Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 284 / 2013 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αναβολή συζήτησης, Πλαστογραφία και χρήση (πλαστού εγγράφου), Κλητήριο θέσπισμα. Περίληψη: Ορθή και αιτιολογημένη καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία (νόθευση) εγγράφου (επιταγής) από κοινού με χρήση. Στοιχεία εγκλήματος. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος αναβολής για κρείσσονες. Στοιχεία κλητηρίου θεσπίσματος. Επί πράξεως κατά συναυτουργία, δεν είναι απαραίτητο στο επιδιδόμενο στον ένα κατηγορούμενο να αναφέρεται και το ονοματεπώνυμο του συναυτουργού. Πώς προτείνεται η σχετική ακυρότητα. Απόρριψη αιτήσεως. Αριθμός 284/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Ανδρέα Ξένο και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατσιάβο, για αναίρεση της υπ'αριθ.1726/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1029/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η δε χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με τη μορφή της νοθεύσεως εγγράφου, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η νόθευση εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιάς του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, εξάλειψη ή αντικατάσταση λέξεων, αριθμών ή σημείων του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες είναι δυνατόν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτον, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Το έγγραφο στη διάταξη αυτή αναφέρεται με την έννοια που προσδιορίζει το άρθρο 13 περ. γ' ΠΚ, κατά το οποίο έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, ως τέτοιο δε γεγονός νοείται εκείνο, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νόθευση εγγράφου συνιστά και η μεταβολή από τον υπαίτιο των στοιχείων επιταγής, εν αγνοία και παρά τη θέληση του δικαιούχου της, χρήση δε αποτελεί η κατά οποιονδήποτε τρόπο χρησιμοποίηση του νοθευμένου εγγράφου, αμέσως ή εμμέσως, δι' άλλου προσώπου τελούντος σε καλή πίστη, και ιδίως, αν πρόκειται για νοθευμένη επιταγή, η εμφάνισή προς πληρωμή της στην πληρώτρια Τράπεζα. Περαιτέρω, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό τα προβλεπόμενα στο άρθρ. 321§1 του ΚΠοινΔ στοιχεία, ήτοι το ονοματεπώνυμο και, αν υπάρχει ανάγκη, και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, ο ακριβής καθορισμός της πράξεως, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το άρθρο του ποινικού νόμου που την προβλέπει και η σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε. Αν η πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, αποδίδεται σε δύο ή περισσότερους, οι οποίοι ενήργησαν από κοινού, στον καθένα κατηγορούμενο επιδίδεται ξεχωριστό κλητήριο θέσπισμα, το οποίο αναφέρει όλα τα ως άνω στοιχεία, μεταξύ των οποίων και το ονοματεπώνυμο εκείνου προς τον οποίο επιδίδεται, όχι, όμως, αναγκαίως και το ονοματεπώνυμο του συναυτουργού, καθόσον αυτό δεν ασκεί επιρροή στην ταυτότητα του εγκλήματος. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα τα στοιχεία αυτά, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321§4 του ΚΠοινΔ. Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173§1 ΚΠοινΔ). Αν δεν προταθεί με λόγο εφέσεως, καλύπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι κατά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου και του (αρχικού) συγκατηγορουμένου του Δ. Η. ασκήθηκε ποινική δίωξη για πλαστογραφία (νόθευση εγγράφου) με χρήση από κοινού. Ως προς τον Δ. Η., με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 77453/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η ποινική δίωξη θεωρήθηκε ως μη γενόμενη, γιατί το κλητήριο θέσπισμα εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Έτσι, ως μόνος, πλέον, κατηγορούμενος απέμεινε ο αναιρεσείων, προς τον οποίο και επιδόθηκε νομότυπα το υπ' αριθ. ΔΟ5/2490/2.3.2010 κλητήριο θέσπισμα. Κατ' αυτό, η πράξη που αποδίδεται στον αναιρεσείοντα συνίσταται στο ότι: "Στην Αθήνα στις 2.6.2005, με πρόθεση από κοινού νόθευσαν γνήσιο έγγραφο ... και στη συνέχεια έκαναν χρήση ... Ειδικότερα ... έχοντας στην κατοχή τους ... με κοινό δόλο νόθευσαν ... Περαιτέρω δε αυθημερόν χρησιμοποίησαν την νοθευμένη ...". Στο τέλος δε του κλητηρίου θεσπίσματος γίνεται μνεία των άρθρων 1, 13 γ, 14 παρ. 1, , 26 παρ. 1 α, 27 παρ. 1 - 2, 45, 216 παρ. 1 εδ. α - β του ΠΚ, που προβλέπουν την ως άνω πράξη. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, στην πρωτοβάθμια δίκη, πρόβαλε, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, συνισταμένης στο ότι σ' αυτό χρησιμοποιείται συνεχώς πληθυντικός αριθμός, χωρίς να κατονομάζονται ο ή οι συγκατηγορούμενοί του, με τους οποίους έδρασε με κοινό δόλο, με αποτέλεσμα να μην είναι σαφής και πλήρης η κατηγορία που του αποδίδεται. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε την ένσταση αυτή. Στη συνέχεια, με λόγο εφέσεως, ο κατηγορούμενος επανέφερε την ένσταση αυτή στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, ομοίως, την απέρριψε ως μη νόμιμη. Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν είναι απαραίτητο στο κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται σε κάθε κατηγορούμενο για από κοινού τέλεση αξιόποινης πράξεως με τον άλλο, να προσδιορίζεται και το όνομα του συναυτουργού του, δεδομένου ότι η ύπαρξη ή όχι συναυτουργού και ποιου (ο οποίος, ακόμη και αν δεν έχει ασκηθεί κατ' αυτού ποινική δίωξη, μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις) δεν μεταβάλλει την ταυτότητα του εγκλήματος. Η δε μη τροπή, στο ένδικο κλητήριο θέσπισμα, του πληθυντικού αριθμού σε ενικό (αντί, δηλαδή, να αναγράφει ότι "από κοινού νόθευσαν", κ.λπ., να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, προς τον οποίο επιδόθηκε, "από κοινού με τον ... νόθευσε"), οφειλόμενη σε παραδρομή κατά την αντιγραφή του κατηγορητηρίου, δεν ασκεί επιρροή. Ορθώς, λοιπόν, με την αυτή αιτιολογία, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή και ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β του ΚΠοινΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο από την απόρριψη της ενστάσεως του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, πράγμα που συμβαίνει και στο έγκλημα της πλαστογραφίας, το οποίο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, αφού ο νόμος αξιώνει και σκοπό παραπλανήσεως. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1726/2012 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για πλαστογραφία (νόθευση εγγράφου) από κοινού με τον Δ. Η. με χρήση, και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.