← Ελλάδα

ΑΠ 2710/2008 — Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Καταδολίευση δανειστών

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 2710 / 2008 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Καταδολίευση δανειστών. Περίληψη: Καταδολίευση δανειστών. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ανεπάρκεια αιτιολογίας και αντιφατικές παραδοχές. Αναιρεί. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη για ορισμένες πράξεις λόγω παραγραφής και παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. ΑΡΙΘΜΟΣ 2710/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αναστάσιο Λιανό (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Φράγκου), Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 141/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους:

  1. Ψ1 και
  2. Ψ2, που δεν παραστάθηκαν. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 669/
  3. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 397 του ΠΚ "ο οφειλέτης, που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη, Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της εννοίας του εγκλήματος της καταδολιεύσεως δανειστών, απαιτείται, αντικειμενικώς, η, ολικώς ή μερικώς, ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και εκείνος της απαλλοτριώσεως οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη κατασκευάζοντας ψεύτικη δικαιοπραξία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), της υπάρξεως απαιτήσεως εναντίον του, από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως του δανειστή με τη δημιουργία ψεύτικης δικαιοπραξίας, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το κατά τα άνω απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομένοντα μετά τη γενομένη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, εν όψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται τί προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός, όμως, που αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την παραπάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, μεαποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης του σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, και ειδικότερα από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος κατά το μήνα Μάιο του έτους 1996, κατόπιν συμβάσεως εντολής με τους εγκαλούντες συγγενείς του Ψ1 και Ψ2, ανέλαβε την υποχρέωση ως εντολοδόχος να προβεί χωρίς αμοιβή στην αγορά, για λογαριασμό των εντολέων του ενός υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων και για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού οι εγκαλούντες του παρέδωσαν το χρηματικό ποσού των 60.000.000 δραχμών, όπως ομολογείται τούτο και από τον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, όμως, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό των 35.000.000 δραχμών, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε σε φυλάκιση

(2)ετών με την υπ' αριθ. 196/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (βλ. 1705/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 25.000.000 δραχμών, το παρέδωσε στον εργολάβο Α για την αγορά υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων, χωρίς να καταρτίσει ούτε προσύμφωνο, ούτε οριστικό συμβόλαιο, καθιστώντας έτσι αδύνατη και την αναζήτηση του εν λόγω ποσού από τους εγκαλούντες, αφού δεν υπήρχε μεταξύ αυτών και του λήπτη των χρημάτων έννομη σχέση. Έτσι, ο κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος επιστροφής του ποσού των 60.000.
  1. δραχμών στους εγκαλούντες. Για να επιτύχει, όμως, τη ματαίωση της είσπραξης αυτού του ποσού από την περιουσία του εκ μέρους των εγκαλούντων, ο κατηγορούμενος προέβη κατά το χρονικό διάστημα από 18/5/1999 έως 14/12/2001, στην εκποίηση των σημαντικότερων ακινήτων περιουσιακών στοιχείων του προς συγγενικά του πρόσωπα και τον γνώριμο του Β κατά τα αναφερόμενα στη συνέχεια, ήτοι: 1) την 18/5/99 με το υπ' αριθμ ..... νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Νιόβης Κοριτζή, έδωσε λόγω γονικής παροχής, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον υιό του, Γ: α) το ποσοστό των 2/15 εξ αδιαιρέτου, του οποίου μόνο ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, από ένα αγροτεμάχιο, συνολικής εκτάσεως 11.857 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..... του ενταύθα Δήμου, με αριθμό τεμαχίου ..... Α' κατηγορίας, αξίας 7.900.000 δραχμών και β) ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου από το 25% του οποίου μόνο ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, του υπ' αριθμ. ... οικοπέδου του ..... οικοδομικού τετραγώνου του Δήμου ....., κειμένου επί της οδού ....., συνολικής εκτάσεως 788,75 τετραγωνικών μέτρων επί του οποίου δυο πεπαλαιωμένα, ετοιμόρροπα και κατεδαφιστέα αξίας 7.900.000 δραχμών, 2) την 18/5/99 με το υπ' αριθμ. ..... νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας Συμβολαιογράφου δώρισε εν ζωή, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην σύζυγο του, Δ το εναπομείναν στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου από το ως άνω περιγραφόμενο στο υπό στ. ΑΙ οικόπεδο, αξίας 3.471.961 δραχμών, 3) την 18/5/99 με το υπ' αριθμ. ..... νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου έδωσε λόγω γονικής παροχής, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην θυγατέρα του Ε: α) το ποσοστό 50% εξ αδιαίρετος του οποίου μόνο ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 119 τετραγωνικών μέτρων μετά παταριού εμβαδού 39,20 τετραγωνικών μέτρων, επί της ενταύθα οδού ....., αξίας 8.049.586 δραχμών, β) το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, του οποίου μόνο ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 85 τετραγωνικών μέτρων, μετά παταριού εμβαδού 40 τετραγωνικών και υπογείου εμβαδού 60 τετραγωνικών μέτρων, επί της ενταύθα οδού ....., αξίας 8.204.625 δραχμών και γ) ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου από το 35% του οποίου μόνο ήταν αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος, ενός ισογείου χώρου (εργαστηρίου) επί της οδού ..... (και ήδη ...) του Δήμου ....., συνολικού εμβαδού 242 τετραγωνικών μέτρων, αξίας 6.686.007 δραχμών, 4) την 9/11/2001 με το υπ'αριθμ. ..... νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας Συμβολαιογράφου, μαζί με τον ΣΤ πώλησαν, παραχώρησαν, μεταβίβασαν και παρέδωσαν στον Β, ο καθείς το ποσοστό του, ήτοι 50% εξ αδιαιρέτου, του πρώτου ορόφου (βιοτεχνικού χώρου) της επί της οδού ..... κειμένης οικοδομής, εμβαδού 343,50 τετραγωνικών μέτρων με την αναλογία του στα κοινόχρηστα μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής αυτής, έναντι του μη αξιόχρεου αντιτίμου των 55.261.181 δραχμών, και 5) την 14/12/01 με το υπ' αριθμ. ..... νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας Συμβολαιογράφου δώρισε εν ζωή, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στα εγγόνια του, Η και Θ έναν αυτοτελή και διηρεμένο ημιυπόγειο χώρο εμβαδού 170 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ..... και ..... του Δήμου ..... . Τα ως άνω περιγραφόμενα ακίνητα αποτελούσαν τα μοναδικά περιουσιακά στοιχεία του πρώτου κατηγορούμενου και επομένως με τη μεταβίβαση τους ματαίωσε ολικά την ικανοποίηση της προαναφερθείσας απαίτησης των εγκαλούντων. Πρέπει να σημειωθεί η περιουσία που απέμεινε στον κατηγορούμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών (30.000 Ευρώ) και για την κάλυψη της ζημίας των εγκαλούντων (με τους τόκους και τα λοιπά έξοδα) θα ήταν απαραίτητο να επιληφθούν σε όλη την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος ενήργησε δολίως, για να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσης των εγκαλούντων και είναι χωρίς έννομη επιρροή το ότι παραλλήλως απέβλεπε αυτός να εκπληρώσει και ηθικές υποχρεώσεις του προς τα συγγενικά του πρόσωπα που κατέστησαν λήπτες των περιουσιακών του στοιχείων. Γιατί ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι με τις μεταβιβάσεις αυτές ματαίωνε την ικανοποίηση των αξιώσεων των εγκαλούντων και αποδεχόταν τούτο, ενήργησε δε προς βλάβη τους. Οι εγκαλούντες υπέβαλαν εμπρόθεσμα, μέσα σε τρίμηνη προθεσμία από την γνώση των ως άνω μεταβιβάσεων, την έγκληση τους κατά του κατηγορουμένου. Καθόσον το πρώτον έλαβαν γνώση των παραπάνω απαλλοτριωτικών ενεργειών του κατηγορουμένου περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2003 (βλ. καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας). Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι αυτοί έλαβαν γνώση των παραπάνω μεταβιβάσεων ήδη από τις 23-5-1999, όταν είχαν μεταβεί στην Ε' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης για κάποια ακύρωση μισθωτηρίου συμβολαίου και εκεί πληροφορήθηκαν για τις εν λόγω μεταβιβάσεις, οπότε στη συνέχεια κατέθεσαν τις με αριθμούς α) 19933/2-6-1999 και β) 34467/2-10-2002 αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει η παραπάνω γνώση τους. Επί των ισχυρισμών του αυτών πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Κατ' αρχήν η παραπάνω α' αίτηση δεν προσκομίσθηκε ούτε αναγνώσθηκε στο ακροατήριο και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για το περιεχόμενό της. Επίσης από την επ' αυτής εκδοθείσα και αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 34059/1999 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου - περιέχουσα συνοπτικώς τους ισχυρισμούς των αιτούντων (εγκαλούντων εν προκειμένω) - δεν προκύπτει προγενέστερη (από τα τέλη Νοεμβρίου 1999) γνώση τους για τις εν λόγω μεταβιβάσεις. Επίσης, από το κείμενο της β' ως άνω αιτήσεως - με την οποία οι νυν εγκαλούντες ξεκίνησαν τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων της χορήγησης αδείας συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του κατηγορουμένου - ομοίως δεν προκύπτει γνώση αυτών για τα παραπάνω. Απλώς στην αίτηση γινόταν αναφορά σε διαδόσεις περί "απειλών" του κατηγορουμένου ότι θα τους "καταστρέψει" δια