← Ελλάδα

ΑΠ 295/2010 — Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 295 / 2010 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Έγγραφα, Ψευδής καταμήνυση, Αναβολής αίτημα, Ψευδορκία μάρτυρα. Περίληψη: Καταδικαστική απόφαση. Ψευδής καταμήνυση - Ψευδορκία μάρτυρα. Παράπονα αναιρεσειόντων για έλλειψη απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς απόρριψη αιτήματος για αναβολή της δίκης για νέες αποδείξεις. Επίσης, παράπονα αναιρεσειόντων ότι λήφθηκε υπόψη για την ενοχή των κατηγορουμένων, έγγραφο που δεν αναγνώστηκε και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν υπάρχει, όταν στην απόφαση, με αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού με διατακτικό, προκύπτει ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα σε σχέση με τα ψευδή που κατέθεσε ενόρκως ο καταδικασθείς για ψευδορκία μάρτυρα. Απορρίπτει αιτήσεις αναιρέσεως. Αριθμός 295/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Πιτσινή, περί αναιρέσεως της 883-884-885/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αποστολόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 6.5.2009 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/

  1. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι υπό κρίση δυο αναιρέσεις, ασκήθηκαν την 6.5.2009, από τους ίδιους τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Πατρών, συντάχθηκαν δε γι' αυτές οι σχετικές εκθέσεις (άρθρα 465§1 και 44§1 Κ.Π.Δ.). Είναι εμπρόθεσμες, γιατί οι προσβαλλόμενες αποφάσεις καταχωρήθηκαν καθαρογραμμένες στο ειδικό βιβλίο την 27-4-2009 (άρθρο 473§1 Κ.Π.Δ) και παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν. Η κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για νέες αποδείξεις κατά το άρθρο 352 παράγραφος 3 ΚΠΔ, πρέπει να είναι και αυτή αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως παραπονούνται οι άναιρεσείοντες ότι το δικαστήριο, χωρίς επαρκή αιτιολογία, απέρριψε το αίτημά τους να αναβληθεί η υπόθεση, προκειμένου να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες οι υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε. Δυτικής Ελλάδος, ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ενώπιον των οποίων, κατά τις παραδοχές της πρωτοβάθμιας απόφασης, φέρεται ομολογήσας ο πρώτος αναιρεσείων ότι είχε εισπράξει από την πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 30.000 δραχμών, πέραν εκείνου που είχε εισπράξει από την ίδια για τις αιματολογικές εξετάσεις που της έγιναν στο Ινστιτούτο Παστέρ. Επί του αιτήματος αυτού, το Τριμελές Εφετείο Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, όπως προκύπτει από την παρεμπίπτουσα απόφασή του, η οποία προηγήθηκε της προσβαλλομένης 883-884-885/2008 κυρίας αποφάσεώς του και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με την τελευταία (άρθρο 504 παράγραφος 4 ΚΠΔ), απέρριψε αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 352 παράγραφος 3 ΚΠΔ για νέες αποδείξεις, υποβληθέν από τον συνήγορό τους και συγκεκριμένα, όπως ακριβώς αναφέρεται στα πιο πάνω πρακτικά: "Το αίτημα των κατηγορουμένων περί αναβολής της δίκης, προκειμένου κατά τη νέα δικάσιμο να προσέλθουν για να εξετασθούν ως μάρτυρες οι ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, υπάλληλοι του ΣΔΟΕ Δυτικής Ελλάδος, οι οποίοι συνέταξαν την από 15.10.2002 έκθεση ελέγχου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, καθόσον η μαρτυρία των τελευταίων δεν κρίνεται αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας (άρθρο 352 παράγραφος 3 ΚΠΔ)". Με βάση τα παραπάνω, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το δικαστήριο με την παρεμπίπτουσα (υπ' αριθμ. 