← Ελλάδα

ΑΠ 283/2008 — Επανάληψη διαδικασίας

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 283 / 2008 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Επανάληψη διαδικασίας. Περίληψη: Επανάληψη διαδικασίας. Απορρίπτει αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας κατά αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως, για επικίνδυνη σωματική βλάβη, επειδή από τις νέες αποδείξεις των οποίων γίνεται επίκληση, δεν γίνεται φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος. ΑΡΙΘΜΟΣ 283/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου 9 Νοεμβρίου 2007 (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ανδρεάδη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 9821/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 707/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κυριάκος Καρούτσος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού με αριθμό 281/3.7.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγων την από 22/24-4-2007 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης αμετακλήτως δια της υπ'αριθμ. 9821/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής: Ο αιτών κατεδικάσθη, δια της ανωτέρω αποφάσεως, εις ποινή φυλακίσεως επτά μηνών, δι' επικίνδυνη σωματική βλάβη, αμετακλήτως, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε, δια της υπ'αριθμ. 1838/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. 'Ηδη αυτός ζητεί, δια της υπό κρίση αιτήσεως, την επανάληψη της διαδικασίας "κατ'άρθρο 525 ΚΠΔ παρ. 2 και 3", προδήλως επικαλούμενος τις περιπτώσεις 2 και 3 της παραγράφου 1 του ανωτέρω άρθρου. Εκθέτει δε, συν τοις άλλοις, ότι κατεδικάσθη, ως άνω, "με τις καταθέσεις δύο ψευδομαρτύρων" και ότι ο ψευδομηνυτής του κατεδικάσθη δια της υπ'αριθμ. 3010/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διά ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση και στην απολογία του ανέφερε ψευδή περιστατικά. Επειδή, κατά το άρθρο 525 § 1 περιπτ. 2 Κ.Π.Δ., η δι' αμετακλήτου αποφάσεως περατωθείσα ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον στου καταδικασθέντος δια πλημμέλημα ή κακούργημα, και εάν, μετά την οριστική καταδίκη, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα τους καταδικάσαντες δικαστές, γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή εν συνδυασμώ προς τις προηγουμένως προσκομισθείσες καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος, ή κατεδικάσθη αδίκως δι έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι εξετέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνα τα οποία ήσαν άγνωστα στο δικαστήριο ώστε να μη δύναται να τα λάβη υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη δύναται να τα προβάλη, γιατί αν ήσαν γνωστά έπρεπε να έχουν προβληθή ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Τέτοιες αποδείξεις δύνανται να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, άγνωστες στους εκδόσαντες την καταδικαστική απόφαση δικαστές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα ήδη ληφθέντα υπ'όψιν αποδεικτικά στοιχεία, καθιστούν πρόδηλο, εις σημείο εγγίζον την βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως δι' έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε (ΑΠ 1703/05, ΑΠ 446/06, εις ΠΧ/ΝΣΤ/444, 975 αντιστοιχ.). Επίσης, κατά το άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 3 και παρ. 2 ΚΠΔ, λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δύναται να θεμελιώσουν και οι ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων "αν βεβαιωθή ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου" και αν αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση διά ψευδορκία, εκτός αν δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, περιστατικά που πρέπει να επικαλεσθή ο αιτών την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 612/1989, εις ΠΧ/Μ'/67, ΑΠ 580/1996, εις ΠΧ/ΜΖ'/243, ΑΠ 514/1975, εις ΠΧ/ΚΕ'/843). Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 527 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, η αίτηση περί επαναλήψεως της διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος , πρέπει να περιέχη τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που την βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Για να είναι δε παραδεκτή η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας εκείνου που κατεδικάσθη αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα και επικαλείται νέα γεγονότα ή αποδείξεις, άγνωστα στους δικαστές που τον κατεδίκασαν, πρέπει να εκθέτη στην αίτησή του με σαφήνεια και πληρότητα τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη, καθώς και το περιεχόμενο αυτών, για να είναι δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως (ΑΠ 1219/2002, εις Ποιν.