← Ελλάδα

ΑΠ 281/2010 — Απάτη, Βιασμός

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 281 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Απάτη, Βιασμός. Περίληψη: Απάτη (άρθρο 386§§1,3 ΠΚ). Στοιχεία αυτής. Κατ' επάγγελμα τέλεση. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία βουλεύματος που παραπέμπει για απάτη τον αναιρεσείοντα. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Τί είναι περιουσιακό όφελος. Μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του επιδιωκόμενου οφέλους πρέπει να υπάρχει υλική αντιστοιχία που προσδιορίζεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο άλλως υπάρχει ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών. Αναιρεί και παραπέμπει. Αριθμός 281/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ζ, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 834/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορουμένους τους: 1) Χ1 και 2) Χ2 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 25 Ιουνίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1016/2009. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 326/12.10.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, μετά της σχετικής δικογραφίας, την από 25-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Ζ, κατά του υπ'αριθμ. 834/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα, εκθέτω τα εξής: Διά του ως άνω προσβαλλομένου βουλεύματος απερρίφθη κατ'ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά του υπ'αριθμ. 1782/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επεκυρώθη τούτο, διά του οποίου αυτός παραπέμπεται στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων), διά να δικασθή δι'απάτη από κοινού μετά των συγκατηγορουμένων του, κατ'επάγγελμα, εκ της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Προβάλλει δε αυτός, ως λόγους αναιρέσεως, την εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 386 παρ. 1, 3 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επαγγέλμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικώς το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήση στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της (βλ. ΑΠ 2052/2007, ΑΠ 1844/2007). Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον υπό του άρθρ. 484 § 1 στοιχ. δ' Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση, εν σχέσει προς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, διά το οποίο έχει ασκηθή ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και εκρίθη ότι υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας σε σχέση με το έγκλημα της απάτης, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η βλάβη αυτή και πώς επήλθε, ενώ, ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο, πρέπει να αιτιολογήται ότι υπάρχει, αφ'ενός μεταξύ της απατηλής ενεργείας του δράστου και της πλάνης του άλλου και αφ'ετέρου μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παρεπείσθη ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής), η οποία ενέχει περιουσιακή διάθεση (βλ. ΑΠ 625/2005, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/21). Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όχι μόνον όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθή στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παρεβιάσθη εκ πλαγίου, εκ του λόγου ότι στο πόρισμα του βουλεύματος που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως (ΑΠ 114/2004, ΑΠ 259/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, εδέχθη, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από την εκτίμηση των κατ'είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα εξής, κατά τα ουσιώδη μέρη των, πραγματικά περιστατικά: Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, Χ1 και Χ2 ήταν ιδρυτές της εταιρείας "Διαφημίσεις RATATA AEBE" που είχε έδρα στη ..., στην οδό ..., με αντικείμενο εργασιών τις διαφημίσεις και την έκδοση εφημερίδας. Από το έτος 1996 τα κέρδη της εταιρείας αυτής εμφανίζονταν