← Ελλάδα

ΑΠ 297/2015 — Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος

Σύνδεσμος απόφασης - link Επιστροφή - Back Περίληψη με ChatGPT AI Περίληψη με Claude AI Περίληψη με Gemini AI Περίληψη με Grok AI Αυτόματη μετάφραση Google, χρησιμοποιείστε τα κείμενα με προσοχή - Google automatic translation from Greek, use with caution ! Σημαντική Σημείωση ! Πρόκειται να ανακατευθυνθείτε σε εξωτερική πλατφόρμα παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (τρίτου πάροχου) με σκοπό την αυτόματη δημιουργία περίληψης της δικαστικής απόφασης. Καμία Ευθύνη για το Περιεχόμενο: Ο Αρειος Πάγος δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για την ποιότητα, την ακρίβεια ή την πληρότητα της περίληψης που παράγεται αυτόματα από το AI. Μη Επίσημο Κείμενο: Η περίληψη αποτελεί προϊόν αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, δεν αντικαθιστά το επίσημο νομικό κείμενο και δεν φέρει καμία ισχύ ή έγκριση από το δικαστήριο. Προστασία Δεδομένων: Η χρήση της εξωτερικής υπηρεσίας γίνεται με αποκλειστική σας ευθύνη, σύμφωνα με τους όρους του τρίτου παρόχου. Μόνη αυθεντική πηγή ενημέρωσης παραμένει το πρωτότυπο κείμενο της απόφασης, όπως δημοσιεύεται από τον Αρειο Πάγο. Η παρούσα λειτουργία είναι σε δοκιμαστική χρήση Ακύρωση Συνέχεια Απόφαση 297 / 2015 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος. Περίληψη: Αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, εξακολουθητικά. Ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος, προβληθείσα και απορριφθείσα στο πρωτοβάθμιο, προβάλλεται παραδεκτώς στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μόνο με λόγο εφέσεως. Αριθμός 297/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσούλα Παρασκευά (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.48/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Πάνου Πετρόπουλου και Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μίγγο, για αναίρεση της υπ'αριθ.277/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δέσποινα Γάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2014 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1188/2014. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του ν. 2523/1993, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή του φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή εν μέρει ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στα στοιχεία ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο, διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία. Εικονικό είναι και το στοιχείο που φέρεται ότι έχει εκδοθεί ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή, Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται, στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα ο να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος, από τον Άρειο Πάγο, της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 277/2014 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης , δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην Καβάλα και στους χρόνους που αναφέρονται στη συνέχεια, η κατηγορουμένη ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ύψος των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Ειδικότερα, έχοντας την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥ - Μεταλλικές κατασκευές" και το διακριτικό τίτλο "ΓΕΚΑΜ ΑΕ", που εδρεύει στο 1° χλμ. Αμυγδαλεώνα - Ζυγού Καβάλας και έχει ως αντικείμενο της μεταλλικές κατασκευές, αποδέχθηκε: α) κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 έως 31-12-2003 τριάντα οκτώ

