← Ελλάδα

ΑΠ 2691/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Απόπειρα, Βιασμός

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2691 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Απόπειρα, Βιασμός. Περίληψη: Βιασμός. Στοιχεία εγκλήματος. Όχι απόπειρα η μη ολοκλήρωση της συνουσίας, αν τελέστηκαν άλλες ασελγείς πράξεις. Λόγοι αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας και κακή εκτίμηση αποδείξεων. Απορρίπτει αναίρεση. Αριθμός 2691/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 894/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1100/2008. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 422/15.09.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1+4, 138 παρ. 2β, 485 παρ. 1β Κ.Π.Δ. την υπ'αρ. 115/11-6-2008 (ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ, που ασκήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Χρυσούλας Ψαράκη (δυνάμει της από 6-6-2008 εξουσιοδοτήσεως) κατά του υπ'αρ. 894/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ' ακόλουθα: Ι) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ'αρ. 3455/2007 βούλευμά του παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. Αθηνών όπως δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ). Μετά από έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος κατά του ανωτέρω βουλεύματος εξεδόθη, το προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως βούλευμα με το οποίο απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεσή του. Το εν λόγω βούλευμα επεδόθη εις τον κατηγορούμενο δια θυροκολλήσεως την 4-6-2008, εις δε την αντίκλητό του επίσης δια θυροκολλήσεως την 11-6-2008 (βλ. αποδεικτικά). Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεση (αρ. 473 παρ. 1, 474 παρ. 1 ΚΠΔ) και παραδεκτή αφού στρέφεται κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση (αρ. 482 παρ. 1α ΚΠΔ) και περιέχει συγκεκριμένους και σαφείς λόγους αναιρέσεως (αρ. 474 παρ. 2 ΚΠΔ). ΙΙ) Προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως: α) 'Ελλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας διότι δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν πλήρως την πράξη δεν εκτίθεται το είδος, το μέσο και ο τρόπος εκδηλώσεως της σωματικής βίας ούτε αναφέρεται ως πραγματικό γεγονός αν αυτή η δύναμη δεν μπορούσε να απωθηθεί από την εγκαλούσα ούτε αν και με ποιόν τρόπο η εγκαλούσα απώθησε ή επεχείρησε να απωθήσει την φυσική του δύναμη ούτε αν ατή η απώθηση επέφερε ή όχι αποτέλεσμα ούτε αν απέτρεψε ή όχι την συνουσία που επεδίωκε. β) 'Ελλειψη ειδικής αιτιολογίας διότι δεν προσδιορίζει εάν διακόπηκε η ασέλγεια που του καταλογίζεται διότι εάν η ενέργειά του ανεκόπη από την δράση της εγκαλούσας υφίσταται απόπειρα ενώ η εκούσια και αυθόρμητη υπαναχώρηση καθιστά την πράξη ατιμώρητη. γ) Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, δηλ. του άρ. 336 παρ. 1 ΠΚ. Επίσης προβαίνει σε αξιολόγηση και αντίκρουση των πραγματικών περιστατικών, (μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων). ΙΙΙ) α) Η απαιτούμενη από τα άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών (αποχρωσών) ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα που ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προέκυψαν οι αποχρώσες ενδείξεις (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2090/2005). Το βούλευμα περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και όταν αναφέρεται στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, εφ' όσον η τελευταία διαλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π. Δ/σύνη 2004/617, Συμβ. ΑΠ. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732). β) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει διαφορετική έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε στην διάταξη που εφαρμόστηκε (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 9/2001), όταν δηλ. το συμβούλιο υπάγει τα πραγματικά περιστατικά στην έννοια του νόμου, τα οποία όμως υπάγονται σε άλλη διάταξη νόμου που δεν αρμόζει στην συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 727/88, Α.Π. 179/87, Ποιν.Χρ. 1987/5, 07). Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση ή ασάφεια ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Α.Π. 1307/2004, Α.