μειωμένα και το φθινόπωρο του 1997 η οικονομική της κάμψη ήταν ολοκληρωτική. Τον Οκτώβριο του 1997, μαζί με τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους Ζ, δημοσιογράφο, συναποφάσισαν να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακά οφέλη με τη δημιουργία υποχρεώσεων της εταιρείας με την κυκλοφορία ακάλυπτων επιταγών για ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, χωρίς οι ίδιοι να εμφανίζονται στο προσκήνιο, αλλά να δρουν στο χώρο του παρασκηνίου. Για την επίτευξη των σκοπών τους επέλεξαν τον εγκαλούντα που είναι άτομο με γραμματικές γνώσεις των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου και είχε ζήσει στο εξωτερικό προσπαθώντας να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση και τελικά για να αντιμετωπίσει τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσής του, εργαζόταν ως οδηγός ταξί ιδιοκτησίας άλλου και ακριβώς κατά τη μεταφορά του πρώτου κατηγορουμένου στις 25-9-1997, με το ταξί, γνωρίσθηκαν και στη συνέχεια συμφώνησαν οι κατηγορούμενοι να χρησιμοποιήσουν τον εγκαλούντα ως "αχυράνθρωπο" για την εφαρμογή του σχεδίου τους, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι ο εγκαλών είχε λευκό ποινικό μητρώο. 'Ετσι, συναντήθηκαν με τον τελευταίο και του πρότειναν να γίνει πρόεδρος της RATATA, την οποία του εμφάνισαν ως σοβαρή και φερέγγυα εταιρεία, χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις, του υποσχέθηκαν δε μισθό ύψους πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών και δωρεάν παραχώρηση πολυτελούς κατοικίας και αυτοκινήτου, καθώς και κάλυψη όλων των εξόδων του. Ο εγκαλών, αν και αντελήφθη ότι η προσφορά αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα εκτίμησης των προσόντων του, που ήταν ανύπαρκτα, εν τούτοις όμως θεώρησε την πρόταση δελεαστική γιατί του εξασφάλιζε άνετο τρόπο ζωής, χωρίς κόπο, κάτι που ήταν γι'αυτόν ιδιαίτερα σημαντικό, γι'αυτό και δέχθηκε την πρόταση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της εμπλοκής του σ'αυτήν την υπόθεση. Συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί σ'αυτόν το 70% της εταιρείας και να αναλάβει την εκπροσώπησή της, όπως και έγινε, οι δε κατηγορούμενοι κράτησαν το 10% της εταιρείας, ο καθένας. 'Ετσι, από της 20-10-1997, ο εγκαλών ανέλαβε την εκπροσώπηση της εταιρείας, εκλεγείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της με την εξουσία να την δεσμεύει μόνος αυτός με την υπογραφή του, μεταξύ δε άλλων είχε το δικαίωμα να εκδίδει ο ίδιος, μόνος επιταγές για λογαριασμό της, αναλαμβάνοντας και όλες τις σχετικές υποχρεώσεις, όπως επεδίωκαν οι κατηγορούμενοι. Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας παρέμεινε ο πρώτος κατηγορούμενος ως αντιπρόεδρος και ο δεύτερος, ως μέλος, για να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν αυτοί στην πράξη την διοίκηση της εταιρείας, όπως και έπραξαν, μέχρι την ολοκλήρωση του σχεδίου τους, οπότε και αποχώρησαν. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εγκαλούντος στην εταιρεία οι κατηγορούμενοι δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους τετρακοσίων πενήντα δύο εκατομμυρίων (452.000.000) δραχμών, την ευθύνη των οποίων είχε βεβαίως ο εγκαλών, ο οποίος υπέστη και τις συνέπειες του νόμου, όπως προκύπτει και από το σχετικό βούλευμα με αριθμό 3411/2002 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το αποδιδόμενο σ'αυτούς κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση που τελέστηκε από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα, το περιουσιακό όφελος της οποίας -και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε-υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 στ', 14, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 1,3 του ΠΚ), που φέρονται να τέλεσαν στην ..., κατά το διάστημα από τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 1997 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1998, σε βάρος του εγκαλούντος Ψ. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και ο τρίτος από αυτούς Ζ, προσθέτει ότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας των κατηγορουμένων και της πλάνης του εγκαλούντος, καθώς και μεταξύ της πλάνης του και της συμπεριφοράς του, που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού- κατά την εκδοχή του - ο εγκαλών γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ή διαφορετικά, μπορούσε να πληροφορηθεί σε κάθε στιγμή ότι, αποδεχόμενος τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, θα είχε τις ευθύνες που απορρέουν από το νόμο. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του τρίτου εκκαλούντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους συνίσταται στο ότι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η παραπάνω εταιρεία ήταν φερέγγυα και ότι επιθυμούσαν τη συνεργασία του απλώς και μόνο για να λάβουν κάποιο δάνειο γι'αυτήν και γι'αυτό ήθελαν να τροποποιήσουν το καταστατικό της και να τον διορίσουν πρόεδρό της και διευθύνοντα σύμβουλο διατηρώντας οι ίδιοι τη διαχείριση και τη διοίκησή της, χωρίς δική του ευθύνη, στην πραγματικότητα όμως, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι ίδιοι, η εταιρεία είχε ήδη πολλά χρέη προς τρίτους και ο σκοπός τους ήταν να επιρριφθούν αυτά και τα νέα που οι ίδιοι δημιούργησαν- συνολικού ύψους 452.000.000 δραχμών- στον εγκαλούντα και επί πλέον μέχρι και τον Απρίλιο 1998 εξακολουθούσαν να παριστάνουν σ'αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πορεία της εταιρείας "βαίνει καλώς" και δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα, ώστε να τον πείσουν να παραμείνει στη θέση του. Επομένως ο εγκαλών δεν παραπείσθηκε σχετικά με το γεγονός ότι δεν θα είχε καμμία απολύτως νομική ευθύνη, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιο πάνω εταιρείας, όπως υποστηρίζει ο αναφερθείς εκκαλών, αλλά σχετικά με το γεγονός ότι η εταιρεία δεν είχε χρέη και ήταν φερέγγυα και ότι όλα "έβαιναν καλώς" και δεν υπήρχε πρόβλημα με τις εργασίες της και την οικονομική της ευρωστία. Ακολούθως, το ανωτέρω Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση, εδέχθη ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του αναιρεσείοντος, διά την ως άνω αξιόποινη πράξη και, αφού απέρριψε την έφεση αυτού, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα αιτιολογία ελλειπή και ασαφή. Ειδικότερα, δεν εκθέτει περιστατικά συμπεριφοράς του παθόντος, ενέχοντα περιουσιακή διάθεση και δεν διευκρινίζει ποία συγκεκριμένη μείωση ή χειροτέρευση της περιουσίας αυτού επήλθε από τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα παραπλανητικές ενέργειες. Αλλά, με την ανωτέρω παράλειψη και ασάφεια, το προσβαλλόμενο βούλευμα στερείται της ως άνω απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως και νομίμου βάσεως, και είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. β', δ' ΚΠΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Όμως, ο περί εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αναιρετικός λόγος, αορίστως προβαλλόμενος, χωρίς να αναφέρεται εις τί συνίσταται αυτή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 406/2006, εις ΠΧ/ΝΣΤ'/906). Επίσης απαράδεκτες είναι και οι αιτιάσεις διά των οποίων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Συμβουλίου περί τα πράγματα. Κατ'ακολουθία, πρέπει να αναιρεθή το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση, στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, συμφώνως προς τα άρθρα 485 παρ. 1 και 519 ΚΠΔ. Για τους λόγους αυτούς- Π ρ ο τ ε ί ν ω-------------------- Να αναιρεθή το υπ'αριθμ. 