της (μελλοντικής) μεταβιβάσεως όλης της περιουσίας του χωρίς να προκύπτει έτσι γνώση τους για συγκεκριμένη απαλλοτριωτική πράξη του κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκπρόθεσμης υποβολής της παραπάνω εγκλήσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος είναι και ο συναπτόμενος με την ουσία της υπόθεσης και προτεινόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η απομένουσα περιουσία του αρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των εγκαλούντων, καθόσον πέραν των όσων πιο πάνω μνημονεύονται για το ίδιο ζήτημα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος εσφαλμένως περιλαμβάνει ως ανήκοντα στην κυριότητά του ακίνητα, για τα οποία έχει καταρτίσει μόνο προσύμφωνα αγοράς τους. Κατόπιν όλων αυτών πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις που του αποδίδονται και οι οποίες, λόγω της ενότητας δόλου του κατηγορουμένου και του μικρού χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ τους συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος (άρθρο 98 ΠΚ)". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξεως της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση, και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέχει ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν περαιτέρω ανέφικτο τον έλεγχο από τον Αρειο Πάγο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 397 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. και έτσι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τούτο, γιατί, πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία μεταβίβασε με τις ως άνω απαλλοτριωτικές πράξεις ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ήταν τα σημαντικότερα περιουσιακά του στοιχεία, (σελίδα 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ταυτόχρονα δέχεται ότι τα ως άνω περιγραφόμενα ακίνητα που αυτός εκποίησε, ήταν τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία (σελίδα 14 της ίδιας αποφάσεως). Δεύτερον, γιατί, ενώ, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι εξαιτίας αυτής της εκποίησης από μέρους του αναιρεσείοντος, ματαιώθηκε στο σύνολο η ικανοποίηση της απαιτήσεως των εγκαλούντων, παράλληλα δέχεται ότι του εναπέμεινε περιουσία της τάξεως των 10.000.000 δραχμών ή 30.000 ευρώ, χωρίς να αιτιολογείται, ότι η περιουσία που του απέμενε δεν μπορούσε να ικανοποιήσει, έστω, και κατά ένα μέρος την απαίτηση των εγκαλούντων. Περαιτέρω, σε σχέση με τον αυτοτελή ισχυρισμό που προέβαλε παραδεκτώς και ορισμένως ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή η ακίνητη περιουσία που του απέμενε και την οποία αποτίμησε αυτός, για τα υπ' αριθμό 1, 2, 3 και 4 ακίνητα, στο ποσό των 45.000, 25.000, 100.000 και 9.000 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά σε 179.000 ευρώ, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο σχετικός ισχυρισμός του, απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την αιτιολογία, ότι "ο κατηγορούμενος εσφαλμένως περιλαμβάνει ως ανήκοντα στην κυριότητά του και ακίνητα, για τα οποία έχει καταρτίσει μόνο προσύμφωνο αγοράς τους". Ετσι, όμως, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού η παραδοχή ότι εσφαλμένα ο αναιρεσείων περιλαμβάνει στην περιουσία του και ακίνητα, για τα οποία δεν έχει χωρήσει το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας και η μεταγραφή αυτού δεν εξαντλεί το σύνολο των ακινήτων, τα οποία όπως προαναφέρθηκε, κάλυπταν σχεδόν στο σύνολο την απαίτηση των εγκαλούντων και για τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν κάνει οποιαδήποτε μνεία και αναφορά για την αξία τους. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (ενώ παρέλκει η έρευνα για τον έτερο λόγο αναιρέσεως). Περαιτέρω, εφόσον, οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα μερικότερες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών (άρθρα 18 και 397 παρ. 1 και 2 του ΠΚ), φέρονται ότι τελέσθηκαν την 18 Μαΐου 1999, έκτοτε δε και μέχρι την, κατά την 15-10-2008, εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως, πολύ δε περισσότερο μέχρι την ημέρα διασκέψεως (11-11-2008), παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.) και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα εις βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις εν λόγω μερικότερες αξιόποινες πράξεις. Επομένως, κατά τα λοιπά, για τις μη παραγραφείσες πράξεις, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (519Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμό 141/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, για τις μερικότερες πράξεις της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση, που φέρονται να έχουν τελεσθεί την 18 Μαΐου
  2. Και, Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα λοιπά, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου
  3. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Δεκεμβρίου
  4. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.