Π. 2043/85 Π.Χρ. 1986/368, Β. Ζησιάδη "Η εκ πλαγίου παράβαση του ποινικού νόμου" σελ. 12-13, 42-43, 50). Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 Π.Κ. η οποία ορίζει ότι: "Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία εξώγαμη ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης τιμωρείται με κάθειρξη" και που σκοπό έχει την προστασία της ελευθερίας του ατόμου να αποφασίζει αν, πότε και με ποιο άτομο θα έρχεται σε σαρκική ομιλία, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) Εξαναγκασμός άλλου με βία ή απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου. Παθητικό υποκείμενο μπορεί να είναι άρρεν ή θήλυ ανεξάρτητα από ηλικία (Α.Π. 62/2000 Π.Χρ. Ν/213). Εξαναγκασμός νοείται και συντρέχει, όταν το πρόσωπο παρά τη θέληση του ενεργεί ή υφίσταται εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως (Α.Π. 517/2000 Π.Χρ. Ν. 213) και ειδικότερα με την κάμψη της αντίθετης βουλήσεως του. Σωματική βία: είναι η φυσική δύναμη που δεν μπορεί να απωθηθεί και η οποία, επιδρώντας στο σώμα του παθόντος, αναγκάζει τούτο, παρά τη θέληση του να υποστεί, ανεχθεί ή επιχειρήσει εξώγαμη συνουσία, ενώ απειλή είναι αυτή που ενέχει απειλή με επικείμενο κίνδυνο ζωής (άμεσο και σπουδαίο) ή άλλου ουσιώδους δικαιώματος (Συμβ. Α.Π. 571/2003 Ποιν. Δικ/σύνη 2003 σελ. 1019). β) εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως. Ασελγείς πράξεις νοούνται εκείνες που ανάγονται στη γενετήσια σφαίρα οι οποίες αντικειμενικώς προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών και υποκειμενικώς κατευθύνονται στην διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας (Α.Π. 497/2000 Π.Χρ. Ν/973, ΑΠ 571/99 Π.ΧΡ. Ν 213, ΑΠ 105/98 Π.ΧΡ. ΜΗ/754 Α. Ζύγουρας. γ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος συνιστάμενος στην βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τα δύο μαζί, να εξαναγκάσει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή άλλη ασελγή πράξη, περιλαμβάνει επίσης την γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί σ'αυτήν. Αρκεί και ενδεχόμενος (Τούση Γεωργίου Ερμ. ΠΚ, έκδοση δ' υπ'αρ. 336 σελ. 869 επομ. Γάφου Ειδικό Ποινικό Τεύχος Ε σελ. 6). Η πράξη είναι τετελεσμένη όταν επιτευχθεί η συνουσία, αλλά και στην περίπτωση που σκοπήθηκε η συνουσία, αν τελέσθηκαν άλλες πράξεις που αυτοτελώς θεωρούμενες αποτελούν ασέλγεια, υπάρχει ολοκληρωμένο έγκλημα βιασμού και αν ακόμη δεν συντελέσθηκε η ικανοποίηση της ορμής του δράστη. V) Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Αντεισαγγελέως Εφετών (Συμβ. Α.Π. 2168/05 Π.Δ/σύνη 2006/732, Συμβ. Α.Π. 96/2004 Π.Δ./σύνη 2004/617) με βάση τα κατ'είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (Συμβ. Α.Π. 1485/2004, Π.Δ./σύνη 2004/1453), που συνελέγησαν κατά την προανάκριση και κυρία ανάκριση ήτοι: ένορκες και ανωμοτί μαρτυρικές καταθέσεις έγγραφα μεταξύ των οποίων έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως, έκθεση αυτοψίας του τόπου του εγκλήματος μετά εγχρώμων φωτογραφιών, δέκα πέντε τον αριθμό του ιδίου χώρου, που υπεβλήθησαν στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών με την υπ'αρ. 1048/2/14-1γ/31-3-2006 αναφορά του Διοικητού του Τμήματος Ασφαλείας Μεταμορφώσεως Αττικής και απολογίες του κατηγορουμένου, εδέχθη ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στην ... και επί της οδού ..., υφίσταται και λειτουργεί καθημερινώς αναψυκτήριον, ιδιοκτησίας Ζ, γεννηθείσης την ..., κατοίκου ... και επί της οδού .... Ο κατηγορούμενος-εκκαλών, εργαζόμενος ως οικοδόμος εις ευρισκομένην πλησίον του ως άνω αναψυκτηρίου οικοδομήν, διήρχετο καθημερινώς, ως πελάτης, από το ειρημένο αναψυκτήριον, ούτω δε έπραξεν και την 31-01-2006, μετά το πέρας των οικοδομικών εργασιών και περί ώραν 14.45', όπως συνέβη και με άλλους συναδέλφους του στις εργασίες της οικοδομής που προαναφέρθηκε. Κατά την παραμονή του στο αναψυκτήριον ο κατηγορούμενος παρήγγειλε και κατηνάλωσε πλείονα του ενός ποτά ουΐσκυ, ενώ οι συναδελφοί του οικοδόμοι παρήγγειλαν και ήπιαν τσίπουρο. Βασίμως εκτιμάται ότι, καθ'όν χρόνον ο κατηγορούμενος και οι συνάδελφοί του οικοδόμοι ευρίσκοντο στο συγκεκριμένο αναψυκτήριο, όπως προεξητέθη, η ιδιοκτήτρια του αναψυκτηρίου επέδειξε έναντι αυτών (θαμώνων πελατών) μίαν διαχυτικότητα και ελευθεριότητα συμπεριφοράς, ως εκ του ότι και η ιδία είχεν προβεί εις χρήσιν αλκοόλ αφ'ενός, εν συνδυασμώ προς υφιστάμενα προβλήματα στην προσωπική συναισθηματική της σχέση, συνεπαγόμενα ανάλογον αυτής ψυχολογικήν επιβάρυνσιν, αφ'ετέρου (Σχετ. η από 29-9-2006 ένορκη ανακριτική μαρτυρική κατάθεση ..., εν συνδ. προς από 31-01-2006 προανακριτική ένορκη μαρτυρική κατάθεση ...). 