← Ελλάδα

ΑΠ 294/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Φοροδιαφυγή

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 294 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Αοριστία λόγου αναιρέσεως, Φοροδιαφυγή. Περίληψη: Απόφαση καταδικαστική. Αίτηση αναίρεσης κατηγορούμενης. Μη καταβολή δόσεων φόρων κατ' εξακολούθηση. Λόγοι της αιτήσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασία χωρίς όμως να αναφέρει σε τι συνίσταται η απόλυτη αυτή ακυρότητα και για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής Ποινικής Δια-τάξεως, χωρίς όμως να εκθέτει την ποινική διάταξη που παραβιάστηκε. Είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι και ως τέτοιοι, απορρίπτονται. Η απόφαση έχει τα κατά νόμο στοιχεία της και είναι πλήρως αιτιολογημένη. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Αριθμός 294/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Καούσια, περί αναιρέσεως της 54896/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 291/2009. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα από δικηγόρο με βάση το από 5-12-2008 ειδικό πληρεξούσιο το οποίο προσκομίστηκε στο Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών (άρθρα 96, 465 παρ.1 και 474 παρ.1 του ΚΠΔ). Είναι εμπρόθεσμη, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 28-11-2008 και περιέχει ως λόγους αναιρέσεως την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε ΚΠΔ. Από τις διατάξεις των άρθρων 148 έως 153, 473§2, 474§2, 476§2, και 509§1 εδάφιο α Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων, είναι οι περιεχόμενοι σ' αυτήν λόγοι αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Π.Δ, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων του άρθρου 510 που προβλέπει τους λόγους της αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που η απόφαση έχει κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μη έχει παράπονο, ώστε να ασχοληθεί και με αυτά ο Άρειος Πάγος. Από την αξίωση αυτή του νόμου να είναι σαφείς και ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, δεν εξαιρούνται ούτε οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α, Δ και Ε λόγοι, της απόλυτης δηλαδή ακυρότητας, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ενόψει τον ανωτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας στο ακροατήριο, πρέπει να προσδιορίζεται σαφώς σε τι συνίσταται η ακυρότητα αυτή, ποια δηλαδή από τις περιπτώσεις απόλυτης ακυρότητας του άρθρου 171 του Κ.Π.Δ επικαλείται ο αναιρεσείων, με ταυτόχρονη παράθεση των περιστατικών που στηρίζουν την αιτίασή του αυτή. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδρύεται τόσον όταν δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία στην απόφαση, όσο και όταν υπάρχει αλλά αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όταν δηλαδή δεν περιέχονται στην απόφαση και μάλιστα σε σχέση με κάθε κεφάλαιο αυτής, με σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν ως προς την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν στον κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω για το ορισμένο του αναιρετικού λόγου της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει στη σχετική έκθεση αναίρεσης να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που παραβιάσθηκε καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με την διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους της αιτήσεως ισχυρίστηκε κατά λέξη τα εξής: Η προσβαλλομένη πάσχει απόλυτης ακυρότητας σύμφωνα με τη διάταξη άρθρου 171 παρ.δ' ΚΠοινΔ που αφορά τα δικαιώματα εμφάνισης και εκπροσώπησης της κατηγορουμένης, η οποία εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 501 παρ.1 και 340 παρ.2 ΚΠοινΔ. Και τούτο διότι όταν η πληρεξουσία δικηγόρος προσκλήθηκε "να απολογηθεί" (να μιλήσει) αντί της κατηγορουμένης εκείνη δεν αρνήθηκε όπως εσφαλμένα αναγράφεται στα πρακτικά της προσβαλλομένης, αλλ'αντίθετα εκπροσωπώντας αυτήν διαβεβαίωσε το Δικαστήριο ότι εις αυτήν ουδέποτε είχαν κοινοποιηθεί πράξεις επιβολής προστίμου (παρακρατουμένου ή επιρριπτομένου φόρου) ΦΠΑ και επεσήμανε στο Δικαστήριο το παράπονο της κατηγορουμένης ότι κανένας από τους μάρτυρες γνώριζε αν και πότε έγινε τέτοια επίδοση, ούτε πότε προσκομίστηκε ή περιελήφθη στη δικογραφία τέτοιο έγγραφο. Ότι ουδέποτε έγινε κατάσχεση των βιβλίων και στοιχείων της, τα δε επίδικα χρονικά διαστήματα ήταν μέλος ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία εταιρεία προκύπτει από τα δημόσια έγγραφα της αρμοδίας ΔΟΥ, ότι είχε προ πολλώ λυθεί χωρίς ποτέ να κατασχεθούν ή να καταρριφθούν οι εγγραφές της ή μισθωτή- που υπέβαλε νόμιμα αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις και άρα δεν τηρούσε τιμολόγια και σε κάθε περίπτωση ουδέποτε υπήρξε επιτηδευματίας, ώστε να εκδίδει τιμολόγια ή να καταλογίζει τιμολόγια προκειμένω να τύχει οφελημάτων. Επομένως η προσβαλλομένη πρέπει κατ'αρχάς να αναφεθεί για τον λόγο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 510 Α ΚΠοινΔ. Τέλος η προσβαλλομένη πρέπει να αναιρεθεί για το λόγο που περιλαμβάνεται στο άρθρο 510 περ.Ε ΚΠοινΔ για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Για να επιβληθεί ποινή φυλακίσεως πρέπει να αποδειχθεί από την ακροαματική διαδικασία αλλά και από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία ή προσκομίστηκαν και το Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή δικανική πεποίθηση περί των ότι είχαν υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ και δολίως παραβίασε την υποχρέωσή μου αυτή. 'Όμως επειδή από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε υποχρέωση καταβολής ΦΠΑ, η προσβαλλομένη έσφαλε περί την ερμηνεία των αντιστοίχων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Ενόψει των ανωτέρω είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι οι πρώτος και τρίτος των λόγων αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας και εσφαλμένης ερμηνείας η εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, διότι στη σχετική έκθεση δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, τα εκτιθέμενα δε σε σχέση με το λόγο αυτό πραγματικά περιστατικά, συνιστούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που πλήττουν την αναιρετικως ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε επίσης γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που παραβιάσθηκε καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας. Κατόπιν αυτών, οι παραπάνω λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως, ως απαράδεκτα, πρέπει να απορριφθούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 54.896/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δώδεκα

