← Ελλάδα

ΑΠ 2709/2008 — Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2709 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αγνώστου διαμονής επίδοση, Αιτιολογίας επάρκεια, Επίδοση, Εφέσεως απαράδεκτο. Περίληψη: Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου (που τον είχε καταδικάσει για έκδοση ακάλυπτων επιταγών στις αναφερόμενες ποινές) ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της. Η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ’ αυτή όλα τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλ. στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεώς της, το αποδεικτικό επιδόσεως και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών δεν προέβαλε με την έφεσή του ότι είχε καταστήσει γνωστή στην Εισαγγελική Αρχή, πού είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλουμένης , καθώς και τον τρόπο με τον οποίο κατέστησε γνωστή, την αναφερόμενη διεύθυνση της κατοικίας του στο Αίγιο, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναφέρεται στη μήνυση και δεν ήταν απαραίτητο να διαλάβει το δικαστήριο αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στο Αίγιο. Τέλος αιτιολογείται ότι δεν προκαλεί ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλουμένης η μη αναγραφή στο οικείο αποδεικτικό επιδόσεώς της ιδιότητας της παραλαβούσης αυτή δημοτικής υπαλλήλου ως εντεταλμένης για την παραλαβή ποινικών εγγράφων. Απορριπτέος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος αναιρέσεως (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ) και η κρινόμενη αίτηση. Αριθμός 2709/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη- Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ-Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Βλήτα, περί αναιρέσεως της 62.129/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 28 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 361/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, όπως η πρώτη παράγραφος αντικαταστάθηκε από το άρθρο 38 του ν.3160/2003, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός άλλων περιπτώσεων, και λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς του. Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ως εκπρόθεσμη, είναι επιτρεπτή η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα, μεταξύ των οποίων είναι και η ελλιπής αιτιολογία της, με την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτοί αναφέρονται στην ορθότητα της κρίσεως για το απαράδεκτο. Εξάλλου, η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, για να έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοι.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως στον εκκαλούντα της προσβαλλόμενης με την έφεση αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος τούτου, και εκείνον της ασκήσεως αυτής, καθώς και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων της εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως ή ανώτερης βίας, λόγω της οποίας απολέσθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 του ΚΠοινΔ προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά (Ολ.ΑΠ 6 και 7/1994 και 4/1995). Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση "ως άγνωστης διαμονής", χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε "γνωστή διαμονή". Επίσης, πρέπει να προβάλλεται υποχρεωτικά με την έφεση και ο λόγος ανώτερης βίας, εκ της οποίας ο εκκαλών παρακωλύθηκε στην εμπρόθεσμη άσκησής της, στην έννοια, όμως, της οποίας (ανώτερης βίας) δεν εμπίπτει και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και εντεύθεν μη γνώση από μέρους του εκκαλούντος της εκκαλούμενης αποφάσεως, γιατί στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος μάχεται κατά του κύρους της επιδόσεως και δεν επικαλείται λόγο ανώτερης βίας, δικαιολογητικό της εκπρόθεσμης ασκήσεως της εφέσεώς του. Ως άγνωστης διαμονής θεωρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 156 παρ.1 και 2 του ΚΠοινΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη για τη Δικαστική (Εισαγγελικής) Αρχή που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη Εισαγγελική Αρχή ή και η Αστυνομική Αρχή. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ.1 του ΚΠοινΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ'αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται, εκείνος που ο κατηγορούμενος είχε καταστήσει γνωστό στο μηνυτή και αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 62/129/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, του αναιρεσείοντος και εκκαλούντος-κατηγορουμένου εκπροσωπηθέντος στη δίκη εκείνη από το συνήγορό του, όπως προκύπτει από αυτή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 50.872/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός είχε καταδικασθεί ερήμην, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 ν.5960/1933) σε ποινή φυλακίσεως πέντε