'Ετσι, μετά την αποχώρηση από το αναψυκτήριον των συναδέλφων του οικοδόμων και ενώ ο κατηγορούμενος έχει παραμείνει σ'αυτό (αναψυκτήριον) τελευταίος, επωφεληθείς του όλου προαναφερθέντος κλίματος και καθ'ον χρόνον η ιδιοκτήτρια του αναψυκτηρίου είχεν μεταβεί στην τουαλέττα του καταστήματος, την ηκολούθησεν εις αυτήν (τουαλέτα), στην οποίαν εισήλθε ανοίξας την κλειστή μεν ανασφάλιστον (δεν ασφάλιζε) δε θύραν και ενεφανίσθη ενώπιόν της "με κατεβασμένο το παντελόνι και το εσώρουχόν του και το πέος σε στύση" (Ορ. από 31-01-2006 κατάθεση παθούσης ιδιοκτητρίας του αναψυκτηρίου Ζ). Εκεί, παρά την υπόδειξη της παθούσης "να φύγει από την πόρτα" και να εξέλθουν από την τουαλέττα, ο κατηγορούμενος την "έπιασε με τα χέρια του βίαια" και προσεπάθησε ανεπιτυχώς να την φιλήσει, όταν δε κατόπιν απωθήσεως του κατηγορουμένου κατόρθωσε η παθούσα να εξέλθει του χώρου της τουαλέττας, ο κατηγορούμενος την ηκολούθησεν εις τον κυρίως χώρον του καταστήματος, αναποδογυρίσας έξι περίπου σκαμπό και ενώ την "είχε στριμώξει στην μπαριέρα" του καταστήματος "κάποια στιγμή έπεσα κάτω και τότε αυτός προσπάθησε να βάλει του πέος του μέσα μου. Δεν θυμάμαι αν μπήκε, αυτό που θυμάμαι είναι ότι με κρατούσε σφιχτά κοντά του με το δεξί χέρι και με το αριστερό του χέρι, με τα δάκτυλα, μου έπιασε το γεννητικό μου όργανο και προσπαθούσε να με ερεθίσει βάζοντας το δάκτυλο μέσα....... Δεν φορούσε προφυλακτικό και σε όλο αυτό το χρόνο μου έβγαλε τις μπότες, την μία κάλτσα, το κολάν, το εσώρουχο και το παντελόνι, διότι όπως διαπίστωσα αργότερα δεν φορούσα την μία κάλτσα, το εσώρουχό μου μαύρου χρώματος και το κολάν κόκκινου χρώματος. Επίσης σε όλη την προσπάθειά μου έπιανε το στήθος" (Ορ. σχετ. από 31-01-2006 προανακριτική μαρτυρική κατάθεση παθούσης Ζ). Είναι χαρακτηριστικόν ότι ο κατηγορούμενος συνομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, ισχυριζόμενος όμως ότι όλα έλαβαν χώραν τη συναινέσει της παθούσης. Υπ'αυτήν όμως την εκδοχήν της συναινέσεως, δεν δύνανται να τύχουν λογικής εξηγήσεως οι αναμφισβήτητες αποδείξεις ασκήσεως βίας επί της παθούσης και ειδικώτερον: Α) Από την ιατροδικαστική κλινική εξέταση της παθούσης διεπιστώθη ότι αυτή έφερε κακώσεις με "ορισμένους χαρακτήρες συμβατούς κακώσεων εξαναγκασμού-ακινητοποιήσεως", πλέον συγκεκριμένα δε "Επισκοπικώς, απομονώθηκαν οι κάτωθι κακώσεις" - Κυκλοτερής μικροεκχύμωση κάτω τεταρτημορίου έξω επιφανείας προσθίας χώρας δεξιού μηρού, στα όρια με την προσθία χώρα του συστοίχου γόνατος δ. 1,5 εκ. - Δύο κυκλοτερείς μικροεκχυμώσεις του άνω τριτημορίου της έξω επιφανείας της προσθίας χώρας της αριστεράς κνήμης δ. 2 και 1,5 εκ. - Γραμμοειδής μικροεκδορά κάτω τριτημορίου προσθίας χώρας αριστερού μηρού, μ. 2,5 εκ." (Ορ. σχετ. υπ'αριθμ. ... ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως ιατροδικαστού ..., της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών). Β) Από την υπ'αριθμ. πρωτ. ... 'Εκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Αναλύσεως Βιολογικών Υλικών της Δ.Ε.Ε. της ΕΛ.ΑΣ, προκύπτει ότι: 1) αίμα ευρεθέν στα χέρια και τον δεξιό μηρό του κατηγορουμένου, προήρχεο από την παθούσα Ζ, 2) Βιολογικόν υλικόν (καστανοκόκκινες κηλίδες) που ευρέθη στο εσώρουχον του κατηγορουμένου, προήρχετο επίσης από την παθούσα Ζ (οι καστανοκόκκινες κηλίδες του εξετασθέντος βιολογικού υλικού εμπεριείχαν αίμα, ως εργαστηριακώς διεπιστώθη) (Ορ. σχετ. την ως άνω 'Εκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης, βασισθείσαν σε ανάλυση πυρηνικού DNA του εξετασθέντος βιολογικού υλικού). Γ) Από τις δέκα πέντε

