← Ελλάδα

ΑΠ 269/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 269 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία. Περίληψη: Πλαστογραφία με χρήση. Άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 269/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Βασίλειο Φράγγο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαμπάνη, περί αναιρέσεως της 2387/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιουνίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/2009. Αφού άκουσε Του πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση εγγράφου από το δράστη, που να το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, ήτοι η αλλοίωση της έννοιας του, με μεταβολή του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη και τη θέληση ή αποδοχή πραγματώσεως των περιστατικών αυτών και, επιπλέον, το σκοπό του δράστη (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει, με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, που μπορεί να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο, οι οποίες αναφέρονται στη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου στοιχειοθετείται αντικειμενικά όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο του τρίτον και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση ο τρίτος ή να παραπλανηθεί από αυτό. Η χρήση του εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά επιβαρυντική περίσταση, που λαμβάνεται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως κατάρτιση πλαστού εγγράφου συνιστά και η συμπλήρωση από τον υπαίτιο των στοιχείων του άρθρου 1 του Ν. 5960/1933 ελλιπούς ως προς τα στοιχεία αυτά επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιοδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του πλαστού εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για πλαστή επιταγή, η οπισθογράφησή της και η εμφάνιση προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για τη βεβαιότητα δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα το σύνολό τους, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2387/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε κατ' έφεση, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού άπαξ και κατ' εξακολούθηση και του επεβλήθη ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, ανασταλείσα. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατά κατηγορία αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα : "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται .Ειδικότερα από τα άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι στις 13-1-03 άγνωστοι δράστες έκλεψαν από την κατοχή του ..., από το χώρο του κοιμητηρίου του ..., μαζί με άλλα αντικείμενα και το μπλοκ των επιταγών του μεταξύ των οποίων και οι επίδικες ... επιταγές της Εμπορικής Τράπεζας συρόμενες από τον ... λογαριασμό του ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος από κοινού με τους Ζ, ... και ... αν και δεν γνώριζαν ούτε είχαν κάποια σχέση με τον ανωτέρω, μεταξύ τους όμως γνωριζόντουσαν συμπλήρωσαν οι τρεις πρώτοι την πρώτη των άνω επιταγών και όλοι μαζί την δεύτερη αυτών, αυθαίρετα και χωρίς την συναίνεση του ανωτέρω νομίμου κατόχου τους, καθόλα τα μη έντυπα στοιχεία, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας και συμπλήρωσαν την μεν πρώτη σε διαταγή ... και την δεύτερη σε διαταγή <ΣΤΑΛΚΟΝ ΑΕ>, που είναι ανύπαρκτα πρόσωπα, στην θέση του εκδότη έθεσαν δυσανάγνωστη υπογραφή και έθεσαν τις υπογραφές τους ως οπισθογράφοι και νόμιμοι καλόπιστοι κομιστές αυτών με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας, περί του ότι αυτοί είναι νόμιμοι κομιστές αυτών, στη συνέχεια δε εμφάνισαν στην πληρώτρια τράπεζα δια του Ζ, ο οποίος τις εμφάνισε στην Λαϊκή Τράπεζα που ήταν πελάτης .Τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι αν και μεταξύ τους όλοι οι άνω κατηγορούμενοι γνωρίζονται δεν υφίσταται μεταξύ τους κάποια επαγγελματική σχέση που να δικαιολογεί την έκδοση των άνω επιταγών και την οπισθογράφησή τους από αυτούς. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος από κοινού με τους προαναφερθέντες προέβη στην πράξη της πλαστογραφίας μετά' χρήσεως άπαξ και κατ' εξακολούθηση, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στα διατακτικό της παρούσας.".Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 2 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 216 παρ. 2, 1 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και ούτε ευθέως ή εκ πλαγίου παρεβίασε, με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά, αιτιολογηθεί δε με σαφήνεια και πληρότητα τον άμεσο δόλο, καθώς και τον εγκληματικό σκοπό του κατηγορουμένου, με την έκθεση στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, των περιστατικών εκείνων, από τα οποία προκύπτει η γνώση του με την έννοια της βεβαιότητος (επίγνωσης - πλήρους γνώσης) για την πλαστότητα των επιταγών, τις οποίες κατά τα μη έντυπα στοιχεία τους συμπλήρωσε μαζί με τους συγκατηγορουμένους του, χωρίς την συναίνεση του νομίμου κατόχου τους, όπως επίσης αιτιολογείται και η χρήση των πλαστών επιταγών, με το να οπισθογραφήσει αυτές στον Ζ, ο οποίος εν συνεχεία τις εμφάνισε στην Τράπεζα προς πληρωμή, η δε παραπομπή συμπληρωματικά στο αναλυτικό διατακτικό της, ως προς τα τυπικά στοιχεία της κατηγορίας, είναι επιτρεπτή, αφού δεν υπήρχε διαφοροποίηση ως προς την διατύπωσή της. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως, ήτοι ότι α) αδικαιολόγητα και συμπερασματικά δέχεται το Εφετείο ότι πλαστογράφησε με άλλους τις επιταγές, παραβλέποντας και αγνοώντας ότι είναι σφόδρα πιθανό να πλαστογραφήθηκαν από το ... για να παραπλανήσει αυτόν (αναιρεσείοντα) και Ζ β) στο σκεπτικό εμφιλοχωρούν αντιφάσεις και αυθαίρετα συμπεράσματα, ενώ είναι γνωστό ότι σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής ειδοποιείται η πληρώτρια Τράπεζα και ανακαλούνται οι επιταγές, γ) αυθαιρέτως δέχεται το Δικαστήριο ότι εμείς δεν είχαμε κάποια επαγγελματική σχέση μεταξύ μας, ενώ είναι γνωστό ότι η έκδοση επιταγής είναι αναιτιώδης, πλήττουν, με την επίκληση, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21 Ιουνίου 2009 αίτηση - Δήλωση του Χ περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2387/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου
  2. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.