(38)φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν στην δήθεν αγορά εκ μέρους και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας που εκπροσωπεί υλικά απαραίτητα για την επαγγελματική δραστηριότητα της ως άνω εταιρίας, ήτοι σίδερα, συνολικής καθαρής αξίας (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) 451.103,34 ευρώ, με φερόμενη πωλήτρια εταιρία την ατομική επιχείρηση του Μ. Τ. του Ν., και συγκεκριμένα, όπως αυτά αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα: Τα ανωτέρω τιμολόγια και δελτία αποστολής ήταν εικονικά και αναφέρονταν σε ανύπαρκτες συναλλαγές, καθώς ουδέποτε προέβη στις αντίστοιχες αγορές εμπορευμάτων, δεδομένου ότι η ατομική επιχείρηση του Μ. Τ., από την οποία φέρεται ότι προμηθεύτηκε τα ανωτέρω αναφερόμενα υλικά απαραίτητα για την επαγγελματική δραστηριότητα της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, ήτοι σίδερα, δεν λειτούργησε ποτέ με την ουσιαστική έννοα του όρου. Η δε συνολική αξία τους υπερβαίνει το ύψος των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και δη ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.759.545,34 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ατομική επιχείρηση του Μ. Τ. ήταν ανύπαρκτη, ο δε τελευταίος είχε μεν δηλώσει ως επαγγελματική έδρα την Πέραμο Καβάλας και υπαγόταν στη Δ.Ο.Υ. Ελευθερούπολης, όμως αυτός στην ουσία δεν είχε καμία επαγγελματική στέγη, ούτε αγορές που να καλύπτουν τις πωλήσεις του. Δεν είχε προσωπικό, ούτε οχήματα, αφού τα δικά του οχήματα τα είχε μεταβιβάσει, τα δε οχήματα που αναφέρονται στα ένδικα τιμολογιακά δελτία αποστολής είναι διάφορα. Επίσης από την κατάθεση του ιδίου προκύπτει ότι η ατομική επιχείρηση του Μ. Τ. είχε προσωπικό μέχρι το 2002, δηλαδή πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα, για το οποίο δεν υπήρχε ούτε χώρος εγκατάστασης της επιχείρησης του, ούτε προσωπικό, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε πληρώνονταν άλλοι λογαριασμοί, αλλά αυτός εξέδιδε αφειδώς μόνο τιμολόγια, το δε όφελος για την επιχείρηση της κατηγορούμενης, από την αποδοχή αυτών των εικονικών τιμολογίων ήταν η διόγκωση των δαπανών της, με αντίστοιχη μείωση του ΦΠΑ που έπρεπε να αποδώσει, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να χάνει φόρους. Συνολικά για τις χρήσεις 2003, 2004, 2005, το Δημόσιο ζημιώθηκε 316.717 ευρώ σε ΦΠΑ και άλλο τόσο σε φόρο εισοδήματος. Από το άλλο μέρος η επιχείρηση της κατηγορούμενης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥ- Μεταλλικές κατασκευές" δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει που διοχέτευσε τα αναφερόμενα ως αγορασθέντα υλικά (σίδερα) από το Μ. Τ.. Η ίδια η κατηγορούμενη, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, δήλωσε ότι η συμμετοχή της στην ως άνω εταιρία ήταν τυπική, όμως αυτό είναι εν μέρει αληθές και πιο συγκεκριμένα η συμμετοχή της ήταν τυπική όσο η επιχείρηση βρισκόταν στα χέρια του συζύγου της, όμως μετά το πρόβλημα υγείας του τελευταίου που εκ των πραγμάτων αναγκάσθηκε να απομακρυνθεί από κάθε επαγγελματική δραστηριότητα σε σχέση με αυτή την επιχείρηση, την ευθύνη λειτουργίας της ανέλαβε η κατηγορουμένη με την βοήθεια, για λίγο χρονικό διάστημα, του Γ. Κ. και τριών εξαδέλφων της, όμως την θέση της προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου είχε η ίδια η κατηγορουμένη και κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα 2003- 2005 είχε τόσο την τυπική όσο και ουσιαστική ευθύνη λειτουργίας της επιχείρησης και έτσι γνώριζε ότι ο ως άνω Μ. Τ. δεν ασκούσε στην πραγματικότητα καμία εμπορική δραστηριότητα, ούτε διέθετε εμπορική εγκατάσταση, ούτε είχε στην διάθεση του προϊόντα προς πώληση και δη τα αναφερόμενα στα ως άνω τιμολόγια, ούτε αποθηκευτικούς χώρους, ούτε οχήματα μεταφοράς, ούτε απασχολούσε προσωπικό και ότι ο τελευταίος δεν πώλησε ούτε και είχε, εξ αντικειμένου, την δυνατότητα να πωλήσει στην επιχείρηση της τα ανωτέρω είδη, αφού δεν διέθετε τέτοια. Συνακόλουθα, η κατηγορουμένη γνώριζε κατά τους ανωτέρω χρόνους ότι τα επίμαχα τιμολόγια ήταν εικονικά και ότι οι αναγραφόμενες σ' αυτά συναλλαγές ουδέποτε έγιναν. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της ότι η εταιρεία της εκτελούσε πολλά και μεγάλα έργα κατά την υπόψη χρονική περίοδο και χρησιμοποιούσε τέτοια υλικά, όπως τα αναγραφόμενα στα πιο πάνω τιμολόγια, σε μεγάλες ποσότητες δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αφού και σε περίπτωση που είναι αυτός και ουσιαστικά βάσιμος πάλι δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι τα αναγραφόμενα στα εν λόγω υλικά χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων, ούτε σε ποιες ποσότητες και σε ποιους χρόνους. Τέλος αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη η κατηγορουμένη μέχρι το χρόνο τελέσεως της παραπάνω πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και, επίσης, ότι μετά την τέλεση της παραπάνω πράξεως και για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα ήτοι από τους ως άνω χρόνους μέχρι σήμερα συμπεριφέρθηκε καλά κατ, επομένως, πρέπει να αναγνωρισθούν στο πρόσωπο της οι σχετικές ελαφρυντικές περιστάσεις, απορριπτόμενου του αυτοτελούς ισχυρισμού της ότι στην πράξη δεν ωθήθηκε από ταπεινά αίτια, αφού σκοπός της, με την τέλεση των ανωτέρω πράξεων, ήταν να ωφεληθεί η επιχείρηση της κατά τα προαναφερθέντα υψηλά χρηματικά ποσά με αντίστοιχη ζημία και βλάβη του Δημοσίου. Επομένως πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη με ελαφρυντικά (αρθ.849 2α, ε ΠΚ)". Ακολούθως κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη του ότι: "Στην Καβάλα και στους χρόνους που αναφέρονται στη συνέχεια, ενεργώντας με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ύψος των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Ειδικότερα, έχοντας την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΕΤΑΛΛΟΥ - Μεταλλικές κατασκευές" και το διακριτικό τίτλο "ΓΕΚΑΜ ΑΕ", που εδρεύει στο 1° χλμ Αμυγδαλεώνα - Ζυγού Καβάλας και έχει ως αντικείμενο της μεταλλικές κατασκευές, αποδέχθηκε: α) κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2003 ως 31-12-2003 τριάντα οκτώ
(38)φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν στην δήθεν αγορά εκ μέρους και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας που εκπροσωπεί υλικά απαραίτητα για την επαγγελματική δραστηριότητα της ως άνω εταιρίας, ήτοι σίδερα, συνολικής καθαρής αξίας (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) 451.103,34 ευρώ, με φερόμενη πωλήτρια εταιρία την ατομική επιχείρηση του Μ. Τ. του Ν., και συγκεκριμένα, όπως αυτά αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα : Το από 02/04/03 Τιμολόγιο Με αρ. ΤΔΑ679 συνολικής καθαρής αξίας 13.593,60 Το από 04/04/03 Τιμολόγιο Με αρ. ΤΔΑ680 συνολικής καθαρής αξίας 13.806,00 ουσιαστική έννοια του όρου. Η δε συνολική αξία τους υπερβαίνει το ύψος των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.759.545,34 ευρώ. Δέχθηκε το Δικαστήριο ότι η κατηγορουμένη: α) μέχρι τον χρόνο τελέσεως της παραπάνω πράξεως έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και β) μετά την τέλεση της παραπάνω πράξεως και για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα συμπεριφέρθηκε καλά. Η ως άνω αιτιολογία είναι η επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη με την εκτεθείσα έννοια, αφού εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της εκδόσεως εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για το οποίο κήρυξε ένοχο την κατηγορούμενη, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 27, 84 παρ2, 98 ΠΚ και 19 παρ.1β Ν. 2523/1997, τις οποίες, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, εξειδικεύονται όλα τα εκδοθέντα εικονικά τιμολόγια με τα πλήρη στοιχεία τους, καθώς και για ποια [ίδια] επιχείρηση εκδόθηκε το καθένα από αυτά. Επίσης, αιτιολογείται η εικονικότητα των τιμολογίων και αναφέρονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εν λόγω εικονικότητα. Περαιτέρω το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές της αποφάσεως, αιτιολογεί πλήρως και την γνώση εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων, αφού δέχθηκε ότι, με την ανωτέρω ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου και προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, αποδέχθηκε και καταχώρησε στα βιβλία της εταιρείας, κατ' εξακολούθηση, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1 έως 31/12/2003,τα αναφερόμενα αναλυτικά στο διατακτικό κατ' αριθμό ημερομηνία εκδόσεως και αξία, τιμολόγια, συνολικής αξίας 1759545,34 Ευρώ, τα οποία είχαν εκδοθεί από την αναφερόμενη [και μη