834/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Να παραπεμφθή η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήναι 21 Σεπτεμβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 386 §§ 1 και 3 ΠΚ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών? και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000€) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000€). Ούτω για την θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτούνται: α) σκοπός του δράστου να περιποιήσει εις τον εαυτόν του ή άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος. χωρίς να είναι αναγκαία η πραγματοποίηση του οφέλους. β) η εν γώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία παρεπλανήθη κάποιος και προέβη στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστου και η οποία υπάρχει σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της αξίας της περιουσίας του παθόντος (έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση για την ανόρθωσή της). Περιουσιακή βλάβη μπορεί να συνιστά και συγκεκριμένη απειλή ή διακινδύνευση της περιουσίας, όταν επιφέρει μείωση της ενεστώσης αξίας αυτής και μπορεί έτσι να αποτιμηθεί ως επελθούσα βλάβη. Ο σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ("υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση") και συνεπώς αξιώνεται ορισμένος δόλος. "Περιουσιακό όφελος" είναι κάθε οικονομική βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως, υπάρχει δε όταν επιδιώκεται η αύξηση της περιουσίας του δράστου ή άλλου καθώς και κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσίας του. Το επιδιωκόμενο όφελος πρέπει να αποτελεί τον αντίποδα της βλάβης του παθόντος και συνήθως ισούται με αυτό, ήτοι η βλάβη της περιουσίας πρέπει να αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος που ο υπαίτιος επεδίωξε και να είναι άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Ο παραπλανώμενος δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τον βλαπτόμενο, αρκεί να μπορεί από το νόμο ή τα πράγματα να επιχειρήσει την επιζήμια για τον βλαπτόμενο πράξη, παράλειψη ή ανοχή, το δε περιουσιακό όφελος που επεδίωξε ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτομένου, στη διάθεση της οποίας προέβη ο παραπλανηθείς, έτσι ώστε να αποτελεί την ανάστροφη όψη της περιουσιακής βλάβης. Πρέπει, δηλαδή, μεταξύ της βλάβης της ξένης περιουσίας και του οφέλους που επιδιώκει ο δράστης να υπάρχει υλική αντιστοιχία ή υλική ταυτότητα, από την οποίαν (υλική αντιστοιχία) προκύπτει εναργώς ο χαρακτήρ του εγκλήματος της απάτης ως τοιούτου περιουσιακής μεταθέσεως (μετατοπίσεως). Έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος η οποία ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 § 1 εδ. δ' Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2005). Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται ενμέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά και τα μέσα, από τα οποία προέκυψαν και στηρίζουν την παραπεμπτική του κρίση. Εφ' όσον δε η εισαγγελική πρόταση αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και με αυτήν συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο αυτό των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Τέλος κατά το άρθρο 484 §1 στοιχ. β' Κ.Π.Δ. συνιστά λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το Συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα υπ'αριθμ. 834/2009 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απερρίφθη η ασκηθείσα υπό του αναιρεσείοντος έφεση κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος υπ'αριθμ. 1782/2008 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο έχει παραπεμφθεί να δικασθεί για απάτη κατ' εξακολούθηση κατ'επάγγελμα, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 73.000 €, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη (στο βούλευμα) πρόταση του παρ' αυτώ Εισαγγελέως (Εφετών) και με μνεία όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπ'όψη του, εδέχθη ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 ήταν ιδρυτές της εταιρίας "Διαφημίσεις RATATA A.E.B.E." που είχε έδρα στη ..., στην οδό ..., με αντικείμενο εργασιών τις διαφημίσεις και την έκδοση εφημερίδας. Από το έτος 1996 τα κέρδη της εταιρίας αυτής εμφανίζονταν μειωμένα και το φθινόπωρο του 1997 η οικονομική της κάμψη ήταν ολοκληρωτική. Τον Οκτώβριο 1997 μαζί με τον τρίτο συγκατηγορούμενό τους Ζ, δημοσιογράφο, συναποφάσισαν να