(15)τον αριθμόν έγχρωμες φωτογραφίες, που υφίστανται στην δικογραφία και απεικονίζουν τον τόπον του εγκλήματος, δηλαδή τον χώρον του καταστήματος της παθούσης, από τα απεικονιζόμενα επί του δαπέδου του αναψυκτηρίου κατά τρόπον ευκρινέστατον αίματα της παθούσης και την γενικωτέραν ακαταστασίαν (αναποδυγυρισμένα σκαμπό κ.λ.π.) του ειρημένου χώρου, προδήλως καταφάσκεται η εναντίον της παθούσης άσκηση, εκ μέρους του κατηγορουμένου, σωματικής βίας. Περαιτέρω είναι γεγονός, ότι η παθούσα ευρέθη από τους προστρέξαντες στο κατάστημά της αστυνομικούς "σε έντρομη κατάσταση και κλαίουσα. Η μπλούζα της ήταν γεμάτη αίματα και δεν φορούσε παπούτσια. Οι μπότες της ήταν πεσμένες πίσω από τον πάγκο του καταστήματος. Είδα αίματα στο πρόσωπό της και την ζώνη του παντελονιού της ανοικτή. Κλαίγοντας μας είπε ότι την βίασε κάποιος που είναι πελάτης του μαγαζιού...." (Ορ. σχετ. από 31-01-2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση αστυφύλακος της ΕΛ.ΑΣ ...). Και κατά τον εισελθόντα ωσαύτως εις τον αναψυκτήριον έτερον αστυνομικόν ... ".... Είδα όλα τα σκαμπώ του καταστήματος πεσμένα κάτω μαζί με ρούχα και αίματα στο εσωτερικό του καταστήματος. Είδα μία κοπέλα εντός του καταστήματος μαζεμένη και φοβισμένη, η ζώνη του παντελονιού ανοικτή και γεμάτη αίματα στο πρόσωπο και στα χέρια. Κλαίγοντας μας είπε ότι την βίασε κάποιος που είναι πελάτης του καταστήματος....." (Ορ. από 31-01-2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση, προανακριτική, αστυφύλακος της ΕΛ.ΑΣ. ...). Και κατά την μάρτυρα όμως Ψ, ιδιοκτήτρια-εκμισθώτρια του ακινήτου εις το οποίον εστεγάζετο το αναψυκτήριον της παθούσης "Όταν κατέβηκα κάτω να δω τί συμβαίνει, είδα την κ. Ζ γεμάτη αίματα, κτυπημένη, με σκισμένα ρούχα και σε κατάσταση σοκ, να τρέμει ολόκληρη. Μπήκα στο κατάστημα και το είδα διαλυμένο, με πεσμένα όλα τα σκαμπώ κάτω...... Υπήρχαν αίματα κάτω στο μαγαζί και ιδιαίτερα υπήρχε ένα ρολό κουζίνας γεμάτο με αίμα...." (Ορ. σχετ. από 23-3-2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ενώπιον της Ανακριτρίας, Ψ, η οποία κατοικεί σε διαμέρισμα ύπερθεν του αναψυκτηρίου και έσπευσε σ'αυτό μόλις αντελήφθη την άφιξη της αστυνομίας και του παραλαβόντος την παθούσα ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ). Από τις ενδεικτικώς προεπισημανθείσες, δια παραθέσεως σχετικών περικοπών, μαρτυρικές καταθέσεις, εν συνδυασμώ προς το περιεχόμενον και των λοιπών τοιούτων και προς το σύνολον του υφισταμένου σχετικώς αποδεικτικού υλικού που προαναφέρθηκε πλέον ή αποχρώντως επιστηρίζεται η βαρύνουσα τον εκκαλούντα κατηγορούμενον κατηγορία.Και ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν ήλθεν εις εξώγαμον συνουσίαν μετά της παθούσης, λόγω προδήλως της σθεναράς αντιστάσεως της τελευταίας και του γεγονότος ότι αυτή (παθούσα) κατάφερε να ειδοποιήσει τηλεφωνικώς την άμεση δράση, πλην όμως το έγκλημά του, επί τη βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών που ήδη έχουν εκτεθεί, είναι τετελεσμένον και ουχί εν αποπείρα τοιούτον, αφού ούτος (κατηγορούμενος) δεν περιορίσθηκε και δεν εξήντλησεν την εγκληματικήν του δραστηριότητα στην άσκηση σωματικής βίας, αλλά επεδόθη στην διενέργειαν επ'αυτής (παθούσης) ολοκληρωμένων και συγκεκριμένων ασελγών πράξεων, που έχουν ήδη εκτεθεί. (Διευκρινίζεται εις το σημείον τούτο ότι, καθ'ον χρόνον εξελίσσετο η εγκληματική ενέργεια του κατηγορουμένου εντός του κυρίου χώρου του καταστήματος, η παθούσα κατάφερε, με το κινητό της τηλέφωνο, να ειδοποιήσει την 'Αμεση Δράση, προστρέξαντες δε εις το σημείον αστυνομικοί διεπίστωσαν και επιστοποίησαν τα ιστορικώς προεκτεθέντα και μετ'ολίγον συνέλαβαν τον κατηγορούμενον εκτός του καταστήματος, κατόπιν αναγνωρίσεώς του και υποδείξεώς του εκ μέρους της παθούσης). Επειδή, εν όψει των προεκτεθέντων ορθώς εκρίθηκαν ως αποχρώσες οι υφιστάμενες εις βάρος του εκκαλούντος ενδείξεις, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις ορθές και νόμιμες σκέψεις του οποίου συμπληρωματικώς αναφερόμεθα. Επειδή, συνεπώς, το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών Αθηνών με την παραπεμπτική του κρίση, όπως αυτή αποτυπούται στο εκκαλούμενο βούλευμα, δεν έσφαλε, αλλά αντιθέτως ορθώς εξετίμησεν τα πραγματικά περιστατικά και τις εν γένει αποδείξεις της υποθέσεως, θα πρέπει να απορριφθεί κατ'ουσίαν η υπό κρίσιν έφεση, να επικυρωθεί το πρωτόδικον βούλευμα. VI) Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών και απέρριψε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος, διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (άρ. 93 παρ. 3 Συντάγματος και άρ. 139 Κ.Π.