← Ελλάδα

ΑΠ 2707/2008 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, Πολιτική αγωγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2707 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, Πολιτική αγωγή. Περίληψη: Καταδίκη του αναιρεσείοντος για αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος (άρθρ. 394 παρ. 1 ΠΚ). Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικότερα ως προς την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, από την παραδοχή της εκτιμήσεως ότι τα αναφερόμενα κινητά πράγματα, ενώ είχαν αξία 700-800 ευρώ, αγοράσθηκαν αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 400 ευρώ, συνάγεται και αιτιολογείται η ύπαρξη δόλου του αναιρεσείοντος. Άλλωστε δε, εν προκειμένω, δεν υπήρχε ανάγκη ειδικής αιτιολογίας σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πράξεως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Απορρίπτει σχετικό (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) λόγο αναιρέσεως. Περαιτέρω, η δήλωση των παθόντων Ν.Π. και Ζ.Π. (συζύγων), τόσο στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, όσο και στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση, τους λόγους ηθικής βλάβης, που τους προκάλεσε η κρινόμενη πράξη του, είναι νόμιμη. Αφού προκύπτει η ιδιότητά τους ως παθόντων, καθόσον στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι τα άνω κινητά εκλάπησαν από άγνωστο δράση από την οικία της πολιτικώς ενάγουσας Ζ.Π., που είναι σύζυγός του επίσης πολιτικώς ενάγοντος Ν.Π. και εντεύθεν ανήκουν, κατά την Α.Κ.1400, και στον τελευταίο κατά το 1/3, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται επί πλέον στοιχεία για την ενεργώς νόμιμα του πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτει περί του αντιθέτου λόγο (άρθρ. 510 παρ. 1Α). Αριθμός 2707/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου, για αναίρεση της 7559/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1) Ζ1 και 2) Ζ2 που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 26 Οκτωβρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 165/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 394 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλον τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί σε μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από τον οποίον προέρχεται το πράγμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται αντικειμενικώς ή με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα απ' αυτά. Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 7559/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση από τα άνω μνημονευόμενα στοιχεία προέκυψε ότι την 9-3-03 ο κατηγορούμενος, ο οποίος έχει εργαστήριο χαλκωμάτων και συγχρόνως πωλεί και παλαιά αντικείμενα, κατελήφθη να πωλεί σε αυτοσχέδιο πάγκο, που είχε στήσει επί της οδού ...., διάφορα ασημένια αντικείμενα. Ανάμεσα στα προς πώληση είδη ήταν και τρία μπολ ασημένια, δύο τασάκια, ένα σουρωτήρι για τσάι, τέσσερα μαχαιροπήρουνα και ένα μπολ για ξηρούς καρπούς. Τα άνω αντικείμενα η εγκαλούσα αναγνώρισε ότι ήταν αυτά που, μεταξύ άλλων, της είχαν κλαπεί την 2-3-03 από το σπίτι της, στην οδό ...., από άγνωστους δράστες. Αμέσως, έσπευσε να το δηλώσει στον κατηγορούμενο, ο οποίος χωρίς οποιαδήποτε αντίρρηση προσφέρθηκε να της τα επιστρέψει. Κλήθηκε η Αστυνομία και συγκεκριμένα κατέφθασε ο αστυφύλακας της ΕΛΑΣ ...., ο οποίος τον συνέλαβε και τον οδήγησε στην οικεία αστυνομική διεύθυνση. Ο ίδιος απολογούμενος ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα αντικείμενα είχε αγοράσει από κάποιον πλανόδιο πωλητή το πρωί της ίδιας ημέρας χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν προϊόντα παράνομης πράξης, ήτοι κλοπής. Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η έλλειψη οποιασδήποτε απόδειξης συναλλαγής (τιμολόγιο, απόδειξη πληρωμής του τιμήματος κλπ), το χαμηλό του τιμήματος αγοράς, ήτοι περί τα 400 ευρώ αντί των 700 - 800 που ήταν η κανονική τιμή των, σε συνδυασμό με το ότι ουδεμία διαμαρτυρία, αντίρρηση ή δυσανασχέτηση προέβαλε ή εκδήλωσε, όταν οι εγκαλούσες τον κατηγόρησαν ότι τα προϊόντα που πωλούσε ήταν κλεμμένα, αλλά προσφέρθηκε να τους τα επιστρέψει, πείθουν το δικαστήριο ότι αυτός γνώριζε την παράνομη προέλευσή των. Επίσης, το γεγονός ότι δεν αναζήτησε εκείνη την στιγμή, ούτε υπέδειξε στον αστυνομικό που προσήλθε και τον συνέλαβε το πρόσωπο, ή έστω την θέση εκείνου του πλανόδιου πωλητή, που ισχυρίζεται ότι του τα είχε το πρωί της ίδιας ημέρας πωλήσει, ενισχύουν την πεποίθηση του δικαστηρίου για την γνώση του περί της παράνομης προέλευσης των πραγμάτων που πωλούσε, με αποτέλεσμα να πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως που του αποδίδεται. Αναγνωριστεί, όμως, ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ, δεδομένου ότι μέχρι την τέλεση της άνω πράξεως διήγε έντιμο οικογενειακό, ατομικό και κοινωνικό βίο". Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, .... του ότι: "Στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2003 με πρόθεση αγόρασε και δέχθηκε στην κατοχή του πράγματα που προήλθαν από αξιόποινη πράξη και εν συνεχεία κατελήφθη να μεταβιβάζει σε άλλους την κατοχή των πραγμάτων αυτών. Συγκεκριμένα αγόρασε και δέχθηκε στην κατοχή του τρία μπολ, δύο τασάκια, ένα σουρωτήρι για τσάι, τέσσερα μαχαιροπήρουνα, ένα μπολ για ξηρούς καρπούς, ασημένια, αν και γνώριζε ότι αυτά ήταν προϊόντα κλοπής, που είχε διαπραχθεί από άγνωστο δράστη στην οικία της εγκαλούσης Ζ1, στην οδό ..., στις 3-3-2003 σε βάρος αυτής και εν συνεχεία κατελήφθη στην οδό ..., να διαθέτει προς πώληση στους διερχόμενους τα ανωτέρω αντικείμενα". Στη συνέχεια δε, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι

