← Ελλάδα

ΑΠ 27/2010 — Ποινή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 27 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ποινή. Περίληψη: Πρόσθετοι λόγοι εκπρόθεσμοι. Επιμέτρηση ποινής. Περισσότεροι λόγοι μειώσεως της ποινής. Αναίρεση εν μέρει, διότι η επιβληθείσα ποινή είναι κατώτερη από τα όρια που διαγράφει το άρθρο 83 ΠΚ. Αριθμός 27/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές:Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (λόγω κωλύματος του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 49,50,134,172,196,220, 234,250,273,274/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τον Χ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρατζογιάννη. Με κατηγορούμενο τον Ζ, κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Φίλιππο Φίλια και Βασίλειο Καπερνάρο. Με συγκατηγορούμενο τον Ξ, κάτοικο .... Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1.Ψ1,

  1. Ψ2 και 3.Ψ3 συζ. Ψ1, κατοίκους ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νινόπουλο.. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 49,40, 134, 172, 196, 220, 234, 250, 273, 274/2008 απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 44/3-9-2008 αίτησή του, που συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1377/
  2. Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στις 1) ... έκθεση αναιρέσεως του ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, και 2) στην από 21-7-2008 αίτηση αναίρεσης του Χ καθώς και τους από 20-10-2009 προσθέτους λόγους και πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως προς τον κατηγορούμενο Ζ ως προς την ποινή διάταξής της και να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης του Χ καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι. Και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες από 3-9-2008 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) η ... δήλωση του κατηγορουμένου Χ, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 49,50, 134, 172, 196, 220, 234, 250, 273/2008 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, οι οποίες ασκήθηκαν παραδεκτά, νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της υφιστάμενης μεταξύ των πρόδηλης συνάφειας. Οι πρόσθετοι λόγοι που κατατέθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ με έγγραφο στο γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 20-10-2009, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, αφού δεν κατατέθηκαν, ως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 509 παρ.2 ΚΠΔ, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσής του κατά την παρούσα δικάσιμο της 3-11-
  3. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών... Περαιτέρω το άρθρο 84 παρ.1 στοιχ.α' ΠΚ, η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο του άρθρου 83 και στις περιπτώσεις που το δικαστήριο κρίνει ότι ο υπαίτιος έζησε έως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Εξάλλου, στο άρθρο 85 ΠΚ ορίζεται ότι, όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο
  4. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 79 ΠΚ, συνάγεται ότι όταν το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κηρυχθέντος ενόχου κατηγορουμένου περισσότεροι από ένας λόγοι μειώσεως της ποινής ή ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, μία μόνο φορά θα γίνει ή κατά το κύριο 83 ΠΚ μείωση της ποινής, οι δε λοιποί λόγοι και περιστάσεις, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο ως λόγοι ελαφρύνσεως της ποινής, μέσα στα όρια που διαγράφει το άρθρο
  5. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε ΚΠΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, δηλαδή η εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτήν των πραγματικών περιστατικών τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, καθιστά αναιρετέα την απόφασή του. Στην προκείμενη περίπτωση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη παραπάνω απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον από τους κατηγορουμένους Ζ για την πράξη της απλής συνέργειας στην υπό τον συγκατηγορουμενου του Χ τελεσθείσα πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (άρθρο 47 παρ.1, 229 παρ.1 ΠΚ). Λαμβανομένου δε υπόψη ότι το έγκλημα της απλής συνέργειας σε τετελεσμένο έγκλημα ανθρωποκτονίας από πρόθεση, συνεπάγεται κατ'ανάγκη επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ, δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω μειώσεως της ποινής, κάτω από το όριο που ορίζει ο νόμος έστω και αν το δικαστήριο δεχθεί και ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ΠΚ. 'Ετσι το κατώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής για την προαναφερόμενη πράξη του πιο πάνω κατηγορουμένου και μετά την αναγνώριση σ'αυτόν της από το άρθρο 84 παρ.2 στοιχ.α' ΠΚ ελαφρυντικές περίστασης, ήταν της καθείρξεως 10 ετών (άρθρ. 83 στοιχ.α' ΠΚ). Το δικαστήριο όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε σ'αυτόν για την παραπάνω πράξη, ποινή καθείρξεως επτά