(5)μηνών, μετατραπείσα προς δρχ. 1.500 ημερησίως, και χρηματική ποινή 1.000.000 δρχ. Από τη σχετική υπ'αριθμ 5633/17-5-2006 έκθεση εφέσεως, η οποία παραδεκτά επισκοπείται από τον 'Αρειο Πάγο κατά την έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι ο εκκαλών, φερόμενος στην έφεση ως κάτοικος ...., προκειμένου να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του είχε προβάλει με αυτή ότι "τόσο το κλητήριο θέσπισμα, όσο και η απόφαση επεδόθησαν ως αγνώστου διαμονής στην οδό ...., όπου είχε έδρα η εταιρία "ΜΟΤΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΠΕ", από την οποία απεχώρησε το 95, ενώ αυτός είχε γνωστή διαμονή από το έτος 1994 στο ...., όπου διέμενε μέχρι και το 1998. Προσέτι δε η έκθεση επιδόσεως της αποφάσεως είναι άκυρη, αφού δεν αναφέρεται ότι ο παραλαβών υπάλληλος είναι το αρμόδιο όργανο για την παραλαβή ποινικών δικογράφων". Κατά την εκδίκαση της εφέσεως, εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της αποφάσεως, ο συνήγορος που εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο δήλωσε ότι αυτός "δεν έλαβε γνώση της εκκαλούμενης αποφάσεως και ζήτησε να εξετασθεί μάρτυρας αποδείξεως περί του εμπροθέσμου της εφέσεως...". Είχε δηλαδή προβάλει ο κατηγορούμενος με την έφεσή του ακυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως άγνωστης διαμονής και όχι λόγους ανώτερης βίας, εξαιτίας των οποίων απώλεσε την προθεσμία ασκήσεως της εφέσεως, στους οποίους δεν εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, και ο ισχυρισμός για ακυρότητα της επιδόσεως ως άγνωστης διαμονής και μη γνώση, ως εκ τούτου, απ'αυτόν της εκκαλούμενης αποφάσεως. Δεν αναφέρει, όμως, στην έφεσή του αυτή ο κατηγορούμενος, αν τη φερόμενη αυτή ως τελευταία τότε γνωστή κατοικία του είχε δηλώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής: "Η εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία ο εκκαλών καταδικάστηκε ερήμην για παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960 33, επιδόθηκε σ' αυτόν στις 15-7-1996 (βλ. το από 15-7-1996 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα .... του Α.Τ. ...., ως αγνώστου διαμονής, επιδοθείσα στο Δήμαρχο Δήμου ...., αφού προηγουμένως αναζητήθηκε στην τελευταία γνωστή κατοικία του στην οδό ..... και δεν ανευρέθη. Η άσκηση της ένδικης εφέσεως έγινε στις 17-5-2006 (βλ. την 5633/17-5-2006 έκθεση εφέσεως της Γραμματέως Πλημ/κών Αθηνών), δηλαδή μετά την πάροδο της νομίμου προθεσμίας των δέκα ημερών. Ο εκκαλών επικαλείται ότι κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης δεν ήταν αγνώστου διαμονής, αλλά γνωστής, στην οδό ....., όπου από το έτος 1994 είχε μετοικήσει, μετά την μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων του της "ΜΟΤΟΕΚΔΟΊΊΚΗ Ε.Π.Ε.", η οποία είχε έδρα στην οδό Παναγούλη. Πλην όμως εκδότης της ένδικης επιταγής ήταν ατομικά ο ίδιος, και όχι η ως άνω εταιρία, ενώ δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι η νέα διεύθυνσή του ήταν γνωστή στην αρμόδια για την παραγγελία της επιδόσεως Εισαγγελική Αρχή και συνεπώς εγκύρως επιδόθηκε προς αυτόν, ως αγνώστου διαμονής, η εκκαλουμένη, αφού δεν ανευρέθη αυτός στην ως άνω διεύθυνση, την οποία ο ίδιος είχε γνωστοποιήσει στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως προκύπτει από τη σχετική αναγγελία αυτής προς τον ενταύθα Εισαγγελέα για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Περαιτέρω η μη αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως της ιδιότητας της παραλαβούσας υπαλλήλου του Δήμου Ηρακλείου ....., ως εντεταλμένης για την παραλαβή ποινικών δικογράφων, δεν προκαλεί ακυρότητα της επιδόσεως (ΑΠ 871/96 Π.Χ. ΜΖ' 1165), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών. Επομένως, η ένδικη έφεση που ασκήθηκε περίπου δέκα έτη μετά την έγκυρη επίδοση της εκκαλουμένης προς τον εκκαλούντα, ως αγνώστου διαμονής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης ασκήσεώς της και να διαταχθεί η εκτέλεση της εκκαλουμένης (αρθρ. 476 Κ,Π.Δ.)". Η αιτιολογία αυτή της απορριπτικής της εφέσεως κατά της πιο πάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αποφάσεως ως εκπρόθεσμης και ως εκ τούτου απαράδεκτης είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ'αυτή όλα τα στοιχεία που αναφέρθηκαν ως αναγκαία για την πληρότητά της, εκτείνεται δηλαδή στην εγκυρότητα της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής και διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως της εν λόγω αποφάσεως ως αγνώστου διαμονής, το αποδεικτικό από το οποίο αυτή προκύπτει και το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως. Εφόσον δε ο εκκαλών, κάτοικος κατά το χρόνο ασκήσεως της εφέσεως ...., δεν προέβαλε με την έφεση ότι είχε καταστήσει γνωστή και στην Εισαγγελική Αρχή, που είχε παραγγείλει την επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως, τη διεύθυνση της κατοικίας του κατά το επικαλούμενο διάστημα από το έτος 1994 μέχρι και το έτος 1998 στο ...., καθώς και τον τρόπο, με τον οποίο την κατέστησε γνωστή, νομίμως αυτός αναζητήθηκε (χωρίς αποτέλεσμα) στη διεύθυνση που αναφέρεται στη μήνυση και δεν υποχρεούτο το Δικαστήριο να διαλάβει αιτιολογία σε σχέση με το αν αυτός διέμενε ή όχι στο ...., εκ περισσού δε εξετάσθηκε αναφορικά με το ζήτημα αυτό στο ακροατήριο ο μάρτυρας .... και αναγνώσθηκαν η υπ'αριθμ. .... βεβαίωση του ..... και η υπ'αριθ. ..... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.Κοτρότσου. Περαιτέρω, με την τελευταία σκέψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιολογείται ότι η μη αναγραφή στο αποδεικτικό επιδόσεως της ιδιότητας της παραλαβούσας δημοτικής υπαλλήλου ....., ως εντεταλμένης για την παραλαβή της εκκαλουμένης, ανεξαρτήτως του ότι η ιδιότητα αυτή προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα στο αποδεικτικό επιδόσεως, δεν προκαλεί ακυρότητα της επιδόσεως αυτής. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 28-2-2007 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ'αριθμ. 62/129/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου
  1. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.