λειτουργήσασα ποτέ] ατομική επιχείρηση του Μ. Τ. και ήσαν εικονικά, αφού αφορούσαν στο σύνολο τους ανύπαρκτες συναλλαγές, η γνώση της δε της εικονικότητας τους, ενόψει της παραδοχής ότι αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές και η εταιρεία της ήταν η φερομένη ως άμεσα συναλλαγείσα μετά της ως άνω εκδότρια των εικονικών τιμολογίων, είναι, κατά τα ανωτέρω, δεδομένη και δεν χρειαζόταν η παράθεση στην απόφαση και άλλων, πέραν των ανωτέρω, πραγματικών περιστατικών για την αιτιολόγηση της γνώσεως της, όπως αβάσιμα υποστηρίζει. Οι λοιπές αιτιάσεις που αφορούν κακή εκτίμηση των αποδείξεων και άρνηση της κατηγορίας, είναι απορριπτέες, ως απαραδέκτως προβαλλόμενες, διότι, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επομένως,ο σχετικός λόγος της αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοιν Δ, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 ΚΠοινΔ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί, με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Η ακυρότητα, όμως, από την μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική, κατά το άρθρο 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ίδιου Κωδικός, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ1 Κ.Ποιν Δ, να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται. Εφόσον δε η σχετική ένσταση του απορρίφθηκε, μπορεί να την προτείνει, επαναφέροντας αυτήν, με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 §1 ΚΠοινΔ). Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο εφέσεως, καλύπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητος αναιρετικού λόγου, η ήδη αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο [Τριμελές Εφετείο Θράκης] ένσταση ακυρότητος κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία απορρίφθηκε, στη συνέχεια δε το δικαστήριο την κήρυξε ένοχη με ελαφρυντικό για αποδοχή εικονικών τιμολογίων κατ'εξακολούθηση. Κατόπι εφέσεως που άσκησε αυτή κατά της ανωτέρω αποφάσεως, η υπόθεση εκδικάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπου η εκκαλούσα-κατηγορουμένη προέβαλε εκ νέου την ως άνω ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, χωρίς όμως να την έχει περιλάβει, με σχετικό λόγο, στο εφεστήριο. Το Πενταμελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη [ομοίως καταδικαστική], απόφαση του, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με την εξής αιτιολογία: "η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, διότι δεν ήταν απαραίτητο για το έγκυρο και την νομική πληρότητα του θεσπίσματος να μνημονεύονται και οι διατάξεις των άρθρων του εξωποινικού νόμου [ΚΒΣ] που προβλέπουν την έκδοση και την εκυρότητα των φορολογικών στοιχείων, δηλαδή των τιμολογίων, τα οποία ήσαν εικονικά και τα αποδέχθηκε εν γνώσει της η κατηγορουμένη, ούτε ήταν απαραίτητο, για το ορισμένο του θεσπίσματος, να περιλαμβάνονται σε αυτό λεπτομερείς περιγραφές των αναφερομένων σε αυτά εμπορευμάτων, κατά ποσό ή τιμή μονάδος, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η κατηγορουμένη". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας [έστω και με άλλη αιτιολογία], ορθώς έκρινε, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η εν λόγω ακυρότητα δεν προβλήθηκε με την έφεση, ο δε λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη απαγγελία ακυρότητος που δημιουργήθηκε από τις ελλείψεις του κλητηρίου θεσπίσματος [άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.Β' και 170 ΚΠοινΔ], πρέπει, να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Κατ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε [άρθρα 176, 183 ΚΠολ.Δ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 31-10-2014 αίτηση της Π. Π. του Ν., για αναίρεση της με αριθμό 277/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα
(250)Ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, εκ διακοσίων ενενήντα
(290)ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου
  1. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου
  2. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.