Δικ/2002/1341). Στην προκειμένη περίπτωση, εκ των εγγράφων της διαδικασίας προκύπτει ότι ο αιτών, δια της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως, εκηρύχθη ένοχος δια την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη και επεβλήθη σ'αυτόν η ανωτέρω ποινή, διότι στην περιοχή ......... Αττικής, την 4-12-1999, εκ προθέσεως εκτύπησε με ξύλο τον Ψ1, προξενήσας σ'αυτόν αιμάτωμα αριστεράς κροταφικής χώρας και εκδορές προσώπου, η δε πράξη του αυτή, λόγω του χρησιμοποιηθέντος μέσου και του σκληρού τρόπου που πραγματώθηκε, μπορούσε να προκαλέση στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαρεία σωματική βλάβη. Ο αιτών ισχυρίζεται, ως προεκτίθεται, ότι κατεδικάσθη "με τις καταθέσεις δύο ψευδομαρτύρων". Όμως, εξ ουδενός στοιχείου προκύπτει αμετάκλητη καταδίκη δια ψευδορκία, ως προς την ανωτέρω αξιόποινη πράξη (επικίνδυνη σωματική βλάβη), και ούτε προβάλλεται από τον αιτούντα, ούτε προκύπτει, ότι η έλλειψη τέτοιας καταδίκης οφείλεται εις νομίμους λόγους, οι οποίοι εμπόδιζαν την κατ'ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη. Σημειωτέον, ότι η δια της υπ'αριθμ. 3010/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδίκη του ανωτέρω Ψ1, δια ψευδορκία μάρτυρος, έλαβε χώρα λόγω του ισχυρισμού του, ότι ο αιτών αφήρεσε το κινητό τηλέφωνό του και το ακουστικό βαρυκοΐας, ενώ δια της ιδίας αποφάσεως αυτός (Ψ1) εκηρύχθη αθώος ψευδορκίας, εν σχέσει προς τον ισχυρισμό του, ότι ο αιτών επετέθη και τον κτύπησε με ξύλο, με συνέπεια να τον τραυματίση. Επομένως, ο ανωτέρω εκ του άρθρ. 525 παρ. 1 περ. 3, εν συνδ. προς παρ. 2, ΚΠΔ λόγος επαναλήψεως διαδικασίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο αιτών αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, στην μη αποδοχή αιτήσεώς του δια κλήση και εξέταση μαρτύρων, στην μη ανάγνωση καταθέσεων απόντων μαρτύρων, στην εκτίμηση φωτογραφιών, στην απόρριψη αιτήματός του δια διορισμό δικηγόρου λόγω οικονομικής αδυναμίας του και ζητεί να ερευνηθή το ενδεχόμενο παρανόμου κυκλώματος προς εφοδιασμό υγιών συνταξιούχων, έναντι αμοιβής, με ακουστικά βαρυκοΐας, ισχυρίζεται δε ότι αν είχε γίνη δεκτό το αίτημά του διά κλήτευση και εξέταση δύο μαρτύρων, υποβληθέν στον εισαγγελέα εφετών, θα είχε αθωωθή. Επίσης, αυτός ισχυρίζεται, περί του ανωτέρω Ψ1, ότι απολογούμενος κατά την δίκη στην οποία εξεδόθη η ανωτέρω υπ'αριθμ. 3010/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειδικείου Αθηνών, αναφέρει ψευδώς ότι "έπεσε κάτω και έχασε τις αισθήσεις του και ήταν σαν πεθαμένος", οι δύο μάρτυρες κατηγορίας του αιτούντος "δεν ήταν παρόντες στο επεισόδιο και ότι έμαθαν το έμαθαν από τον ίδιο", τις φωτογραφίες που τον έδειχναν να κρατάει μαγκούρα και να κτυπά τον αιτούντα "δεν μπορεί να τις δει...", δεν θυμάται τον αριθμό κινητού, "ενώπιον όλων των Δικαστηρίων ποτέ δεν φορούσε ακουστικά βαρηκοΐας", "από την βαρηκοΐα έγινε καλά". Όμως, δια των ανωτέρω, ο αιτών δεν εκθέτει στην υπό κρίση αίτηση, με σαφήνεια και πληρότητα, ποια άγνωστα στους καταδικάσαντας αυτόν δικαστές και σχετικά με την πράξη δια την οποία εχώρησε η ως άνω καταδίκη του, νέα γεγονότα, επικαλείται, ώστε να καταστή δυνατός ο έλεγχος της βασιμότητος της αιτήσεως. Επομένως και ο εκ του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ λόγος επαναλήψεως της διαδικασίας στην προκειμένη περίπτωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 'Αλλως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ'ουσίαν, αφού τα ως άνω επικαλούμενα από τον αιτούντα στοιχεία, είτε μόνα τους, είτε εν συνδυασμώ προς τα προηγουμένως προσκομισθέντα, δεν καθιστούν φανερό ότι αυτός είναι αθώος του ανωτέρω πλημμελήματος δια το οποίο κατεδικάσθη, ούτε ότι κατεδικάσθη δι'έγκλημα βαρύτερο εκείνου το οποίο πράγματι ετέλεσε. Κατ'ακολουθία, πρέπει να απορριφθή η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα. Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Να απορριφθή η από 22/24 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης δια της υπ'αριθμ. 9821/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.- Αθήναι 28 Μαΐου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 1838/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9821/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αιτών καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως επτά