(6)μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη για τρία έτη. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 394 παρ. 1 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα απ' αυτά. Επίσης, ως προς την υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, από την παραδοχή της αποφάσεως ότι τα πιο πάνω κινητά πράγματα, ενώ είχαν αξία 700 - 800 ευρώ, αγοράσθηκαν αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 400 ευρώ, συνάγεται και αιτιολογείται η ύπαρξη δόλου του αναιρεσείοντος ως αποδεχομένου προϊόντα εγκλήματος, αφού η τιμή των 400 ευρώ δεν προσιδιάζει σε νόμιμη, μη χαριστική, συναλλαγή και καταδεικνύει τη γνώση του αναιρεσείοντος ότι επρόκειτο για προϊόντα εγκλήματος. Άλλωστε, εν προκειμένω, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο της πιο πάνω αξιόποινης πράξεως, δηλαδή το δόλο, δεν υπήρχε ανάγκη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ειδικής αιτιολογίας, αφού αυτός ενυπάρχει στα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική της υπόσταση και εξυπακούεται η ύπαρξή του από την πραγμάτωση αυτών. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της αποφάσεως είναι αβάσιμη, αφού από την αλληλοσυμπλήρωσή τους προκύπτει σαφώς ότι τα ανωτέρω αντικείμενα, που ήταν προϊόντα κλοπής, αγοράσθηκαν από αυτόν. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι λοιπές δε, στον πιο πάνω λόγο διαλαμβανόμενες, αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και γι' αυτό είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 68 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ και 914 και 932 του ΑΚ.: 1)Απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ, συνιστά η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, 2)Η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τους δικαιούμενους κατά τον Αστικό Κώδικα, 3)Κατ' εξαίρεση εκείνος, που κατά τον Α.Κ. δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας, ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία, 4)Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει και 5)Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα δημιουργεί η παράσταση ως πολιτικώς ενάγοντος προσώπου για το οποίο δεν έχει γεννηθεί απαίτηση ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ ως προς το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής και όχι όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Εξάλλου, η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει, κατά το άρθρο 84 Κ.Ποιν.Δ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία δηλώνεται η παράσταση, και τους λόγους, στους οποίους στηρίζεται δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή απ' αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 940/2005 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά εμφανίσθηκαν οι Ζ1 και Ζ2 και δήλωσαν προφορικώς ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες κατά του αναιρεσείοντος και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν αυτοί από την σε βάρος τους αξιόποινη πράξη του αναιρεσείοντος, το ποσό των 15 ευρώ με επιφύλαξη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στους πιο πάνω παθόντες το ποσό των 15 ευρώ. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, στο οποίο είχε αχθεί, κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, εμφανίσθηκαν οι πολιτικώς ενάγοντες και δήλωσαν ότι αυτοί παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες στην εν λόγω δίκη κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που τους προκάλεσε η κρινόμενη πράξη του τελευταίου, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει το ποσό των 15 ευρώ με επιφύλαξη. Η δήλωση αυτή των παθόντων πολιτικώς εναγόντων είναι νόμιμη, αφού προκύπτει η ιδιότητά τους ως παθόντων, καθόσον στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι τα κινητά αυτά πράγματα ήταν προϊόντα κλοπής, που είχε διαπραχθεί από άγνωστο δράστη από την οικία της πρώτης που είναι σύζυγος του δεύτερου πολιτικώς ενάγοντος, και εντεύθεν ανήκουν και σ' αυτόν κατά ποσοστό 1/3, σύμφωνα με το άρθρο 1400 Α.Κ., και δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο αυτής να αναφέρονται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, επί πλέον στοιχεία για την ενεργητική νομιμοποίησή τους ή για τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της άνω αξιόποινης πράξεως του αναιρεσείοντος, για την οποία αυτός καταδικάσθηκε, και της ηθικής βλάβης που αυτοί υπέστησαν. Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26-10-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7 Δεκεμβρίου 2006 (υπ' αριθ. πρωτ. 3025/11-12-2006) αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 26-10-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του ....για αναίρεση της 7559/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.