(7)ετών, (επιβληθείσα ποινή πρωτοδίκως 14 ετών, όπως προκύπτει από την θεώρηση της πρωτόδικης απόφασης). Επομένως το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, γι'αυτό και θα πρέπει να γίνει δεκτή, ως προς τον μοναδικό από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγο, η αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον ρηθέντα κατηγορούμενο και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξή της και παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ.2 και 369 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 εδ,α' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαίωμά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είχε σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σ'αυτήν πρακτικών της, προκύπτει ότι κατά την εξέταση στο ακροατήριο των μαρτύρων Β, ..., ... και ..., ελέγχθηκαν κρίσιμες περικοπές των προανακριτικών τους καταθέσεων από τις οποίες πολλές αναγνώστηκαν από τους συνηγόρους και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, ο δε κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως το περιεχόμενό τους, είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαίωμα. Επί πλέον οι ίδιοι μάρτυρες, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των καταθέσεών τους, αναφέρθηκαν στις προανακριτικές καταθέσεις, που έδωσαν στην αστυνομία και στη συνέχεια έδωσαν εξηγήσεις επί των διαφοροποιήσεων που υπήρχαν μεταξύ εκείνων και αυτών που κατέθεταν στο ακροατήριο. Ειδικότερα η περικοπή της προανακριτικής από 5-1-2001 καταθέσεως του μάρτυρα Β που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης στο φύλλο 166, αναγνώστηκε από το συνήγορο του κατηγορουμένου ... κατά την εξέταση του παραπάνω μάρτυρα στο ακροατήριο στη συνεδρίαση της 28-3-2008 και καταχωρήθηκε αυτούσια κατά το μεγαλύτερο μέρος της στα πρακτικά στο φύλλο 77. Περαιτέρω η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης στο σκεπτικό και στο φύλλο 169 "Απόλυτα δικαιολογημένη κρίνεται και η μη αναλυτική περιγραφή των όσων είχαν αντιληφθεί οι μάρτυρες αυτοί ...), κατά την πρώτη κατάθεσή τους στο Α/Τ ..., την 1-1-2001 λίγες ώρες μετά το θανάσιμο τραυματισμό του φίλου τους ... από τον Χ, κυρίως λόγω της συγκινησιακής φόρτισης και της οδύνης τους από το τραγικό συμβάν... και της εμπειρίας που έζησαν οι ίδιοι, ως μάρτυρες...", στηρίζεται στις αναλυτικές ως προς την περιγραφή των γεγονότων καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων στο ακροατήριο, οι οποίοι κατέθεσαν ότι αμέσως μετά το συμβάν βρίσκονταν σε σύγχυση, ταραχή και συγκινησιακή φόρτιση, εξηγώντας έτσι γιατί οι προανακριτικές τους καταθέσεις δεν ήταν το ίδιο αναλυτικές ως προς την περιγραφή των γεγονότων. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα εκ του ότι ενώ δεν αναγνώστηκαν οι προαναφερθείσες προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεως περί ενοχής του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι η έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ.2 στοιχ. α' του ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 1941/1991 στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά της παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 357 παρ.4 του ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως περικοπών της κατά την προδικασία καταθέσεως μάρτυρα που εξετάζεται στο ακροατήριο. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του άλλως αν αρνηθεί ή παραλείψει ν'αποφανθεί δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως από την τελευταία κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότητα της διαδικασίας απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό και απόρριψη του παρά το νόμον. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, διαρκούσης της διαδικασίας στο ακροατήριο και κατά την ανάγνωση των εγγράφων ο κατηγορούμενος Χ ζήτησε δια του συνηγόρου του να αναγνωσθεί και η από 1-4-2004 γνωμάτευση του νευρολόγου-ψυχιάτρου ..., που είχε συντάξει την από 31-1-2001 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ..., η οποία είχε αναγνωσθεί στην πρωτόδικη δίκη. Στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου εναντιώθηκαν οι πολιτικώς ενάγοντες δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, οι οποίοι υπέβαλαν ένσταση στο δικαστήριο και ζήτησαν να μην αναγνωσθεί το έγγραφο αυτό. Το εν λόγω αίτημα δεν ήταν σαφές και ορισμένο με παράθεση πραγματικών περιστατικών που το θεμελιώνουν, ούτε τέθηκε ως νομικό θέμα ώστε να επιληφθεί τούτου το εκ τακτικών δικαστών δικαστήριο. Επομένως το δικαστήριο της ουσίας ήταν αρμόδιο να αποφανθεί που έχει το τεκμήριο της αρμοδιότητας για όλα τα θέματα που δεν ρυθμίζονται διαφορετικά στο νόμο. 'Όμως λόγω της αοριστίας του αιτήματος δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα και παρά ταύτα απέρριψε το εν λόγω αίτημα με πλήρη αιτιολογία. Επομένως, δεν επήλθε εν προκειμένω έλλειψη της ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αλλά ούτε και υπέρβαση εξουσίας και ο δεύτερος από τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ.1 Β' και Η' λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η δήλωση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Χ, καταδικαστεί δε αυτός στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 49, 50, 134, 172, 196, 220, 234, 250, 273, 274/2008 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών ως προς τον κατηγορούμενο Ζ και μόνο ως προς τη διάταξή της περί ποινής αυτού. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς νέα κρίση και μόνον ως προς την παραπάνω διάταξή της συντιθέμενου του δικαστηρίου από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την ... δήλωση του κατηγορουμένου Χ, κρατουμένου στη δικαστική φυλακή Κορίνθου, για αναίρεση της ίδιας πιο πάνω απόφασης. Και Καταδικάζει τον εν λόγω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.