← Ελλάδα

ΑΠ 2677/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νομίμου βάσεως έλλειψη

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2677 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Φοροδιαφυγή, Νομίμου βάσεως έλλειψη. Περίληψη: Μη καταβολή χρεών στο Δημόσιο. Στοιχεία αδικήματος άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 23 του Ν. 2523/

  1. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφάσεων και ασαφειών (αντίφαση μεταξύ διατακτικού και σκεπτικού, ασάφεια αν η πράξη τελέστηκε άπαξ ή κατ’ εξακολούθηση κλπ.) Βάσιμοι οι λόγοι. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 2677/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αναγνωστόπουλο, περί αναιρέσεως της ΒΤ 3071/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19.10.2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1843/
  2. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους. Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους, που η εξόφλησή του έχει ρυθμισθεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος. Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του ν. 2523/
  3. Με την αντικατάσταση αυτή, αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κρίσιμα στοιχεία, για πράξεις που είχαν τελεσθεί κατά την ισχύ του Ν. 2523/1997, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι : 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος αυτού, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι, ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών, ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Το ίδιο πιο πάνω άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 3220/2004, οι διατάξεις του οποίου είναι ευμενέστερες, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης και θεμελίωσης της ποινικής ευθύνης, αλλά δυσμενέστερες κατά το μέρος που δεν απαιτούν την καθυστέρηση ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, το συνολικό ποσό του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος παρ.3 και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 περ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει προέκυψε ότι " Η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε στη ΔΟΥ Κορυδαλλού Πειραιώς το ποσό των 191.688, 55 ευρώ, το οποίο είχε βεβαιωθεί σε βάρος της από την παραπάνω ΔΟΥ, ως χρέος από απόφαση ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα ως χρηματική ποινή, στις 20/10/2002, με προθεσμία για την εφάπαξ καταβολή του την 29/11/2002". Με το σκεπτικό δε αυτό το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, αφού απέρριψε, με τις διαλαμβανόμενες περαιτέρω στην απόφασή του σκέψεις, τους προταθέντες από την κατηγορουμένη αυτοτελείς ισχυρισμούς, κήρυξε αυτήν ένοχη και της επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4, 40 ευρώ ημερησίως, για μη καταβολή χρεών προ το Δημόσιο (άρθρα 25 παρ.2, 3 Ν. 1882/90, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρ.23 παρ.1, 2 ν.2523/97 σε συνδ. με τα άρ.3, 5 ν.2943/01) με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ, και συγκεκριμένα του ότι " "Στον Πειραιά κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.2003 μέχρι 31.7.2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στη μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους: α) τα 2.900 €, β) τα 5.900 €, γ) τα 8.800 € ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: α) τα 5.900 €, β) τα 8.800 € και γ) τα 13.500 € όπως αναπροσαρμόσθηκε βάσει του Ν. 2943/2001: α) το 1.000.000 δρχ. σε 2.900 €, β) τα 2.000.000 δρχ. σε 5.900 €, γ) τα 3.000.000 δρχ. σε 8.800 €, δ) τα 4.500.000 δρχ. σε 13.500 €. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου όπως αναλυτικώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από Ιανουάριο 2004 μήνυση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού ηθελημένα δεν κατέβαλε α) ποσό - που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, β) ποσό 236.563, 45 που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από την λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Από την αντιπαραβολή του σκεπτικού και του διατακτικού προκύπτει ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση έχουν εμφιλοχωρήσει αντιφάσεις, και ασάφειες. Ειδικότερα, ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε στη ΔΟΥ Κορυδαλλού Πειραιώς το ποσό των 191.688, 55 ευρώ, το οποίο είχε βεβαιωθεί σε βάρος της από την παραπάνω ΔΟΥ, ως χρέος από απόφαση ποινικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα ως χρηματική ποινή, στις 20/10/2002, με προθεσμία για την εφάπαξ καταβολή του την 29/11/2002, στο διατακτικό όλως αντιφατικώς, γίνεται δεκτό ότι η κατηγορουμένη δεν κατέβαλε όχι το συγκεκριμένο χρέος που αναφέρεται στο σκεπτικό , αλλά " διάφορα χρέη υπέρ του δημοσίου", για τον προσδιορισμό των οποίων μάλιστα παραπέμπει "στο συνημμένο πίνακα χρεών που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος την από Ιανουάριο 2004 μήνυση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού", το ύψος δε των χρεών αυτών προσδιορίζεται στο διατακτικό στο ποσό των 236.563, 45 ευρώ, "που αφορά λοιπούς φόρους και χρέη γενικά". Επιπλέον, ενώ στο σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα αφορά ένα χρέος και τελέστηκε άπαξ "με προθεσμία για την εφάπαξ καταβολή του την 29/11/202", στην αρχή του διατακτικού γίνεται λόγος για "περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος", οι οποίες τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.2003 έως 31.7.2003, χωρίς όμως να διευκρινίζονται κατ' είδος και ποσό τα επί μέρους αυτά χρέη που συνιστούν το κατ' εξακολούθηση αδίκημα και έτσι δεν προκύπτει αν κάθε ένα μερικότερο χρέος του κατ' εξακολούθηση αδικήματος υπερβαίνει το όριο εκείνο που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής. Παράλληλα δε, και ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, ότι πρόκειται για χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις και ο αναιρεσείων καθυστέρησε την καταβολή τριών συνεχών δόσεων, σε αντίφαση με τα πιο πάνω, στο τέλος του ίδιου διατακτικού αναφέρεται ότι η κατηγορουμένη αυτή "καθυστέρησε την καταβολή πέραν των 2 μηνών από την λήξη καταβολής για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ". Ενόψει της προφανούς αυτής μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού αντίφασης, αλλά και όσων αντιφατικών και ασαφών αναφέρονται στο διατακτικό, δεν καθίσταται σαφές, πλην άλλων, ποιό ήταν το χρέος του κατηγορουμένου προς το Δημόσιο για την μη καταβολή του οποίου κρίθηκε ένοχη η κατηγορουμένη αναιρεσείουσα, ούτε αν πρόκειται για αδίκημα που τελέστηκε άπαξ ή κατ' εξακολούθηση. Εξαιτίας δε των ασαφειών αυτών και αντιφάσεων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Συνεπώς, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου για τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι και κατ' ουσίαν βάσιμοι. Πρέπει δε, ακολούθως, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 3071/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου
  4. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου
  5. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.