Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 273 / 2009 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Υπέρβαση εξουσίας, Ηθική αυτουργία, Ψευδής καταμήνυση, Κατηγορούμενος, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Επαρκής αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία στην τελευταία πράξη. Απόρριψη λόγου αναιρέσεως για ύπαρξη δεδικασμένου μεταξύ συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης. Αναίρεση για υπέρβαση εξουσίας από χειροτέρευση θέσεως κατηγορουμένου. Αριθμός 273/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----- Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την (κοινή) αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων :1) Χ, 2) Ψ και 3) Ζ, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πάλλη, για αναίρεση της με αριθμό 5.386/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ξ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Σεπτεμβρίου 2008 κοινή αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1690/2008. Α φ ο ύ ά κ ο υ σε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 229 παρ. 1 ΚΠΔ όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. με την ποινή της παρ. 1 αυτού τιμωρείται όποιος ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη θεμελίωση των εγκλημάτων αυτών απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση και άμεσος δόλος ο οποίος στην περίπτωση μεν της ψευδούς καταμηνύσεως περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση δε της ψευδορκίας μάρτυρα τη γνώση ότι αυτά που κατέθεσε ο κατηγορούμενος είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, κατά την οποία, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος. ΙΙ.'Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στις περιπτώσεις των άνω εγκλημάτων της ψευδούς καταμηνύσεως και ψευδορκίας μάρτυρος, η καταδικαστική απόφαση για να έχει την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή και (στην περίπτωση του άρθρου 229 Π.Κ.) και στον πρόσθετο σκοπό του δράστη με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τόσο τη γνώση όσο και το σκοπό. ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλ-λόμενη υπ' αριθμ.5386/2008 απόφαση του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου Αθηνών οι μεν αναιρεσείοντες Ψ και Ζ καταδικάσθηκαν για ψευδορκία μάρτυρα, ο δε Χ για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία στην πράξη των πρώτων. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που φέρονται ως αναγνωσθέντα, καθώς και την απολογία του κατηγορούμενου και όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: " ... Τα υποστηριζόµενα από τον πρώτο κατηγορούµενο Χ στην από 13-10-00 µηνυτήρια αναφορά του ενώπιον του Εισαγγελέως Πληµ/κών Αθηνών, ότι δήθεν ο εγκαλών Ξ είχε πλαστογραφήσει την ιδιόγραφη διαθήκη της θείας του ...., είναι ψευδή, γεγονός το οποίο γνώριζε ο ίδιος ο κατηγορούµενος. Μπορούσε δε το γεγονός αυτό, που ο ανωτέρω κατηγορούµενος διέδωσε µε την πιο πάνω µηνυτήρια αναφορά του ενώπιον τρίτων και δη του Εισαγγελέως, των γραµµατέων και των συνηγόρων, να βλάψει την τιµή και την υπόληψη του εγκαλούντος, ο κατηγορούµενος γνώριζε αυτό και αποσκοπούσε σ' αυτό, επιπλέον δε αποσκοπούσε, µε την υποβολή της ως άνω αναφοράς να προκαλέσει την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος του, πράγµα το οποίο και έγινε, αφού ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος ποινική δίωξη για πλαστογραφία, απάτη στο δικαστήριο και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία µάρτυρα. Στη συνέχεια όµως µε το υπ'αριθ. 1162/02 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµ/κών Αθηνών το οποίο έχει καταστεί αµετάκλητο, το άνω συµβούλιο µε την παραδοχή ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια, αποφάνθηκε να µη γίνει κατηγορία για τις ως άνω πράξεις. Επίσης ψευδή είναι και όσα κατέθεσαν οι κατηγορούµενοι, δεύτερος και τρίτος, Ψ και Ζ εξεταζόµενοι ως µάρτυρες ενώπιον του Πταισµατοδίκη Αθηνών, που ενεργούσε προανάκριση, επί της ως άνω µηνυτήριας αναφοράς, το ψευδές δε αυτών των ισχυρισµών γνώριζαν οι κατηγορούµενοι αυτοί, και δη ο Ψ κατέθεσε ότι στις αρχές του 1998, ο εγκαλών, στο γραφείο του Χ, οµολόγησε ενώπιον αυτού και του Χ, ότι είχε πλαστογραφήσει την επίδικη διαθήκη, και ο Ζ ότι αμέσως µετά την εν λόγω οµολογία, κατά την είσοδο του στο γραφείο του Χ, άκουσε να συζητούν οι Χ και Ψ ότι προ ολίγου ο εγκαλών είχε οµολογήσει ενώπιον τους την πλαστογραφία της διαθήκης. Στις εν λόγω δε καταθέσεις προέβησαν οι κατηγορούµενοι δεύτερος και τρίτος, κατόπιν πειθούς και φορτικότητας του πρώτου κατ/νου, ο οποίος απέβλεπε οι εν λόγω µαρτυρικές καταθέσεις να ενισχύσουν την ουσιαστική βασιµότητα της άνω µηνυτήριας αναφοράς του. Ειδικότερα ο πρώτος κατηγορούµενος στη µηνυτήρια αναφορά του από 13-10-2000 αναφέρει ότι η "πλαστότης (της διαθήκης), αποδεικνύεται όχι µόνον εκ συγκριτικών εγγράφων αλλά και εξ οµολογιών του αναφεροµένου προς εµέ και έτερα πρόσωπα". Όµως ότι οµολόγησε ενώπιον του ο Ξ ή ενώπιον άλλων τρίτων την εκ µέρους του πλαστογραφία της διαθήκης είναι ψευδές περιστατικό, αφού δεν αποδείχθηκε ότι έγινε τέτοια οµολογία, ούτε άλλωστε συνέτρεχε προς τούτο λόγος, αφού όπως προαναφέρθηκε η διαθήκη ήταν γνήσια, όπως αποφάνθηκε και το άνω Συµβούλιο. Επίσης ο πρώτος κατηγορούµενος µε την από 30-6-2000 εξώδικη όχληση του προς τον εγκαλούντα και την σύζυγο του, ανέφερε µεταξύ άλλων και τα εξής σε βάρος του !! "έχουν διαπραχθεί σοβαραί αξιόποιναι πράξεις από τον πρώτο από εσάς, τας οποίας θέλω να καταστήσω γνωστάς εις την Εισαγγελικήν Αρχήν προς άσκησιν ποινικής διώξεως εις βάρος σας, όπως η πλαστότης διαθήκης και η µη καταβολή κατόπιν εξαπατήσεως του Ελληνικού Δηµοσίου του αναλόγου φόρου µεταβιβάσεως επί εκποιήσεως θαλασσίου σκάφους, ως ταύτα αποδεικνύονται εκ των εις χείρας µου υφισταµένων αποδεικτικών στοιχείων". Ο εγκαλών εις απάντηση της άνω εξωδίκου επέδωσε στον πρώτο κατηγορούµενο την από 6-7-2000 εξώδικη απάντηση και διαµαρτυρία στην οποία ανέφερε: "Οι απειλές σας περί διαπράξεως σοβαρών αξιόποινων πράξεων εκ µέρους του πρώτου από εµάς είναι ψευδείς, δόλιοι, συκοφαντικοί και κακόβουλοι και αναµένω να λάβω γνώσιν των στοιχείων που σας καλώ να καταθέσετε εις τον αρµόδιον Εισαγγελέα". Επίσης ο εγκαλών συνεπεία της από 30-6-2000 εξωδίκου, υπέβαλε κατά του πρώτου κατηγορουµένου την από 20-9-2000 έγκληση, ενώ συνεπεία της από 13-10-2000 εξωδίκου υπέβαλε κατά των κατηγορουµένων την από 21-1-2001 έγκληση του (επίδικη). Αποδεικνύεται λοιπόν από τα ανωτέρω ότι ο εγκαλών όχι µόνον δεν οµολόγησε ενώπιον του πρώτου και δευτέρου των κατηγορουµένων την εκ µέρους του πλαστογραφία της διαθήκης, αλλά αντίθετα απαντά στους σχετικούς ισχυρισµούς µε τις άνω εξωδίκους δηλώσεις και εγκλήσεις. Επίσης και οι κατηγορούµενοι δεύτερος και τρίτος γνώριζαν ότι τα αναφερόµενα στις από 17-1-2001 ένορκες καταθέσεις τους ήσαν ψευδή, αφού ουδεµία οµολογία περί πλαστότητας της διαθήκης είχε γίνει εκ µέρους του εγκαλούντος, προέβησαν δε στις εν λόγω καταθέσεις κατόπιν επιµονής και παροτρύνσεως του πρώτου κατηγορουµένου για την ουσιαστική βασιµότητα της άνω µηνυτήριας αναφοράς αυτού και µε τον οποίο συνδεόταν µε δεσµούς επαγγελµατικής συνεργασίας και φιλίας ο δεύτερος και συγγενείας ο τρίτος από αυτούς. Εξάλλου δυνάµει των παρακάτω αποφάσεων: α) 8228/06 του παρόντος Δικαστηρίου ο πρώτος κατηγορούµενος κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση πέντε
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.