(7)μηνών με τριετή αναστολή για επικίνδυνη σωματική βλάβη (άρθρο 308 παρ.1α σε συνδ. με άρθρο 309 Π.Κ.), για το λόγο ότι, από το επικαλούμενο νέο έγγραφο, άγνωστο στους δικαστές που τον καταδίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομιστεί ενώπιον του ανωτέρου δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται), ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τα άρθρα 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, στο σκεπτικό της ως άνω, απόφασης, διαλαμβάνονται για τον αιτούντα τα εξής: "Ο κατηγορούμενος στην περιοχή ..........Αττικής την 4-12-1999 αφού επιτέθηκε κατά του εγκαλούντος Ψ1 τον κτύπησε με ένα ξύλο ,μήκους 80 cm περίπου, στην αριστερή πλευρά της κεφαλής του και έτσι του προξένησε αιμάτωμα αριστεράς κροταφικής χώρας και εκδορές προσώπου. Η πράξη του δε αυτή, λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε και του σκληρού τρόπου που πραγματώθηκε μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαρειά σωματική βλάβη. Το ότι δράστης της ανωτέρω πράξεως είναι ο κατηγορούμενος προκύπτει σαφώς από τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του δικαστηρίου τούτου μαρτύρων και δεν αληθεύει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το χτύπημα στο κεφάλι προκλήθηκε από πτώση του παθόντος στο έδαφος κατά τη διάρκεια της συμπλοκής μεταξύ τους ούτε εξηγεί ο κατηγορούμενος πως προκλήθηκαν και τα τραύματα στο πρόσωπο. Η σε βάρος του παθόντος σωματική βλάβη φέρει τον χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, επειδή προκλήθηκε με ξύλο στο κεφάλι που είναι ευπαθές μέρος του σώματος και μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή του ή βαρειά σωματική του βλάβη". Ο αιτών επικαλείται και προσκομίζει την υπ' αριθμ.3010/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία εκτιμάται ως νέα απόδειξη και νέο γεγονός καθόσον δεν προκύπτει ότι έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία ο ως άνω παθών Ψ1 και ο εξετασθείς ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μάρτυρας Γ1 κατόπιν εγκλήσεως του αιτούντος κηρύχθηκαν αθώοι της ψευδορκίας για όσα κατέθεσαν σε σχέση με την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και μόνο ο πρώτος τούτων καταδικάσθηκε για ψευδορκία για όσα κατέθεσε για την πράξη της αποδιδομένης στον αιτούντα κλοπής του κινητού και των ακουστικών βαρηκοίας του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση ο εγκαλών αναφέρει στην ανωμοτί κατάθεσή του "Είχα πάει στην εκκλησία και ο κατηγορούμενος πρόβαλε απότομα και μου λέει τώρα θα σε λιώσω και μου έριξε στο κεφάλι με ξύλο και έπεσε κάτω. Οι διαφορές μας ήταν για την εκκλησία. Την έχουμε κτίσει όλοι μαζί η γειτονιά. Μετά το χτύπημα έπεσα και έχασα τις αισθήσεις μου, όταν συνήλθα ήμουν στο νοσοκομείο....". Επίσης ο μάρτυρας Γ1 που εξετάστηκε ενόρκως στο ίδιο δικαστήριο κατέθεσε "Δεν ήμουν παρών στο ξυλοδαρμό. Έλαβα εντολή από τον προϊστάμενό μου της Αγ. Γλυκερίας να τον πάρω να τον πάω στο νοσοκομείο. Τον πήγα στο νοσοκομείο ''Σωτηρία'' που εφημέρευε, έκριναν ότι πρέπει να πάει στο ΚΑΤ, και τον πήγαν και ακολούθησα και εγώ με το αυτοκίνητό μου και τους ενημέρωσα. Δεν είχε τις αισθήσεις του. Είχε πρόβλημα ήταν χτυπημένος στο κεφάλι και εγώ τον πήγα για πιο γρήγορα. Άκουσα ότι τον κτύπησε ο κύριος Χ1. Άκουσα για αυτόν ότι έκανε φασαρίες. Εγώ τον είδα αιμόφυρτο. Η επικαλούμενη από τον αιτούντα ως άνω νέα απόδειξη, τόσο από μόνη της όσο και σε συνδυασμό προς τις ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών προσκομισθείσες με βάση τις οποίες τούτο έκρινε ότι ο αιτών τέλεσε την προαναφερόμενη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης δεν καθιστούν φανερό σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα ότι ο Χ1 είναι αθώος της πράξεως αυτής για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως. Οι άλλες αιτιάσεις της υπό κρίση αίτησης επιδιώκουν τον από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και να καταδικαστεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Απριλίου 2007 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1838/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 9821/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου
  1. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.