883/2008) απόφασή του, με επαρκή αιτιολογία, έκρινε ότι έπρεπε να απορριφθεί το αίτημα αυτό, δεν χρειαζόταν δε για την απόρριψή του η παράθεση των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων οδηγήθηκε στην κρίση του αυτή, αφού τέτοια περιστατικά δεν επικαλέστηκαν ούτε οι αναιρεσείοντες. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 § 1 στοιχ. δ', 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι, αν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσον, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Εξάλλου, το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι, όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο, για την θεμελίωση της καταδικαστικής του κρίσεως, έλαβε υπόψη του την από 15-10-2002 έκθεση του Σ.Δ.Ο.Ε Δυτικής Ελλάδας, χωρίς όμως αυτό να περιλαμβάνεται μεταξύ των εγγράφων που αναγνώστηκαν, με συνέπεια να επέλθει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Όπως όμως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και η έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. Πατρών, από την επισκόπηση δε των στοιχείων της δικογραφίας, που γίνεται επιτρεπτά, προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι στη δικογραφία υπάρχει μία και μόνον έκθεση ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε., η οποία φέρει διαφορετικές ημερομηνίες, ανάλογα με την θεώρησή της από τους ιεραρχικά προϊσταμένους των υπαλλήλων που την συνέταξαν. Η έκθεση αυτή φέρει ως ημερομηνία σύνταξής της την 15-10-2002 και ως συντάκτες τους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε. ΑΑ, ΒΒ και ΓΓ, ημερομηνία δε τελικής θεώρησης από τον προϊστάμενό τους την 7-1-
  2. Με την ημερομηνία αυτή φέρεται ως αναννωσθείσα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά συνέπεια, η μία και μοναδική αυτή έκθεση, στην οποία στηρίζεται και η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου, αναγνώστηκε στο ακροατήριο και συνεπώς δεν στερήθηκαν οι αναιρεσείοντες του δικαιώματός τους να επιφέρουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με αυτήν. Ενόψει δε του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά του παραπάνω εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητά του, με την ανάγνωση δε αυτού κατέστη γνωστό το περιεχόμενό του στους κατηγορουμένους, οι οποίοι είχαν έτσι τη δυνατότητα να υποβάλουν τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις τους, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτό αναφέρεται στα πρακτικά. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, αντίστοιχα, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ανωτέρω έγγραφο που αναγνώσθηκε δεν προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από την διάταξη του αρ. 224 παράγραφος 2 ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) Ο μάρτυρας να εκθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την ένορκη εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθών αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του πιο πάνω εγκλήματος πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη παραπάνω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η δεύτερη αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος ψευδορκίας μάρτυρα και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων

(4)μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία
(3)χρόνια. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη, τα εξής: "η δεύτερη κατηγορουμένη στις 22-4-2002, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Πατρών που ενεργούσε προανάκριση, στα πλαίσια της δικογραφίας που είχε σχηματισθεί με αφορμή την προαναφερόμενη από 28-1-2002 έγκληση του πρώτου κατηγορουμένου, στο εργαστήριο του οποίου εργαζόταν, κατέθεσε τα ψευδή περιστατικά που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας εν γνώσει της αναληθείας τους. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η δεύτερη κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, με την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου εντίμου βίου (άρθρο 84 παράγραφος 2α του Π.Κ.) που συντρέχει στο πρόσωπό της". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα, Χ2, κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξεως της ψευδορκίας μάρτυρα και ειδικότερα του ότι: "Στην Πάτρα την 22.4.2002, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Πατρών Δ. Αναγνωστοπούλου, η οποία ενεργούσε προανάκριση στα πλαίσια της δικογραφίας που είχε σχηματισθεί με αφορμή την από 28-1-2002 έγκληση του Χ1 σε βάρος της εγκαλούσας, κατέθεσε εν γνώσει της επί λέξει τα κάτωθι ψευδή: Εργάζομαι σαν παρασκευάστρια στο Μικροβιολογικό εργαστήριο του μηνυτή και από όσα με ρωτάτε γνωρίζω τα παρακάτω: Την 12-7-01 ήλθε κλαίγοντας στο εργαστήριο η μηνύτρια, ύστερα από τηλεφώνημα του γυναικολόγου της ΔΔ και ζήτησε να κάνει εξέταση για τοξόπλασμα, διότι ήταν έγκυος και είχε κάποιο πρόβλημα. Της είπαμε ότι εμείς δεν κάνουμε τέτοιου είδους εξέταση, οι οποίες γίνονται μόνο στο νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς ή στο Ινστιτούτο τούτο, ΠΑΣΤΕΡ στην Αθήνα. Αυτά της τα έλεγε ο μηνυτής και εγώ ήμουν παρούσα. Τονίζω κατηγορηματικά ότι δεν της είπε ότι είμαστε συμβεβλημένοι με το ΠΑΣΤΕΡ. Αντιθέτως, της είπε να πάει εκεί να το κάνει. Κλαίγοντας μας ζήτησε να την εξυπηρετήσουμε, γιατί δεν είχε χρήματα ο γιατρός για να την εξυπηρετήσει, της πήρε το αίμα, χωρίς να την χρεώσει ούτε δραχμή και της είπε να το στείλει μόνη της στην Αθήνα. Μας είπε ότι δεν έχει χρήματα και μας παρακάλεσε να στείλουμε εμείς το αίμα, με ειδικό ψυγειάκι με κούριερ στο ΠΑΣΤΕΡ. Της έστειλε το αίμα, της πλήρωσε μάλιστα και τα έξοδα αποστολής κάποιου 2500 δρχ. Της τόνισε όμως ότι το ΠΑΣΤΕΡ δεν θα της κοινοποιήσει τα αποτελέσματα εάν δεν εξοφλήσει το κόστος των εξετάσεων. Μετά από 15 ήμερες περίπου, η Ψ μας τηλεφώνησε και μας είπε ότι δεν έχει χρήματα να πληρώσει το ΠΑΣΤΕΡ, δεν της δίνουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων και μας παρακάλεσε να μεσολαβήσουμε, ώστε να πάρει τα αποτελέσματα χωρίς να πληρώσει. Ο μηνυτής την λυπήθηκε και μεσολάβησε, μας εστάλησαν με φαξ τα αποτελέσματα από το ΠΑΣΤΕΡ, χωρίς να πληρώσει η Ψ, ενημερώσαμε τον γυναικολόγο της για τα αποτελέσματα και του είπαμε να επαναλάβει μέρος των εξετάσεων σε 15 ημέρες περίπου. Μετά από 15 ήμερες περίπου, ήλθε πάλι η μηνύτρια στο εργαστήριο χωρίς χρήματα και επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, όλη η ιστορία, και μας απεστάλησαν πάλι με φαξ τα αποτελέσματα και των τελευταίων εξετάσεων, χωρίς να έχει πληρώσει ούτε δραχμή η Ψ, αν και ενημερώθηκε και για τα αποτελέσματα των τελευταίων εξετάσεων από εμάς. Εγώ τηλεφώνησα στο ΠΑΣΤΕΡ για το κόστος των εξετάσεων, επειδή τα αποτελέσματα μας είχαν σταλεί ανεπίσημα και αφού δεν είχαν εξοφληθεί δεν χορηγούσαν αποδείξεις. Μου απάντησαν ότι οι πρώτες εξετάσεις κοστίζουν "19.000" δρχ και οι δεύτερες 11.000, σύνολο δρχ. 30.000. Τηλεφώνησα στην μηνύτρια και