αποκομίσουν παράνομα περιουσιακά οφέλη με τη δημιουργία υποχρεώσεων της εταιρείας με την κυκλοφορία ακάλυπτων επιταγών για ποσά δεκάδων εκατομμυρίων δραχμών, χωρίς οι ίδιοι να εμφανίζονται στο προσκήνιο, αλλά να δρουν στο χώρο του παρασκηνίου. Για την επίτευξη των σκοπών τους επέλεξαν τον εγκαλούντα που είναι άτομο με γραμματικές γνώσεις των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου και είχε ζήσει στο εξωτερικό προσπαθώντας να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση και τελικά για να αντιμετωπίσει τις καθημερινές ανάγκες διαβίωσής του, εργαζόταν ως οδηγός ταξί ιδιοκτησίας άλλου και ακριβώς κατά τη μεταφορά του πρώτου κατηγορουμένου στις 25-9-1997, με το ταξί, γνωρίσθηκαν και στη συνέχεια συμφώνησαν οι κατηγορούμενοι να χρησιμοποιήσουν τον εγκαλούντα ως "αχυράνθρωπο" για την εφαρμογή του σχεδίου τους, συνεκτιμώντας και το γεγονός ότι ο εγκαλών είχε λευκό ποινικό μητρώο. Έτσι, συναντήθηκαν με τον τελευταίο και του πρότειναν να γίνει πρόεδρος της RATATA, την οποία του εμφάνισαν ως σοβαρή και φερέγγυα εταιρεία, χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις, του υποσχέθηκαν δε μισθό ύψους πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών και δωρεάν παραχώρηση πολυτελούς κατοικίας και αυτοκινήτου, καθώς και κάλυψη όλων των εξόδων του. Ο εγκαλών, αν και αντελήφθη ότι η προσφορά αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα εκτίμησης των προσόντων του, που ήταν ανύπαρκτα, εν τούτοις όμως θεώρησε την πρόταση δελεαστική γιατί του εξασφάλιζε άνετο τρόπο ζωής, χωρίς κόπο, κάτι που ήταν γι'αυτόν ιδιαίτερα σημαντικό, γι'αυτό και δέχθηκε την πρόταση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες της εμπλοκής του σ'αυτήν την υπόθεση. Συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί σ'αυτόν το 70% της εταιρείας και να αναλάβει την εκπροσώπησή της, όπως και έγινε, οι δε κατηγορούμενοι κράτησαν το 10% της εταιρείας, ο καθένας. Έτσι, από της 20-10-1997, ο εγκαλών ανέλαβε την εκπροσώπηση της εταιρείας, εκλεγείς πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της με την εξουσία να την δεσμεύει μόνος αυτός με την υπογραφή του, μεταξύ δε άλλων είχε το δικαίωμα να εκδίδει ο ίδιος, μόνος επιταγές για λογαριασμό της, αναλαμβάνοντας και όλες τις σχετικές υποχρεώσεις, όπως επεδίωκαν οι κατηγορούμενοι. Στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας παρέμεινε ο πρώτος κατηγορούμενος ως αντιπρόεδρος και ο δεύτερος, ως μέλος, για να έχουν τη δυνατότητα να ασκούν αυτοί στην πράξη την διοίκηση της εταιρείας, όπως και έπραξαν, μέχρι την ολοκλήρωση του σχεδίου τους, οπότε και αποχώρησαν. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εγκαλούντος στην εταιρεία οι κατηγορούμενοι δημιούργησαν χρέη συνολικού ύψους τετρακοσίων πενήντα δύο εκατομμυρίων (452.000.000) δραχμών, την ευθύνη των οποίων είχε βεβαίως ο εγκαλών, ο οποίος υπέστη και τις συνέπειες του νόμου, όπως προκύπτει και από το σχετικό βούλευμα με αριθμό 3411/2002 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Οι παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων στοιχειοθετούν αντικειμενικά και υποκειμενικά το αποδιδόμενο σ'αυτούς κακούργημα της απάτης κατά συναυτουργία και κατ'εξακολούθηση που τελέστηκε από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ'επάγγελμα, το περιουσιακό όφελος της οποίας -και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε-υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ (άρθρα 1, 13 στ', 14, 26 παρ. 1α, 27, 45, 98, 386 παρ. 1,3 του ΠΚ), που φέρονται να τέλεσαν στην ..., κατά το διάστημα από τα τέλη Σεπτεμβρίου του έτους 1997 μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1998, σε βάρος του εγκαλούντος Ψ. Οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και ο τρίτος από αυτούς Ζ, προσθέτει ότι δεν υφίσταται ο απαιτούμενος για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής ενέργειας των κατηγορουμένων και της πλάνης του εγκαλούντος, καθώς και μεταξύ της πλάνης του και της