(12)μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία
(1)τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "η κατηγορουμένη στους παρακάτω χρόνους παραβίασε τη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμία καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής, για χρέη που έπρεπε να καταβληθούν εφάπαξ και δεν κατέβαλε τρεις συνεχείς δόσεις για τα χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλε στο δημόσιο το συνολικό ποσό των 319.331,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους και λοιπούς φόρους και χρέη γενικά, και τα οποία χρέη είναι βεβαιωμένα στη ΔΟΥ ..., και συγκεκριμένα κατά τον πίνακα χρεών την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών για χρέος ποσού 15.939.632 δραχμών περιλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 15.363.500 δραχμών και προσαύξηση 576.132 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31 -10-2000 και 30-11-2000) την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών για χρέος ποσού 21.619.267 δραχμών περιλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 20.837.847 δραχμών και προσαύξηση 781.420 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31-10-2000 και 30-11-2000) την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δύο μηνών για χρέος ποσού 59.118.244 δραχμών περιλαμβανομένων των νόμιμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 56.981.440 δραχμών και προσαύξηση 2.136.804 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31-10-2000 και 30-11-2000) την 30-11-2000 καθυστέρησε την καταβολή πέραν των δυο μηνών για χρέος ποσού 12.135.231 δραχμών περιλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 11.696.608 δραχμών και προσαύξηση 438.623 δραχμές), που ανήκει στην κατηγορία των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, και έπρεπε, να καταβληθεί σε δυο μηνιαίες δόσεις την 31-10-2000 και 30-11-2000, δηλαδή ευθύνεται για τα ποσά 15.939.632, 21.619267, 59.118244 και 12.135.231 δραχμών, που αφορούν παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, συνολικού ποσού από 108.812.374 δραχμές, ήτοι 319.331,99 ευρώ. Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1β του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1 γ' του ν. 3220/2004, κατά την οποία για την καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κλπ βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι ευμενέστερο αντί του κατ'εξακολούθηση τελούμενου εγκλήματος, όπως αποδίδεται η πράξη με το κατηγορητήριο κατά την προηγούμενη νομοθετική ρύθμιση, πρέπει να κηρυχθεί η κατηγορουμένη ένοχη". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κήρυξε ένοχη της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα, του ότι: "στην ... στους κατωτέρω χρόνους με πολλές πράξεις τέλεσε πολλά εγκλήματα και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-2000 έως 30-11-2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 1882/90, με πρόθεση παραβίασε την προθεσμία καταβολής των χρεών που ήταν βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και η παραβίαση αναφέρεται στην μη καταβολή 3 συνεχών δόσεων προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται σε δόσεις ή σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των 2 μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής τους προκειμένου περί χρεών που καταβάλλονται εφάπαξ, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει: 1) προκειμένου για δάνεια ή παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους: τα 3.000.000 δρχ. ή 2) προκειμένου για λοιπούς φόρους και χρέη γενικά: τα 4.500.000 δρχ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της στην ΔΟΥ ... διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω ΔΟΥ (αρ. ειδικού βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 29-3-01 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω ΔΟΥ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 319.331,99 που αφορά παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, δηλαδή δεν κατέβαλε 3 συνεχείς δόσεις για τα παραπάνω χρέη που καταβάλλονται σε δόσεις". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 ΠΚ και 25 παρ.1γ', 2, 3 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 23 παρ.1, 2 Ν. 2523/97 κατ' άρθρο 34 παρ.1 γ' Ν. 3730/2004 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) ... και 2) ... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής αιτιολογίας διότι υπάρχει σε αυτή απλά και μόνο αντιγραφή στο σκεπτικό του κατηγορητηρίου, είναι αβάσιμη διότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα ποσά των βεβαιωμένων στο Δημόσιο χρεών, ο τρόπος πληρωμής τους (εφάπαξ ή σε δόσεις) και ο ακριβής χρόνος καταβολής των χρεών που ήταν καταβλητέα εφάπαξ, ή της κάθε δόσεως (προκειμένου περί των χρεών που έπρεπε να καταβληθούν σε δόσεις), περιλαμβάνει δηλαδή όλα στα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητα της αιτιολογίας στην καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1), ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2008 (υπ' αριθμ. πρωτ. 130 ενώπιον του Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών/2008) αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 54.896/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι
(220)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.