχειρη, παράνομη και επικίνδυνη ηλεκτροδοτική σύνδεση ενός μικρού δωματίου στον ημιόροφο του παταριού από το δίκτυο του διαμερίσματος του Α' ορόφου μέσω του κλιμασκοστασίου, την οποία ενήργησε ο 1ος εγκαλών και γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ακολούθως η φωτιά από πτώση των φλεγόμενων καλωδίων και μέσω της μεταλλικής περιστροφικής σκάλας μεταφέρθηκε διαδοχικά στους χώρους του ισογείου και του υπογείου, όπου υπήρχαν τα προαναφερόμενα εύφλεκτα και αναφλέξιμα υλικά. Η πρόκληση της ζημιογόνου πυρκαγιάς οφείλεται και σε συντρέχουσα αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία προφυλακτικά μέτρα πυρασφάλειας και να εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού και πυρόσβεσης, για την αποτροπή και την αντιμετώπιση πυρκαγιάς από οποιαδήποτε αιτία και τον περιορισμό των σχετικών ζημιών, παρά την ύπαρξη στον χώρο του μισθίου πολλών εύφλεκτων και αναφλεξίμων υλικών. Κατόπιν αυτού, οι εγκαλούντες κατέθεσαν στις 2-8-2001 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την 3782/2002 απόφαση διέταξε τη συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του κατηγορουμένου για την εξασφάλιση πιθανολογημένων απαιτήσεων αποζημίωσης των εγκαλούντων ποσού 97.938 ευρώ και 103.711 ευρώ, αντίστοιχα. Στο μεταξύ χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος, αναμένοντας την προβολή απαιτήσεων αποζημίωσης των εγκαλούντων εναντίον του και με πρόθεση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτών, μεταβίβασε πραγματικά (και όχι εικονικά) με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ραΐση λόγω γονικής παροχές στις κόρες του, Ψ και Ζ τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, δηλαδή το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος επί της οδού .... στην .... και την ψιλή κυριότητα ενός αγροκτήματος δέκα στρεμμάτων στη .... αξίας 15.000.000 δρχ. περίπου το καθένα, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικότερα στο διατακτικό της απόφασης, ματαιώνοντας έτσι την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εγκαλούντων. Επομένως, ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη της καταδολίευσης δανειστών σε βάρος των εγκαλούντων και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός - ένσταση του εκκαλούντος για κήρυξη ως απαράδεκτης της ποινικής δίωξης λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της σχετικής έγκλησης, αφού από τον χρόνο που οι εγκαλούντες έλαβαν αποδεδειγμένα γνώση τής σε βάρος τους καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, δηλαδή μετά την 20-9-2001, οπότε αναβλήθηκε η προαναφερόμενη αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων για τη δικάσιμο της 30-10-2001, μέχρι τις 9-11-2001, οπότε υποβλήθηκε η σχετική έγκληση, δεν παρήλθε η τρίμηνη προθεσμία του άρθρου 117 παρ. 1 του ΠΚ". Μετά ταύτα, αφού απέρριψε την ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα του ότι: "Στην Αθήνα στις 1.8.2001 τέλεσε τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: όντας οφειλέτης, με πρόθεση ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση των δανειστών του, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικες δικαιοπραξίες. Και συγκεκριμένα, όντας οφειλέτης ποσών αντίστοιχα α) "58.332.400" δρχ. στον πρώτο εγκαλούντα Ξ1 και β) "57.400.000" δρχ. στη δεύτερη εγκαλούσα Ξ2, ιδιοκτήτες του επί της οδού ... ακινήτου (και δη συνιδιοκτήτες) που αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο κατάστημα με πατάρι και Α' υπέρ το ισόγειο ορόφου, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς από υπαιτιότητα του κατηγορουμένου από έκρηξη που προκλήθηκε στο ισόγειο κατάστημα που είχε εκμισθώσει από τον ως άνω πρώτο εγκαλούντα, μεταβίβασε με το υπ' αριθμ. .... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Μιλτιάδη Ραΐση, λόγω γονικής παροχής στις δεύτερη και τρίτη κατηγορούμενες - κόρες του (Ψ και Ζ, τα εξής ακίνητα: α) προς την Ψ κατά πλήρη κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος με στοιχείο Ε-2 του Ε' πάνω από το ισόγειο εν Β' εσοχή ορόφου (ρετιρέ της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην .... και επί της οδού ...., επιφάνειας 87 τ.μ., αξίας πλέον των "15.000.000" δρχ. και β) προς την Ζ την ψιλή κυριότητα επί ενός ελαιοπεριβόλου με διακόσια εβδομήντα

(270)ελαιόδεντρα, εκτάσεως 10 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στη θέση "...." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... του τέως Δήμου .... του Νομού ...., αξίας πλέον των "15.000.000" δρχ., που ήταν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία, ματαιώνοντας έτσι ολικά την ικανοποίηση των απαιτήσεων των ανωτέρω εγκαλούντων". Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κακώς απερρίφθη η ένστασή του περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως, λόγω εκπροθέσμου υποβολής της εγκλήσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, από του χρόνου, κατά τον οποίον εδέχθη αυτή ότι απεδείχθη ότι έλαβαν γνώση της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας οι εγκαλούντες μέχρι της υποβολής της εγκλήσεως, δεν παρήλθε τρίμηνο. Επίσης η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της εκφράσεως "όντας οφειλέτης" και "αναμένοντας την προβολή απαιτήσεων αποζημίωσης", στο διατακτικό και το αιτιολογικό αντιστοίχως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, κατά τα' άνω εκτεθέντα, η απαίτηση δεν απαιτείται να είναι προηγουμένως ανεγνωρισμένη δικαστικά, αρκούσης, μάλιστα, και απαιτήσεως υπό αναβλητικήν αίρεση ή προθεσμία. Όμως, με αυτά που εδέχθη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς τον χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως της καταδολιεύσεως δανειστών, ήτοι την 1.8.2001 δεν αιτιολόγησε και εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 397 παρ. 1 και 17 εδ. α' Π.Κ., διότι εδέχθη ως χρόνο τελέσεως την ημερομηνία συντάξεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Ραΐση, και όχι τον χρόνον μεταγραφής του συμβολαίου αυτού, για τον οποίον επίσης ουδαμού κάνει λόγον στην αιτιολογία της αποφάσεως και ο οποίος, όμως, είναι ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, κατά τα άνω εκτεθέντα. Ούτω, κατ' αυτεπάγγελτον έρευνα των λόγων αναιρέσεως αναφερομένων στα στοιχ. Δ' και Ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 510 Κ.Π.Δ., συμφώνως προς το άρθρο 511 ιδίου Κώδικος, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί προς νέα συζήτηση ή υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο (άρθρο 519 Κ.Π.Δ.). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9036/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που είχαν δικάσει προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουλίου 2008. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.