της είπα να φέρει τα χρήματα. Από τότε αυτή εξαφανίστηκε και δεν εμφανιζόταν στο τηλέφωνο. Μάλιστα απάντησε κάποιο συγγενικό της πρόσωπο, πιθανόν η πεθερά της, που δεν γνώριζε τα παραπάνω. Ύστερα από αυτό, η Ψ μας τηλεφώνησε και μου μίλησε πολύ άσχημα, επειδή ενοχλήσαμε συγγενικό της πρόσωπο για τα χρήματα που χρωστούσε, ήμουν παρούσα όταν ο μηνυτής της μίλησε και της είπε ότι πρέπει να πληρώσει το ΠΑΣΤΕΡ. Ήμουν παρούσα όταν η Ψ ήλθε στο εργαστήριο και πλήρωσε μόνο 15.000 δρχ και τις άλλες 15.000 εξακολουθεί να της οφείλει. Από τότε δεν ερχόταν η ίδια, αλλά έστελνε τον σύζυγο της και μας ζητούσε τις αποδείξεις, τις οποίες όμως δεν έστελνε το ΠΑΣΤΕΡ, αφού δεν είχαν εξοφληθεί. Τελικά, αφού η Ψ δεν πλήρωνε τις εξετάσεις, αναγκάστηκε και τις πλήρωσε ο μηνυτής, αφού είχε εκτεθεί με τις παραπάνω μεσολαβήσεις και τότε έστειλε σε μας το ΠΑΣΤΕΡ τις αποδείξεις τον Σεπτέμβριο του 2001, δεν θυμάμαι ημερομηνία. Επειδή ο σύζυγος της Ψ ερχόταν και μας ενοχλούσε ζητώντας συνεχώς τις αποδείξεις, χωρίς να έχουν εξοφλήσει τις εξετάσεις, ο μηνυτής έδωσε τις αποδείξεις στον σύζυγο της Ψ. Δηλώνω κατηγορηματικά ότι ουδέποτε εισέπραξε ο μηνυτής 30.000 δρχ για κάθε παρτίδα εξετάσεων από την Ψ. Τα περιστατικά είναι όπως ακριβώς τα περιέγραψα, δεν πήρε ούτε δραχμή, πλήρωσε τις εξετάσεις και τα έξοδα αποστολής. Συνεπώς, οι μεταγενέστερες ενέργειες της Ψ σε βάρος του μηνυτή έγιναν με πρόθεση να βλάψουν τον μηνυτή και αποτελούν την αποθέωση της αχαριστίας. Διάβασα την καταγγελία που έκανε η Ψ στο ΣΔΟΕ σε βάρος του μηνυτή. Όλα όσα γραφεί εκεί είναι ψευδή, συκοφαντικά και έγιναν εν γνώσει του ότι τα αναγραφόμενα είναι ψευδή και συκοφαντικά. Είναι φυσικό ότι στις αποδείξεις που έστειλε ο Παστέρ να αναγράφεται το ΑΦΜ του μηνυτή από το Παστέρ, αφού εκείνος πλήρωσε τα χρήματα, ενώ γνώριζε ότι τα γεγονότα αυτά, όπως τα εξέθεσε στην κατάθεσή της δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παράγραφος 1α, 27 παράγραφος 1, 84 παράγραφος 2α, 224 παράγραφος 2-1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1) ΕΕ, 2) ΣΤ και 3) ΔΔ, καθώς και την κατάθεση της Ψ, η οποία, όπως προκύπτει από τα ίδια πρακτικά, εξετάστηκε ως πολιτικώς ενάγουσα, ανωμοτί στο άνω ακροατήριο. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν ποία ήταν τα αληθή περιστατικά σε σχέση με τα ψευδή που καταλογίζονται σε αυτήν ότι κατέθεσε, καθόσον από το σκεπτικό της αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, προκύπτει με σαφήνεια ποία ήταν τα αληθή περιστατικά σε σχέση με τα ψευδή που κατέθεσε αυτή ενόρκως. Επομένως, από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της δεύτερης κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως κάθε αιτήσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους και να καταδικασθεί ο κάθε αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παράγραφος 1), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσας πολιτικώς ενάγουσας (ΚΠολΔ 176). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6 Μαΐου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 17 και 18/2009 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Πατρών) αιτήσεις των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 883-884-885/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών (Πλημμελημάτων). Και Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι
(220)ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια
(500)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου
  1. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.