Δ.) αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (αρ. 13, 26 παρ. ια, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ) για την οποία εκρίθη παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά στην άνω ουσιαστική ποινική διάταξη την οποία ορθώς ερμήνευσε, εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα: Το βούλευμα προσδιορίζει κατ'είδος τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες) και δεν ήταν απαραίτητη η αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από καθένα από αυτά, ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους, ενόψει και της διατάξεως του αρ. 177 Κ.Π.Δ., που εισάγει την αρχή της ειδικής αποδείξεως (Συμβ. Α.Π. 550/2005 Π.Δ/σύνη 2005
(1087), εκτίθεται πως ο κατηγορούμενος μαζί με συναδέλφους του οικοδόμους διασκέδαζε στο αναψυκτήριο της εγκαλούσας και όταν εκείνοι ανεχώρησαν αυτός θέλοντας να εκμεταλλευθεί την όχι καλή ψυχική της διάθεση όταν δε αυτή μετέβη στην τουαλέττα την ακολούθησε και ενεφανίσθη ενώπιόν της με κατεβασμένο το παντελόνι και το εσώρουχό του και το πέος σε στύση, γίνεται σαφής μνεία της ασκηθείσας σωματικής βίας και τα ευρήματα αυτής βάσει ιατροδικαστικής κλινικής εξετάσεως, υπάρχει εξειδίκευση της ασελγούς πράξεως (την έπιασε από το γεννητικό της όργανο και προσπαθούσε να την ερεθίσει βάζοντας το δάκτυλο μέσα, εθώπευε το στήθος της δηλ. υπήρχε πράξη υποκατάστατο της συνουσίας (η ενέργειά του έτεινε σε ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας). Επίσης εις το προσβαλλόμενο βούλευμα γίνεται αντίκρουση των ισχυρισμών του κατηγορουμένου με επίκληση των ευρημάτων της ιατροδικαστικής εκθέσεως, της αναλύσεως βιολογικών υλικών σύμφωνα με την οποία το ευρεθέν αίμα στα χέρια και στον δεξιό μηρό του κατηγορουμένου προήρχεο από την παθούσα από την οποία προήρχετο επίσης και βιολογικό υλικό που βρέθηκε στο εσώρουχο του κατηγορουμένου. Είναι δε σαφές από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά ότι δεν υφίσταται απόπειρα ή εκούσια υπαναχώρηση του δράστη αλλά τελεσμένη πράξη. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω 1) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 115/11-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του υπ'αρ. 894/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. 2) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος. Αθήνα 5 Ιουλίου 2008 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Η κρινόμενη 115/11-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατά του 894/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία έφεσή του, κατά του 3455/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε αυτός στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΠΚ (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3500/2006), προκύπτει, ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου, σε ακούσια εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του υποβάλλεται σε εξώγαμη συνουσία ή επιχείρηση ή ανοχή ασελγούς πράξεως, β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία που είναι φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί χωρίς τη θέλησή του ή να επιχειρήσει ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει και με τους δύο τρόπους, δηλαδή της απειλής και της σωματικής βίας. Ως ασελγής πράξη νοείται η αντικειμενικώς προσβάλλουσα το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθυνομένη στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και διακρίνεται από τη συνουσία που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που συνίσταται στη βούληση του δράστη όπως με σωματική βία ή με απειλή ή και με τις δύο μαζί, εξαναγκάζει άλλον σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξεως που περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο άλλος δεν συναινεί στην συνουσία ή σε ασελγή πράξη. Περαιτέρω από το συνδυασμό της προαναφερθείσης διατάξεως με εκείνη του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, η οποία οριοθετώντας την έννοια της απόπειρας του εγκλήματος ορίζει ότι όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (παρ. 83 ΠΚ), προκύπτει ότι, αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος του βιασμού αποτελεί ή έναρξη της σωματικής βίας ή της απειλής αμέσου και σπουδαίου κινδύνου με σκοπό να εξαναγκασθεί κάποιο πρόσωπο σε εξώγαμη συνουσία ή ανοχή ή επιχείρηση άλλης ασελγούς πράξεως, η οποία τελικώς δεν πραγματώνεται από περιστατικά τυχαία και ανεξάρτητα από τη θέληση του δράστη. Για να υπάρξει απόπειρα πρέπει να μη έχει πραγματωθεί ένα τουλάχιστον από τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του παραπεμπτικού βουλεύματος, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του Συμβουλίου, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "... Στην ...