συμπεριφοράς του, που ενέχει περιουσιακή διάθεση, η οποία συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού- κατά την εκδοχή του - ο εγκαλών γνώριζε με απόλυτη βεβαιότητα ή διαφορετικά, μπορούσε να πληροφορηθεί σε κάθε στιγμή ότι, αποδεχόμενος τη θέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας, θα είχε τις ευθύνες που απορρέουν από το νόμο. Ο ισχυρισμός αυτός όμως του τρίτου εκκαλούντος είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η κατηγορία που αποδίδεται στους κατηγορουμένους συνίσταται στο ότι παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στον εγκαλούντα ότι η παραπάνω εταιρεία ήταν φερέγγυα και ότι επιθυμούσαν τη συνεργασία του απλώς και μόνο για να λάβουν κάποιο δάνειο γι'αυτήν και γι'αυτό ήθελαν να τροποποιήσουν το καταστατικό της και να τον διορίσουν πρόεδρό της και διευθύνοντα σύμβουλο διατηρώντας οι ίδιοι τη διαχείριση και τη διοίκησή της, χωρίς δική του ευθύνη, στην πραγματικότητα όμως, όπως πολύ καλά γνώριζαν οι ίδιοι, η εταιρεία είχε ήδη πολλά χρέη προς τρίτους και ο σκοπός τους ήταν να επιρριφθούν αυτά και τα νέα που οι ίδιοι δημιούργησαν- συνολικού ύψους 452.000.000 δραχμών- στον εγκαλούντα και επί πλέον μέχρι και τον Απρίλιο 1998 εξακολουθούσαν να παριστάνουν σ'αυτόν εν γνώσει τους ψευδώς ότι η πορεία της εταιρείας "βαίνει καλώς" και δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα, ώστε να τον πείσουν να παραμείνει στη θέση του. Επομένως ο εγκαλών δεν παραπείσθηκε σχετικά με το γεγονός ότι δεν θα είχε καμμία απολύτως νομική ευθύνη, ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πιο πάνω εταιρείας, όπως υποστηρίζει ο αναφερθείς εκκαλών, αλλά σχετικά με το γεγονός ότι η εταιρεία δεν είχε χρέη και ήταν φερέγγυα και ότι όλα "έβαιναν καλώς" και δεν υπήρχε πρόβλημα με τις εργασίες της και την οικονομική της ευρωστία...". Μετά ταύτα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο στην εισαγγελική πρόταση εδέχθη ότι ορθώς απεφάνθη το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και παρέπεμψε και τον αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για κακουργήματα) και αφού όπως προανεφέρθη απέρριψε την έφεση, επεκύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την κατά τ' ανωτέρω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για το οποίο παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο ο αναιρεσείων καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 386 §§ 1 και 3 Π.Κ., τις οποίες και εσφαλμένως εφήρμοσε, αφού υπάρχουν ασάφεια και αοριστία ως προς την έκθεση των περιστατικών αυτών. Ειδικότερα (φαίνεται να) δέχεται το Συμβούλιο ότι στοιχειοθετείται απάτη κακουργηματική πραχθείσα εις βάρος του εγκαλούντος - παθόντος χωρίς όμως να αιτιολογεί κατά τρόπο σαφή ποία η περιουσιακή βλάβη του τελευταίου αυτού, ούτε να προσδιορίζεται εις τι συνίσταται αυτή, ούτε να δικαιολογεί τον τρόπο με τον οποίον επραγματώθη αυτή? την τοιαύτη ασάφεια επιτείνει η παραδοχή του βουλεύματος ότι "η εταιρία είχε ήδη πολλά χρέη προς τρίτους και ο σκοπός των (των κατηγορουμένων) ήταν να επιρριφθούν αυτά και τα νέα που οι ίδιοι εδημιούργησαν συνολικού ύψους 452.000.000 δραχμών στον εγκαλούντα", χωρίς, δηλαδή, να διευκρινίζει ποίο το όφελος αυτών και διατί είναι παράνομο, εν όψει του ότι ουδόλως εκτίθεται εάν μεταξύ της περιουσιακής βλάβης και του περιουσιακού οφέλους υπάρχει υλική αντιστοιχία που απαιτείται για την ύπαρξη της υποκειμενικής υποστάσεως της απάτης ήτοι του σκοπού παρανόμου οφέλους, του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. δ και β' Κ.Π.Δ., να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι έκριναν προηγουμένως. (άρθρο. 485 § 1 και 519 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί το υπ'αριθμ. 834/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων, οι οποίοι εξέδωσαν το άνω βούλευμα. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2009 . Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2010.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.