και επί της οδού ..., υφίσταται και λειτουργεί καθημερινώς αναψυκτήριον, ιδιοκτησίας Ζ, γεννηθείσης την ..., κατοίκου .... Ο κατηγορούμενος-εκκαλών, εργαζόμενος ως οικοδόμος εις ευρισκομένην πλησίον του ως άνω αναψυκτηρίου οικοδομήν, διήρχετο καθημερινώς, ως πελάτης, από το ειρημένο αναψυκτήριον, ούτω δε έπραξεν και την 31-01-2006, μετά το πέρας των οικοδομικών εργασιών και περί ώραν 14.45', όπως συνέβη και με άλλους συναδέλφους του στις εργασίες της οικοδομής που προαναφέρθηκε. Κατά την παραμονή του στο αναψυκτήριον ο κατηγορούμενος παρήγγειλε και κατηνάλωσε πλείονα του ενός ποτά ουΐσκυ, ενώ οι συναδελφοί του οικοδόμοι παρήγγειλαν και ήπιαν τσίπουρο. Βασίμως εκτιμάται ότι, καθ'όν χρόνον ο κατηγορούμενος και οι συνάδελφοί του οικοδόμοι ευρίσκοντο στο συγκεκριμένο αναψυκτήριο, όπως προεξητέθη, η ιδιοκτήτρια του αναψυκτηρίου επέδειξε έναντι αυτών (θαμώνων πελατών) μίαν διαχυτικότητα και ελευθεριότητα συμπεριφοράς, ως εκ του ότι και η ιδία είχεν προβεί εις χρήσιν αλκοόλ αφ'ενός, εν συνδυασμώ προς υφιστάμενα προβλήματα στην προσωπική συναισθηματική της σχέση, συνεπαγόμενα ανάλογον αυτής ψυχολογικήν επιβάρυνσιν, αφ'ετέρου (Σχετ. η από 29-9-2006 ένορκη ανακριτική μαρτυρική κατάθεση ..., εν συνδ. προς από 31-01-2006 προανακριτική ένορκη μαρτυρική κατάθεση ...). 'Ετσι, μετά την αποχώρηση από το αναψυκτήριον των συναδέλφων του οικοδόμων και ενώ ο κατηγορούμενος έχει παραμείνει σ'αυτό (αναψυκτήριον) τελευταίος, επωφεληθείς του όλου προαναφερθέντος κλίματος και καθ'ον χρόνον η ιδιοκτήτρια του αναψυκτηρίου είχεν μεταβεί στην τουαλέττα του καταστήματος, την ηκολούθησεν εις αυτήν (τουαλέτα), στην οποίαν εισήλθε ανοίξας την κλειστή μεν ανασφάλιστον (δεν ασφάλιζε) δε θύραν και ενεφανίσθη ενώπιόν της "με κατεβασμένο το παντελόνι και το εσώρουχόν του και το πέος σε στύση" (Ορ. από 31-01-2006 κατάθεση παθούσης ιδιοκτήτριας του αναψυκτηρίου Ζ). Εκεί, παρά την υπόδειξη της παθούσης "να φύγει από την πόρτα" και να εξέλθουν από την τουαλέττα, ο κατηγορούμενος την "έπιασε με τα χέρια του βίαια" και προσεπάθησε ανεπιτυχώς να την φιλήσει, όταν δε κατόπιν απωθήσεως του κατηγορουμένου κατόρθωσε η παθούσα να εξέλθει του χώρου της τουαλέττας, ο κατηγορούμενος την ηκολούθησεν εις τον κυρίως χώρον του καταστήματος, αναποδογυρίσας έξι περίπου σκαμπό και ενώ την "είχε στριμώξει στην μπαριέρα" του καταστήματος "κάποια στιγμή έπεσα κάτω και τότε αυτός προσπάθησε να βάλει του πέος του μέσα μου. Δεν θυμάμαι αν μπήκε, αυτό που θυμάμαι είναι ότι με κρατούσε σφιχτά κοντά του με το δεξί χέρι και με το αριστερό του χέρι, με τα δάκτυλα, μου έπιασε το γεννητικό μου όργανο και προσπαθούσε να με ερεθίσει βάζοντας το δάκτυλο μέσα....... Δεν φορούσε προφυλακτικό και σε όλο αυτό το χρόνο μου έβγαλε τις μπότες, την μία κάλτσα, το κολάν, το εσώρουχο και το παντελόνι, διότι όπως διαπίστωσα αργότερα δεν φορούσα την μία κάλτσα, το εσώρουχό μου μαύρου χρώματος και το κολάν κόκκινου χρώματος. Επίσης σε όλη την προσπάθειά μου έπιανε το στήθος" (Ορ. σχετ. από 31-01-2006 προανακριτική μαρτυρική κατάθεση παθούσης Ζ). Είναι χαρακτηριστικόν ότι ο κατηγορούμενος συνομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, ισχυριζόμενος όμως ότι όλα έλαβαν χώραν τη συναινέσει της παθούσης. Υπ'αυτήν όμως την εκδοχήν της συναινέσεως, δεν δύνανται να τύχουν λογικής εξηγήσεως οι αναμφισβήτητες αποδείξεις ασκήσεως βίας επί της παθούσης και ειδικώτερον: Α) Από την ιατροδικαστική κλινική εξέταση της παθούσης διεπιστώθη ότι αυτή έφερε κακώσεις με "ορισμένους χαρακτήρες συμβατούς κακώσεων εξαναγκασμού-ακινητοποιήσεως", πλέον συγκεκριμένα δε "Επισκοπικώς, απομονώθηκαν οι κάτωθι κακώσεις" - Κυκλοτερής μικροεκχύμωση κάτω τεταρτημορίου έξω επιφανείας προσθίας χώρας δεξιού μηρού, στα όρια με την προσθία χώρα του συστοίχου γόνατος δ. 1, 5 εκ. - Δύο κυκλοτερείς μικροεκχυμώσεις του άνω τριτημορίου της έξω επιφανείας της προσθίας χώρας της αριστεράς κνήμης δ. 2 και 1, 5 εκ. - Γραμμοειδής μικροεκδορά κάτω τριτημορίου προσθίας χώρας αριστερού μηρού, μ. 2, 5 εκ." (Ορ. σχετ. υπ'αριθμ. ... ιατροδικαστική έκθεση κλινικής εξετάσεως ιατροδικαστού ..., της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών). Β) Από την υπ'αριθμ. ... 'Εκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης του Τμήματος Αναλύσεως Βιολογικών Υλικών της Δ.Ε.Ε. της ΕΛ.ΑΣ, προκύπτει ότι: 1) αίμα ευρεθέν στα χέρια και τον δεξιό μηρό του κατηγορουμένου, προήρχεο από την παθούσα Ζ, 2) Βιολογικόν υλικόν (καστανοκόκκινες κηλίδες) που ευρέθη στο εσώρουχον του κατηγορουμένου, προήρχετο επίσης από την παθούσα Ζ (οι καστανοκόκκινες κηλίδες του εξετασθέντος βιολογικού υλικού εμπεριείχαν αίμα, ως εργαστηριακώς διεπιστώθη) (Ορ. σχετ. την ως άνω 'Εκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης, βασισθείσαν σε ανάλυση πυρηνικού DNA του εξετασθέντος βιολογικού υλικού). Γ) Από τις δέκα πέντε
(15)τον αριθμόν έγχρωμες φωτογραφίες, που υφίστανται στην δικογραφία και απεικονίζουν τον τόπον του εγκλήματος, δηλαδή τον χώρον του καταστήματος της παθούσης, από τα απεικονιζόμενα επί του δαπέδου του αναψυκτηρίου κατά τρόπον ευκρινέστατον αίματα της παθούσης και την γενικωτέραν ακαταστασίαν (αναποδυγυρισμένα σκαμπό κ.λ.π.) του ειρημένου χώρου, προδήλως καταφάσκεται η εναντίον της παθούσης άσκηση, εκ μέρους του κατηγορουμένου, σωματικής βίας. Περαιτέρω είναι γεγονός, ότι η παθούσα ευρέθη από τους προστρέξαντες στο κατάστημά της αστυνομικούς "σε έντρομη κατάσταση και κλαίουσα. Η μπλούζα της ήταν γεμάτη αίματα και δεν φορούσε παπούτσια. Οι μπότες της ήταν πεσμένες πίσω από τον πάγκο του καταστήματος. Είδα αίματα στο πρόσωπό της και την ζώνη του παντελονιού της ανοικτή. Κλαίγοντας μας είπε ότι την βίασε κάποιος που είναι πελάτης του μαγαζιού...." (Ορ. σχετ. από 31-01-2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση αστυφύλακος της ΕΛ.ΑΣ ....). Και κατά τον εισελθόντα ωσαύτως εις τον αναψυκτήριον έτερον αστυνομικόν ... ".... Είδα όλα τα σκαμπώ του καταστήματος πεσμένα κάτω μαζί με ρούχα και αίματα στο εσωτερικό του καταστήματος. Είδα μία κοπέλα εντός του καταστήματος μαζεμένη και φοβισμένη, η ζώνη του παντελονιού ανοικτή και γεμάτη αίματα στο πρόσωπο και στα χέρια. Κλαίγοντας μας είπε ότι την βίασε κάποιος που είναι πελάτης του καταστήματος....." (Ορ. από 31-01-2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση, προανακριτική, αστυφύλακος της ΕΛ.ΑΣ. ...). Και κατά την μάρτυρα όμως Ψ, ιδιοκτήτρια-εκμισθώτρια του ακινήτου εις το οποίον εστεγάζετο το αναψυκτήριον της παθούσης "Όταν κατέβηκα κάτω να δω τί συμβαίνει, είδα την κ. Ζ γεμάτη αίματα, κτυπημένη, με σκισμένα ρούχα και σε κατάσταση σοκ, να τρέμει ολόκληρη. Μπήκα στο κατάστημα και το είδα διαλυμένο, με πεσμένα όλα τα σκαμπώ κάτω...... Υπήρχαν αίματα κάτω στο μαγαζί και ιδιαίτερα υπήρχε ένα ρολό κουζίνας γεμάτο με αίμα...." (Ορ. σχετ. από 23-3-2006 ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ενώπιον της Ανακριτρίας, Ψ, η οποία κατοικεί σε διαμέρισμα ύπερθεν του αναψυκτηρίου και έσπευσε σ'αυτό μόλις αντελήφθη την άφιξη της αστυνομίας και του παραλαβόντος την παθούσα ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ). Από τις ενδεικτικώς προεπισημανθείσες, δια παραθέσεως σχετικών περικοπών, μαρτυρικές καταθέσεις, εν συνδυασμώ προς το περιεχόμενον και των λοιπών τοιούτων και προς το σύνολον του υφισταμένου σχετικώς αποδεικτικού υλικού που προαναφέρθηκε πλέον ή αποχρώντως επιστηρίζεται η βαρύνουσα τον εκκαλούντα κατηγορούμενον κατηγορία. Και ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν ήλθεν εις εξώγαμον συνουσίαν μετά της παθούσης, λόγω προδήλως της σθεναράς αντιστάσεως της τελευταίας και του γεγονότος ότι αυτή (παθούσα) κατάφερε να ειδοποιήσει τηλεφωνικώς την άμεση δράση, πλην όμως το έγκλημά του, επί τη βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών που ήδη έχουν εκτεθεί, είναι τετελεσμένον και ουχί εν αποπείρα τοιούτον, αφού ούτος (κατηγορούμενος) δεν περιορίσθηκε και δεν εξήντλησεν την εγκληματικήν του δραστηριότητα στην άσκηση σωματικής βίας, αλλά επεδόθη στην διενέργειαν επ'αυτής (παθούσης) ολοκληρωμένων και συγκεκριμένων ασελγών πράξεων, που έχουν ήδη εκτεθεί. (Διευκρινίζεται εις το σημείον τούτο ότι, καθ'ον χρόνον εξελίσσετο η εγκληματική ενέργεια του κατηγορουμένου εντός του κυρίου χώρου του καταστήματος, η παθούσα κατάφερε, με το κινητό της τηλέφωνο, να ειδοποιήσει την 'Αμεση Δράση, προστρέξαντες δε εις το σημείον αστυνομικοί διεπίστωσαν και επιστοποίησαν τα ιστορικώς προεκτεθέντα και μετ'ολίγον συνέλαβαν τον κατηγορούμενον εκτός του καταστήματος, κατόπιν αναγνωρίσεώς του και υποδείξεώς του εκ μέρους της παθούσης). ......". Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί προκειμένου να δικασθεί για βιασμό (αρ. 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 336 παρ. 1 ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 3455/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το ίδιο Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού με επιτρεπτή αναφορά στη εισαγγελική πρόταση, εξετίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα. IV. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του βιασμού για το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η αναφορά και των επιπλέον στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων στην αίτησή του. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων προέβη στην άσκηση σωματικής βίας, την οποία σαφώς προσδιορίζει και αναφέρει τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία αυτή προέκυψε, με σκοπό να εξαναγκασθεί η παθούσα στην επιχείρηση των ειδικώς περιγραφομένων στο βούλευμα ασελγών πράξεων (προσπάθησε να βάλει το πέος του "μέσα της", την έπιασε από το γεννητικό της όργανο και προσπαθούσε να την ερεθίσει βάζοντας το δάκτυλο μέσα, εθώπευε το στήθος της κλπ), πράξεις τις οποίες και τέλεσε και πρόκειται πράγματι περί ασελγών πράξεων, δεδομένου ότι αυτές προσβάλλουν καταφανώς το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών που είχαν έντονο γενετήσιο χαρακτήρα, ήταν δε ισοδύναμες από απόψεως βαρύτητας, με τη συνουσία, και υποκειμενικώς κατευθύνονταν στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του αναιρεσείοντος. Επομένως, τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του τελεσμένου εγκλήματος του βιασμού και όχι της απόπειρας βιασμού, όπως, επικουρικώς, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, επικαλούμενος- αλυσιτελώς- το γεγονός ότι δεν πραγματοποιήθηκε τελικά η συνουσία με την είσοδο του πέους του στο αιδοίο της παθούσας. Έτσι, οι διαλαμβανόμενες στην αίτηση αιτιάσεις, ότι το βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αιτιολογεί "με ποιο τρόπο η εγκαλούσα απώθησε τον αναιρεσείοντα και δεν ολοκληρώθηκε η συνουσία κλπ", αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού η πράξη του βιασμού είχε ήδη τελεσθεί και χωρίς την ολοκλήρωση της συνουσίας, είναι δε χωρίς έννομη σημασία αν η μη ολοκλήρωση αυτή οφείλεται σε εκούσια υπαναχώρηση του αναιρεσείοντος, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, άποψη, άλλωστε, αιτιολογημένα αντικρούεται με όσα γίνονται δεκτά στο βούλευμα. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι περιεχόμενοι στην κρινόμενη αίτηση λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπήγαγε τα γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως στο αδίκημα του (τετελεσμένου) βιασμού (336 ΠΚ). Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων ότι " το προσβαλλόμενου βούλευμα εσφαλμένως υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη του άρ. 336 παρ. ΠΚ, ενώ από το αποδεικτικό υλικό ουδόλως προέκυψε ότι ασκήθηκε εκ μέρους του οποιαδήποτε βία κλπ " και ότι η αλήθεια των γεγονότων είναι αυτή που αυτός λεπτομερώς περιγράφει στην αίτησή του, και ότι η αλήθεια των ισχυρισμών του αυτών αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα στην αίτησή του αποδεικτικά μέσα και την εκτιθέμενη επιχειρηματολογία, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ποινικής διατάξεως του άρ. 336 παρ. 1 του ΠΚ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση του Συμβουλίου Εφετών. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 115/11-6-2008 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά του 894/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2008. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.